Απόστολος Πιέρρης “Θανάσιμα και Αναστάσιμα”

Α̟πόστολος Πιέρρης

 

“δέδοικα μή τι πὰρ θεοῖς
ἀμβλακὼν τιμὰν πρὸς ἀνθρώπων ἀμείψω
Ίβυκος” Fr. 310 Page, Davies, Campbell

17 Μαΐου 2021

 

“Φοβάμαι μή̟ως ανταλλάξω κά̟οιο σφάλμα ενώ̟ιον των θεών με τιμή α̟ό τους
ανθρώ̟ους”.

Ι Μοίρα

Για να αναστηθούμε στην αιωνιότητα χρειάζεται να ̟εθάνουμε στον χρόνο.
Για να αναστηθούμε στο τί ήταν να είμαστε στον χρόνο, ̟ρέ̟ει να
̟εθάνουμε στο τι είμαστε ως Νεοελληνικό σύστημα των δυο τελευταίων
αιώνων.
Το “τί ἦν εἶναι” μας (Αριστοτέλης) είναι η ουσία μας του Ελληνισμού.
Το τί είμαστε είναι η Ευρω̟αϊστική αλλοτρίωσή μας ως συλλογική
συγκρότηση και θεσμική οργάνωση σε κράτος.
Ευρωπαϊστική, όχι Ευρωπαϊκή. Κακέκτυπο στήθηκε, όχι ομοίωμα, παρά τις
απλοϊκές προσπάθειες των λίγων γνήσιων «εκσυγχρονιστών» (δηλαδή
εξευρωπαϊστών) μας. Αλλά και δεν θα μπορούσε να πιάσει εδώ καλό

 

αντίγραφο. Υπάρχει πολιτισμικό ασύμβατο Ευρώπης και Ελληνισμού,
(γεωπολιτικά του Ευρωπαϊκού χώρου και του οικείου μας γεωπολιτικού
πεδίου), παρ’ ότι το Ευρωπαϊκό Υποκείμενο σχάζεται μεταξύ έρωτα του
κλασσικού και συστατικού του βιώματος.
ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,
ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.
Πίνδαρος, Πυθιονίκαι ΙΙΙ, 21-3

*

ΙΙ Προφανές Πε̟ρωμένο

Ο Ελληνισμός είναι το κατ’ εξοχήν ̟ολιτισμικό φαινόμενο. Αυστηρά
ωρισμένο σε τό̟ο και ανθρώ̟ινη φύση, αλλά εν τούτοις ̟ανανθρώ̟ινο, και
ιδιαίτερα οικείο στο οικείο μας γεω̟ολιτικό ̟εδίο της καθ’ ημάς
Ανατολής, το κεντρικό σύστημα της ιστορίας. (Η ανατολική λεκάνη της
Μεσογείου με την βαθειά ενδοχώρα της, από τον μυχό της Αδριατικής και τις
Ιούλιες Άλπεις στον Περσικό Κόλπο και την Αραβία, και από τον Καύκασο
και την Κασπία στην Σαχάρα).
Η οικουμενικότητα του Ελληνισμού οφείλεται ακριβώς στην α̟όλυτη
μοναδικότητά του: α̟οτελεί την τελειωτική λύση στο αίνιγμα του
ανθρώ̟ου. Η επίδρασή του είναι μέγιστη όταν επικεντρώνεται στην

 

πολιτισμική του ουσία, γιατί δίνει απάντηση στο υπαρξιακό πρόβλημα του
κάθε ανθρώπου, και προεξεχόντως του ανθρώπου του οικείου μας χώρου,
χωρίς να τον απειλεί στην χρονική του ύπαρξη. Κι αυτό γιατί ακριβώς ο
Ελληνισμός α̟ελευθερώνει την ψυχή α̟ό τον καταναγκασμό της μέριμνας
στον χρόνο για βιολογικές, οικονομικές και εξασφαλιστικές ̟ροστακτικές,
ε̟ανα̟ροσδιορίζει την αξιολογία και ̟ροτεραιότητές της μακριά α̟ό
δεοντολογίες ηθικονομικές, ασχολίες βιο̟οριστικές και αγκομαχητά
κυριαρχίας, διοχετεύοντας την ενέργειά της στο νόημα της ύ̟αρξης, στο
«τέλος» της ανθρώ̟ινης φύσης, στην τελειότητα σώματος και ̟νεύματος,
στο κάλλος και στην αλήθεια, ως α̟οκλειστική οδό σωτηρίας, ως τον
Πόρο του ̟οταμού του γίγνεσθαι, την «λε̟τή αταρ̟ό» δια της «νηλεούς
ανάγκης» (Αλκμάν, και σε πολιτική, στρατηγική επεξεργασία, Πολύβιος).
Η Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού είναι ο Υψηλός Πολιτισμός, όχι η
α̟οτελεσματική κανονιστική οργάνωση, ούτε η υλική ευημερία, ουδέ η
εδαφική κυριαρχία.
Όταν ο Περικλής έχτιζε τον μυριοτάλαντο Παρθενώνα, η Αθήνα δεν είχε
αποχετευτικό σύστημα, και η Σπάρτη χρησιμοποίησε τα λάφυρα από τις
Πλαταιές και τον Μηδικό Πόλεμο για να φτιάξει την Περσική Στοά στην
αγορά, εκεί που τελούνταν οι Γυμνοπαιδιές.
Και αντίστροφα, στο Βυζάντιο, όταν ο Ελληνισμός συνδέθηκε τελικά στενά με
την πολιτική εξουσία και η αυτοκρατορία έχασε τον Ρωμαϊκό χαρακτήρα και
σταθερότητα μετά την δυναστεία των Μακεδόνων, η πολιτική, οικονομική και
στρατιωτική κατάπτωση ήταν ταχύτατη, ενώ ταυτόχρονα μεσουρανούσε η
πολιτιστική ακμή σε όλους τους τομείς αγιογραφίας, αρχιτεκτονικής, βαθειάς
θεολογίας, ιστορίας, λόγου, λογιότητας, κλασσικών σπουδών. Ένα αξεδιάλυτο
μυστήριο αυτή η αντίθεση για όσους, συνηθισμένους στο Σπήλαιο του
Πλάτωνα, δεν αντέχουν το φως του Ήλιου και σκοτεινιάζει στην λάμψη η όψη
τους αντί να τρέφεται από αυτήν. Αλλά ο Πολύβιος το είχε ξεδιαλύνει όταν
προσδιόρισε δυο καθαρά μοντέλα πολιτικής συγκρότησης της κοινωνίας, με
δυο διαφορετικούς, τους μοναδικούς δυνατούς, στόχους: Σπάρτη ή Ρώμη,
ελεύθερη ανάπτυξη του ατόμου στην τελειότητά του ή ισχύς ενοποίησης
μεγάλων φυσικών γεωπολιτικών πεδίων για την καταμερισμένη συλλειτουργία
της ανθρώπινης δραστηριότητας ώστε να αναπτυχθεί όλη η γκάμα των
δυνατοτήτων της και να πολλαπλασιασθεί η απόδοσή της.
Ο Ελληνισμός για να λάμψει χρειάζεται τον ησυχασμό του στο μικρό
ευλογημένο μέρος του, (ευγενέστατο των τό̟ων εί̟ε ο Ρωμαίος Πλίνιος

 

για την Πελο̟όννησο), και αυτόν κατατετμημένο σε μικρογεωγραφικές
ενότητες κατά την φυσιογνωμία του χώρου, για να μ̟ορεί να κάνει ο
καθένας ανε̟ηρέαστα το δικό του, ενώ ταυτόχρονα η άμεση και στενή
γειτονία με την αλλιώτικη αλλά συναφή ιδιοτρο̟ία στα δι̟λανά και ̟ιο
̟έρα διαμερίσματα της κοινής ̟ολιτισμικής ολοκληρίας, δημιουργούσε και
καλλιεργούσε συνθήκες συνεχούς ανταγωνισμού στην ανάδειξη συγκριτικών
̟λεονεκτημάτων. Και αυτό φαίνεται φυσικά στο σύστημα των αρχαίων πόλεων
(ευτυχώς δεν ενώθηκαν ποτέ), αλλά ακριβώς το ίδιο ίσχυε και με τις κοινότητες
της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – άλλα και άλλα τα Λαγκάδια και τα
Γιάννενα, η Λέσβος και η Στεμνίτσα, η Μάνη και η Ύδρα, η Ανδρίτσαινα και
τα Αμπελάκια, η Πάτρα και ο Φουρνάς, η ∆ημητσάνα και η Ικαρία – – και η
Ικαρία είχε το δικό της καθεστώς, αυτό που ζητούσε και της ταίριαζε, αυτό που
κυρωνόταν, όχι αυτό που επιβαλλόταν από την κεντρική διοίκηση. Η
πραγματικότητα στο κεντρικό πεδίο της ιστορίας, τον οικείο μας γεωπολιτικό
χώρο, ήταν εξαιρετικά «αποκεντρωμένη» από την τρίτη χιλιετία π. Χ. για
περίπου 5.000 χρόνια – και αρχίζω από την πρώτη οργάνωση ισχυρών
ενοτήτων πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας. Και κακοχρησιμοποίησα το
«αποκεντρωμένηο», αφού δεν είχε προηγηθεί καμμία συγκέντρωση. Αποτελεί
ιστορική και πολιτική ανοησία να κρίνεται η αυτοκρατορική αρχή οργάνωσης
μεγάλων και ποικίλων αλλά γεωπολιτικά συνδεδεμένων χώρων με κριτήρια
εθνικού Ευρωπαϊκού κράτους, το οποίο άσχετα από το αν είναι δημοκρατικό,
βασιλικό ή δικτατορικό είναι ασύγκριτα πιο καταπιεστικό και αλλοτριωτικό της
ανθρώπινης ιδιοταυτωτικής ουσίας και δραστηριότητας από τις καθ’ ημάς
απολυταρχίες, έστω και μόνον γιατί είναι πιο ομογενοποιητικό.

*

 

ΙΙΙ Κίρκη και Kundry

Η Ευρώ̟η δυσθανατεί. Είχε άσχημα γηρατειά και ̟άσχει κακό θάνατο. Και ̟εθαίνοντας έχει ̟νίξει τον κόσμο με τον χειμώνα της, τον α̟άνθρω̟ο «ανθρω̟ισμό» της ̟αρακμής της. Κακοθανατεί ε̟ειδή είχε γεροντική νεότητα: το Γοτθικό και ο Σχολαστικισμός. Συνελήφθη στον ομιχλώδη Βορρά. Το φως της ήλθε α̟ό το Κλασσικό. Και το ερωτεύτηκε με ̟άθος αλλά ατελέσφορα. Η τιμωρία για την α̟ομάκρυνση α̟ό το Είναι, συνίσταται στην α̟ομόνωση του Υ̟οκειμένου. Η τιμωρία για την α̟οστασιο̟οίηση α̟ό το Φαίνεσθαι (Αντι-κείμενο), είναι η στέρηση του Κάλλους. Η τιμωρία για την α̟ο-ιερο̟οίηση της φύσης, είναι η α̟οξένωση α̟ό τον Θεό. Η τιμωρία για την λατρεία του Ειδώλου της Βούλησης, είναι η μαγεία της Τεχνητότητας. Η τιμωρία για την λατρεία του Χρόνου και την εγκατάλειψη της λατρείας του Α̟όλλωνα, είναι ο ύειος βίος υ̟ό την Κίρκη, η βεβήλωση α̟ό την Kundry. Α̟ομόνωση, στέρηση, α̟οξένωση, τεχνητότητα, θηλυκέντρωση, – είναι η Κόλαση της Ευρω̟αϊκής Ύ̟αρξης. Που δεν θεραπεύεται με μόδες, «καλούς τρόπους», ιπποτικές ευγένειες, ηθικολογικές υποκρισίες, – με βαρβαρικό φόρτο διακοσμητικής περιένδυσης επί του φρικαλέα φλυκταίνοντος γυμνού σώματος της ουσίας. Για τον Ελληνισμό, ένας ακόμη Βαρβαρισμός.

*

 

ΙV Ρυθμός του Χρόνου

Κάθε ̟ολιτισμός έχει σαν συστατική αρχή ένα θεμελιώδες βίωμα το ο̟οίο
δημιουργεί όλες τις μορφές ̟ου το εκφράζουν στον τρό̟ο ζωής και στην
υψηλή κουλτούρα, και αυτές οι μορφές, στις συγκεκριμένες τους δομές,
χαρακτηρίζουν την ιδιοταυτότητα του ̟ολιτισμού.
Η ̟ερίοδος ̟ου το βίωμα διαμορφώνει τις δομές της ανθρώ̟ινης ύ̟αρξης
̟ου το φανερώνουν σε όλο του τον κρύφιο και συνηρημένο ̟λούτο, (όπως
το Είναι γυμνώνεται σε όλη την φαντασμαγορία του Φαίνεσθαι και ο Θεός
απο-καλύπτεται στον Κόσμο), είναι η Άνοιξη στην περίοδο του αντίστοιχου
πολιτισμού.
Στην φάση που οι μορφές έχουν εδραιωθεί, όλη η ενέργεια του υπαρξιακού
ορίζοντος βιώματος διοχετεύεται στην τελειοποίησή τους, και το θαύμα του
πολιτισμού συντελείται στην υπερέντση της τελικότητας και στην απόλαυση του
«τέλους» – είναι το θέρος των εορτών της αιωνιότητας μετά την συγκομιδή
και την ε̟ιφανή βασιλεία του ήλιου στις θερινές τρο̟ές.
Μετά το «τέλος» αναγκαία στον χρόνο υ̟άρχει κάμψη – δεν υ̟άρχει ̟άρα
̟έρα α̟ό το τέλειο, αλλά υ̟οβάθμιση. ∆εν μ̟ορείς να βγεις ̟έραν του
̟έρατος. ∆εν υ̟άρχει έξω α̟ό τον «Κόσμο», ούτε ε̟έκεινα α̟ό το
«τέλος», αλλά ̟αλινδρόμηση όταν φθάσεις τα χωρικά και χρονικά όρια.
(Το μοντέλο της Προόδου του ∆ιαφωτισμού είναι απελπιστικά απλοϊκό, αλλά
εκφράζει το Ευρωπαϊκό βίωμα της εγγενούς και αθεράπευτης ατέλειας του
ανθρώπου. Το Αριστοτελικό διπλό μοντέλο της κίνησης προς «τέλος» και της
ενέργειας της εντελέχειας του όντος είναι διανοητικά πληρέστερο και εκφράζει
την οντολογία του Ελληνισμού). Ο τόνος πέφτει μετά το «τέλος», και το βίωμα
αντί να δημιουργεί μορφές, αντί να τις τελειοποιεί, αρχίζει και ακολουθεί τους
κανόνες των μορφών που έχουν αναπτυχθεί και τελειοποιηθεί. Ατονία και
̟ειθαρχία ̟άνε φυσικά μαζύ. Έχουμε την εποχή που φθίνουν τα πράγματα,
πέθαναν και χάθηκαν οι καρποί στο φθινό̟ωρο ή μετό̟ωρο. Έτσι γίνεται
τώρα ε̟ένδυση στην τεχνική άκραν αρτιότητα, στην δεξιοτεχνία, στην
«τέχνη για την τέχνη». Ταυτόχρονα, εξασθενίζοντας το βίωμα ̟ροσ̟αθεί
να αρυσθεί χυμούς αφ’ ενός α̟ό την συναισθηματική και ̟αθητική

 

διέγερση της έκφραστικότητας, αφ’ ετέρου α̟ό την «̟ραγματικότητα» με
την ρεαλιστικώτερη α̟εικόνισή της. Φυσικά και τα δύο είναι δείγματα
αδυναμίας και αποτυγχάνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση. Το βίωμα
είναι ακριβώς ένας ωρισμένος τρό̟ος δόνησης και όρασης της
̟ραγματικότητας, και είναι τρό̟ος κλειστός εις εαυτόν – δεν υ̟άρχει έξω
α̟ό αυτόν. Η δόνηση και η όραση υφίσταται, η διάσ̟αση σε δονούν και
δονούμενο, σε ορώμενο και ορών, είναι λεκτική, τρό̟ος του λέγειν. Στην
καθαρώτερη περίπτωση νούν και νοητό συμπίπτουν προφανώς – και σε όλες τις
περιπτώσεις διχασμού μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου πρόκειται για
απατηλή παρερμηνεία της γλώσσας, γιατί «ταυτόν γαρ εστίν νοείν τε και
είναι», γιατί το ον ορά και οράται αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο από το ον,
γιατί η ίδια μορφή σε δυο διαφορετικές ύλες τόπου και χρόνου είναι αυτό που
παραπλανητικά εκφράζουμε με την διαίρεση το Α αισθάνεται το Β.
Και μετά την φθίση ακολουθεί ο θάνατος.
Κάθε ̟ολιτισμός, ό̟ως κάθε οργανισμός, δεν ̟εθαίνει α̟ό εξωτερική
αιτία, θνήσκει α̟ό εσωτερική κατάρρευση στον χειμώνα του θανάτου του
μετά το φθινό̟ωρο της φθοράς του. Και γνωρίζει εξ αρχής ̟ώς και ̟ότε
και α̟ό τι θα ̟εθάνει. Το οικοδόμημα των δομών του ̟ολιτισμού ̟έφτει
όταν το συστατικό βίωμά του, η δημιουργική του ιδέα, η αιτιώδης Αρχή
του κόσμου του, ̟νιγμένο μέσα στην εξαθλιωτική καθημερινότητα, στην
αλύτρωτη μέριμνα του χρόνου, στην αδιέξοδη νηλεή ανάγκη της ύ̟αρξης
στην φθορά του γίγνεσθαι χωρίς ουσία, εξασθενίσει και καταναλωθεί. Τότε
οι ιδιοταυτωτικές Μορφές γίνονται Τύ̟οι ̟ου αντί να ουσιο̟οιούν
διαμορφώνοντας το ̟εριεχόμενο, την «ύλη» των στοιχείων και ̟οιοτήτων
και γεγονότων, το υλικό της ανάγκης στον χρόνο, αντί να κάνουν α̟ό τα
δεδομένα της ύ̟αρξης στην ροή του γίγνεσθαι την Μορφή του «κόσμου»,
αντίστροφα οι ̟ρώην ζωντανές μορφές ως νεκροί τύ̟οι τώρα (α̟έ̟τα γαρ
το ̟νεύμα) νοηματοδοτούνται α̟ό το υλικό ̟εριεχόμενο το ο̟οίο και
̟λέον εκφράζουν. Στην τέχνη αντί της κυριαρχίας της μορφής έχουμε την
μαλακότρο̟η δυναστεία των ατμοσφαιρικών εντυ̟ώσεων και την
διάστροφο τυραννία της μορφοκλαστικής εκφραστικότητας.
Ιδού ο νόμος της κοσμικής ύ̟αρξης κατά τον ̟εριοδικό ρυθμό του χρόνου
̟ου ε̟αναλαμβανόμενος διασώζει τον κόσμο.

*

 

V Το Θαύμα
Ανθός του Κάλλους:
η Αιωνιότητα στον Χρόνο

Το συστατικό βίωμα του Ελληνισμού είναι η άχρονη αιωνιότητα.
Λέω βίωμα: η άχρονη αιωνιότητα (όχι η κενολογία της ανύ̟αρκτης
«ά̟ειρης» διάρκειας) ως τελούμενη και τετελεσμένη ̟ραγματικότητα (όχι
ως εσχατολογικό όραμα και ανούσιο ιδανικό, αλλά ως τελεολογική
αμεσότητα και ενεργός ορίζουσα ιδέα).
Στον Κλασσικό Ελληνισμό το βίωμα αυτό συγκεκριμενο̟οιείται στο βίωμα
του Κάλλους.
Το κάλλος είναι η αισθητή και ̟νευματική εικόνα του Α̟όλυτου, εικόνα
αληθής ̟ου α̟οκαλύ̟τει Εκείνο χωρίς υ̟όλοι̟ο κρυφιότητας, – είναι η
ολοσχερής φανέρωση του Είναι στο Φαίνεσθαι, φανέρωση α̟όλυτη ̟ου
συνέχει το Φαίνεσθαι στην ολοκληρία του «Κόσμου», — είναι η α̟όλυτη
Ε̟ιφάνεια του Θεού, η ̟ροβολή Του στον χωροχρόνο, ο ο̟οίος υ̟άρχει
α̟οκλειστικά για την ̟ροβολή και υ̟ό τους όρους της ̟ροβολής, όχι σαν
ανεξάρτητο δεσμωτήριο του θείου ̟νεύματος στον Λαβύρινθο της
κοσμικής ύ̟αρξης.
Το «τέλος» του κάλλους φανερώνεται στην άνοιξη της χρονικής
̟εριοδικότητας, του ρυθμού του χρόνου, στον ανθό του έαρος, στην ωραία
ακμή της ερατής ήβης αυτήν καθεαυτή, χωρίς καν την σκο̟ιμότητα και
χρησιμότητα του ερχόμενου θέρους του καρ̟ού, στην εποχή των ανθέων,
τότε που «θάλλει μεν, αλλά δεν γίνεται να χορτάσεις» (Αλκμάν, με
Σπαρτιατική διπλόνοη ευθυντηρία αμεσότητας). Στην νεότητα του κόσμου
(έαρ) και του ανθρώ̟ου (ήβη), η σφύζουσα ακμή της τελειότητας, η
οργώσα χαρά του ανοίγματος του ανθού της ύ̟αρξης, η αναρ̟αγή στο
μεσουράνημα του κάλλους, σημαίνει και αφροντισιά για τις μέριμνες του

 

χρόνου στους τρεις ̟υλώνες της ανάγκης. Η απαραίτητη σχόλη για την
εορταστική παιδιά της αιωνιότητας περί την συναρπαστική επίδειξη του
τελεσφόρου «τέλους», χωρίς περισπασμούς από λογιστικούς λογισμούς της
χρονικής μέριμνας για τις ανάγκες του βίου, – η θεία σχόλη (των θεών που ζουν
εύκολα, «θεοί ρεία ζώοντες») δεν αφήνει περιθώρια για ασχολίες
χρησιμοθηρικών υπολογισμών και για την φρονιμάδα αποτελεσματικού
χειρισμού των υλικών συνθηκών της ζωής που βαρύνουν την ανθρώπινη
ύπαρξη. Η ψυχοβιολογία της εφηβείας, η Α̟ολλώνια θρησκειολογία, η
μεταφυσική του συστατικού βιώματος του Ελληνισμού, και η μορφολογία
του Ελληνικού τρό̟ου σε όλες τις διαστάσεις της ανθρώ̟ινης ύ̟αρξης,
συμ̟ί̟τουν σε ένα μέγα: στην τρίτη και τελειωτική κοσμοϊστορική
Ε̟ανάσταση αυτοσυνειδησίας του ανθρώ̟ου ως θεού, σε αυτό ̟ου έχω
ονομάσει θεομορφισμό του ανθρώ̟ου αντί για ανθρω̟ομορφισμό του
θεού.

Αυτή η κοσμοθεωρία και βιοθεωρία α̟οτελεί την ∆ωρική ουσία του
Ελληνισμού. Η ιδέα ̟ραγματώθηκε αρχετυ̟ικά στην Σ̟άρτη. Το ̟νεύμα
της συνάρ̟ασε τους άλλους ̟ληθυσμούς, και αυτή η ̟ολιτισμική ̟ρόσληψη
έκανε όλες αυτές τις φυλές και έθνη (με την αρχαία έννοια των όρων)
Έλληνες. (Ηρόδοτος, συνοψίζοντας όλους τους άλλους ως Ίωνες –
Πελασγούς. Γνήσιοι αυτογενώς Έλληνες οι ∆ωριείς). Ο συνεπαρμός και
αφομοίωση της Απολλώνιας πνοής από τις συναφείς περικείμενες και
εγκείμενες φυλές, προκάλεσε ως μια αναγνωρίσιμη τάση του Ελληνισμού νωρίς
μια ωξυμένη αίσθηση της ταλαιπωρίας της ανθρώπινης ύπαρξης, του
ανθρώπινου πάθους μέσα στον Λαβύρινθο του χρόνου. Στην μεγαλειωδώς
τρομακτική ακρότητά της η τάση αυτή εκλαμβάνει τον «Κόσμο» του κάλλους
ως σκοτεινό άντρο, ως τον πραγματικό Άδη (Εμπεδοκλής). Είναι το σπήλαιο
του Πλάτωνα. Η αντίληψη αυτή, που έχει μυστηριακές καταβολές, και
τονίζεται ακριβώς από την γοητεία του ∆ωρικού πνεύματος σε αυτόν που δεν
το φέρει πρωτογενώς αλλά το προσλαμβάνει, εμφανίζεται πρώιμα στον
Αιολικής καταγωγής Ησίοδο εν «δυσχειμέρω Άσκρη» της Βοιωτίας παρά την
κοιλάδα των Μουσών.
Ζουν δύσκολα οι θνητοί (το απόλυτο αντίθετο προς τους θεούς), με κόπο και
πόνο μοχθούν για την ζωή μέρα και νύχτα φορτωμένοι με δεινές μέριμνες. Η
αδιάκοπη ασχολία με τις ανάγκες του χρόνου συνειδητοποιείται με οδυνηρή
καθαρότητα τώρα που ο άξονας της αιωνιότητας στήθηκε, που η χαρμόσυνη
παιδιά του κάλλους ασκεί ακαταμάχητη ερωτική σαγήνη στην Ελληνική ψυχή.
Και ο Ησίοδος το ξέρει, συνάντησε και συνωμίλησε με τις συντοπίτισσές του

 

Μούσες. Αλλά παρά το σύνδρομο αυτό της επιβάρυνσης της εικόνας του βίου
στους μη ∆ωρικούς πληθυσμούς ακριβώς λόγω την φανέρωση της λύτρωσης
από τις ανάγκες του χρόνου, η αίσθηση της παρουσίας των εσθλών (επιφάνειες
κάλλους και χαρμόσυνες παιδιές) στην ζωή δίπλα στα κακά (έργα και πάθη της
ανάγκης) δεν εμειούτο. Έτσι και στον Ησίοδο. Το σιδήρεον γένος (η κυρίως
Ελληνική εποχή μετά την ηρωική γενεά) κατατρύχεται από κάματο, οϊζύν και
χαλεπές μέριμνες, ἀλλ’ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν
Το γένος αυτό θα καταστραφεί όμως όταν τα ̟αιδιά ευθύς ως γεννηθούν
γίνονται ασ̟ρομάλλικα. Όταν η νεότητα α̟οκτήσει την φρόνιμη
σοβαρότητα του ώριμου άνδρα και του γέροντα, αντί της ατάσθαλης
ε̟ιδεικτικότητας ακμής, και της εορταστικής αμεριμνησίας για τα ανάγκες
και χρησιμότητες της ζωής, της ηλικίας στην άνοιξη του βίου.
Ζεὺς δ’ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων, εὖτ’ ἄν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν
Τότε θα ανατραπεί η φυσική Ελληνική τάξη, θα αποξενωθούν οι άνθρωποι
μεταξύ τους, θα σπάσουν οι δεσμοί αίματος, συγγένειας και φιλίας, η θολούρα
του ψεύδους θα επικρατήσει, θα τιμάται περισσότερο ο πονηρός και θρασύς, ο
χειρότερος θα βλάπτει τον καλύτερο με πλανερούς δαιδάλους επιχειρημάτων
που θα ορκίζεται ότι είναι η πάσα αλήθεια, κακορίζικη δύσφημη ζήλεια θα
κατατρώει τους δυστυχισμένους ανθρώπους, – και έχοντας εγκαταλείψει ήδη οι
θεοί τους στιγματισμένους θνητούς, τελευταίες θα φύγουν η Αιδώς και η
Νέμεσις. Και τότε:
… … τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρά
θνητοῖς ἀνθρώποισι, κακοῦ δ’ οὐκ ἔσσεται ἀλκή
∆εν θα υ̟άρχει τότε καμμιά βοήθεια και άμυνα ενάντια στο ολοσχερές
κακό.
Ο όλεθρος του Ελληνισμού είναι η εγκατάλειψη του βιώματος της νεότητας
ως νοήματος και «τέλους» της ύ̟αρξης. Η ουσία του Ελληνισμού
συνίσταται στο ότι σκο̟ός της ζωής είναι το άνθος του έαρος, όχι ο ώριμος
θερινός καρ̟ός, ούτε τα φθινο̟ωρινά μυστήρια του σ̟όρου, μήτε τα όργια
της χειμερινής κρύψης. Πέφτει ο Ελληνισμός όταν χαθεί αυτό το βίωμα

 

του κάλλους, όταν χάσει την α̟όλυτη ̟ρωτοκαθεδρία του στην ανθρώ̟ινη
αξιολογική κλίμακα, όταν η ωραία ακμή της νεότητας ̟άψει να είναι το
φως του κόσμου και ο φάρος του βίου.
Και έτσι έγινε.
Ο Ελληνιστικός κόσμος είναι ώριμος, ̟ραγματιστικός.
Στην φιλοσοφία ασχολείται πολύ με την ηθική (Στωικοί, Επικούρειοι). Η
Περιπατητική Σχολή καλλιεργεί την εξειδίκευση των επί μέρους επιστημών (με
την αρχαία βέβαια έννοια του όρου, – γνωστικά πεδία του επιστητού).
Αντιστρόφως αντίστοιχα η Πλατωνική Ακαδημεία, ανίκανη να αντιμετωπίσει
το αρνητικό πνεύμα της εποχής για τις υψηλές συλλήψεις της κυρίως κλασσικής
περιόδου, καταφεύγει σε έναν μανιεριστικό σκεπτικισμό. Γίνονται συστηματικά
Μουσεία και Βιβλιοθήκες και αποκτούν θεσμική οντότητα. Η πνευματικότητα
μεταποιείται σε πλατιά, περισπούδαστη και λεπτή λογιότητα.
Στην ποίηση μια γραμμή συνεχίζει μιμούμενη μορφή και τροπικότητα ειδών
που γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και άκμασαν στις προηγούμενες εποχές, αλλά
δεν μπορεί να κρύψει τον επιπολάζοντα χαρακτήρα της έντεχνης επίδειξης
τεχνικής αρτιότητας με λόγια ευαισθησία. Έχομε σημαντικές δημιουργίες
επικές (Απολλώνιος Ρόδιος), λυρικές (Καλλίμαχος), δραματικές (Τραγική
Πλειάς), – αλλά λείπει η αμεσότητα και ζωντάνια της πλήρους σύμπτωσης
βιώματος και δομών τέχνης στην θαυμαστή Μορφή, αφήνεται αλύτρωτη η
ψυχή με την απουσία της αίσθησης ότι βρίσκεσαι στην κοσμογονία που το
βίωμα δημιουργεί και τελειοποιεί τις δικές του μορφές, τον «Κόσμο» του.
Είναι όλα ̟ολύ στρογγυλεμένα καλοδουλεμένα, – το ̟νεύμα α̟έ̟τα. Κι
έτσι η ψυχή του λαού μένει ̟ονεμένη, στερημένη. Ο υψηλός ̟ολιτισμός
δεν την γαληνεύει ̟ια γιατί δεν τον αισθάνεται δικό της.
Μια δεύτερη, διπλή ποιητική κατεύθυνση επιχειρεί να προσεγγίσει τα διεστώτα
κατεβάζοντας τον τόνο από το υψηλό, αλλά κρατώντας την τεχνική τέχνη σε
περιωπή, ενώ ταυτόχρονα απευθύνεται στις βαθειές δονήσεις της εποχής. Και
πρώτα το ε̟ύλλιον και ειδύλλιον, μικρά έπη και είδη ποιητικά, υποκοριστικά
οικεία και αγαπημένα, δίνουν διέξοδο στο ανικανοποίητο της ψυχής από τον
πολιτισμό της εποχής μιλώντας στον άνθρωπο τον κορεσμένο από τις
αναγκομέριμνες του χρόνου και από τις μοδίστικες επενδύσεις της
θεμελιώδους αηδίας του βίου με καλούς τρόπους, πολιτισμένα ήθη και
ευημερία, – μιλώντας του, στον τόνο ενός Ελληνικού πρωτοαρκαδισμού, με
επιτηδευμένα κομψή απλότητα και αφέλεια για έναν ονειρικό κόσμο που δεν

 

τον ζει και δεν τον ξέρει πια, για τα ειδυλλιακά μιας ανεπιτήδευτης φυσικής
ποιμενικής ζωής στις ορεινές ερημιές της χώρας, στην μυστηριώδη Αρκαδία
(Βουκολικά του Θεοκρίτου).
Με αντίστοιχα επεξεργασμένη τέχνη τεχνητής απλότητας, η δεύτερη γραμμή
προσαρμογής της ποιητικότητας στις δονήσεις της εποχής μακριά από τα
μεγάλα και υψηλά, κινείται αντίθετα από την πρώτη: αντί να δίνει διαφυγή από
την πραγματικότητα της εποχής με το Ειδύλλιο, πέφτει με τα μούτρα σε αυτήν
με τον Μίμο, απεικόνιση στιγμιοτύπων της καθημερινής ζωής (αυτού που η
παρακμή αισθάνεται ως κοινό) έχουμε ένα ρεαλιστικό χαμήλωμα της τραγικής
μίμησης πράξεως μεγάλης και τελείας (και αντίστοιχα του κωμικού δράματος),
κάτι που αρχίζει με δελεαστική, αφοπλιστική έντεχνη επεξεργασία στην
παρουσίαση του κοινού (Ηρώνδας), για να καταλήξει σε δρώμενα οία των
Σατυρικών του Πετρώνιου και στα ομοήθη των θηριωδών ανθρωποβρώσεων
στο Αμφιθέατρο. Από τα μικρά των μεγάλων ειδών του Έπους (Ε̟ύλλιον) και
του ∆ράματος (Μίμος), δεν λείπει και το χαμήλωμα του Λυρικού, το
Ε̟ίγραμμα, το χαρακτηριστικώτατο δημιούργημα και εκφραστική μορφή της
Ελληνιστικής Εποχής, επύλλιον επυλλίου αυτό.
Στην τέχνη του λόγου (ρητορική) το παφλάζον, εντυπωσιακό, αντιπαραθετικό
«κομματικό» Ασιανό στυλ (από την Ιωνία και τα νησιά του Ανατολικού
Αιγαίου και την Ρόδο) εκτοπίζει την αρμονικά ισορροπημένη, εύρυθμα ρέουσα
μεγαλοπερίοδο και χαρίεσσα δεινότητα του Αττικού ύφους.
Ποιητική και γλυ̟τική είναι τα δυο ̟ρονομιούχα ̟εδία του ̟ολιτισμικού
Ελληνισμού. Ο άνθρω̟ος της γεωγραφικής Ελλάδας βιώνει την ταυτότητα
̟ραγματικότητας και ιδέας στην ανεκλάλητη αρμονία του το̟ίου,
διαιρούμενου οργανικά κατά γένη (ορεινό, αρχι̟ελαγικό) και είδη
(Πελο̟οννησιακό, Στερεοελλαδίτικο, Αττικό, Κυκλαδικό,
Ανατολικοαιγαιικό, κ.ο.κ καθ’ υ̟οδιαιρέσεις ό̟ου κάθε τό̟ος έχει την
συγκεκριμένη μορφή του). Ήρεμος στην α̟οκάλυψη της φύσης, με την
̟ροφανή βεβαιότητα της φανέρωσης του Είναι στο Φαίνεσθαι χωρίς
υ̟όλοι̟ο κρυφιότητας, ο Έλληνας έχει ̟λέρια συναίσθηση του εαυτού του
χωρίς α̟όκρυψη. Τα έχει καλά με τον εαυτό του ό̟ως είναι, ό̟ως και με
την φύση γύρω του, γιατί η φύση έξω και μέσα είναι όμορφη.
Ο αυθεντικός Έλληνας δεν έχει υ̟οσυνείδητο, και το ασυνείδητο του είναι
φαντασιακός τίτλος του μηδενός.

 

Όποιος βλέπει με καθαρό μάτι το Ελληνικό τοπίο ξέρει ότι ο θεός δεν
κρύβει τίποτα. Και έτσι, φυσικά, δεν κρύβει και ο ίδ κρύβει τίποτα. Και έτσι, φυσικά, δεν κρύβει και ο ίδιος τίποτα. ιος τίποτα.
Γυμνώνεται ανεπαίσχυντα. Και όπως στην πραγματικότητα βλέπει
την τελειότητα της ιδέας, και στην ιδέα την πεμπτουσ την τελειότητα της ιδέας, και στην ιδέα την πεμπτουσία της πλέριας ία της πλέριας
ζωής της πραγματικότητας, έτσι και στο σώμα του αισθάνεται το ρίγος
του πνεύματος και στο νου του του πνεύματος και στο νου του το σ φρίγος του σώματος. Νους και φρίγος του σώματος. Νους και
σώμα είναι το ίδιο πράγμα, το ίδιο πνεύμα συνέχει την σώμα είναι το ίδιο πράγμα, το ίδιο πνεύμα συνέχει την ταυτότητα και ταυτότητα και
των δύο όψεων, για τις οποίες μόνο ο χρόνος προκαλεί την
ψευδαίσθηση της διακριτότητας, αφού στην νεότητα λάμπει το πνεύμα
του σώματος και στην ωριμότητα του νου. Αλλά κάλλος κ του σώματος και στην ωριμότητα του νου. Αλλά κάλλος και αλήθεια αι αλήθεια
συμπίπτουν απόλυτα στην άχρονη ουσία τους – συμπίπτουν απόλυτα στην άχρονη ουσία τους –για αυτό ο Πρωθήβης για αυτό ο Πρωθήβης
του Κάλλους είναι ο πάννοος Άναξ της αλήθειας. Η μεγ του Κάλλους είναι ο πάννοος Άναξ της αλήθειας. Η μεγάλη αρχή στα άλη αρχή στα
πάντα είναι του Ελληνικού Μονισμού. Κι έτσι και η παιδεία
συνίσταται στην γυμναστική (για την τελειότητα του σώ συνίσταται στην γυμναστική (για την τελειότητα του σώματος) και ματος) και
στην μουσική (ποίηση, και περί την ποίηση μουσική και χορός). Σοφία
νου ως τελειότητα πνεύματος είναι η ποιητική νου ως τελειότητα πνεύματος είναι η ποιητική τέχνη, όχι η , όχι η
φιλοσοφική και επιστημονική γνώση φιλοσοφική και επιστημονική γνώση (Πίνδαρος: ατελή καρπόν σοφίας (Πίνδαρος: ατελή καρπόν σοφίας
δρέπουν οι φιλόσοφοι). Για αυτό και οι Ολύμπιες εορτές δρέπουν οι φιλόσοφοι). Για αυτό και οι Ολύμπιες εορτές συνίστανται σε συνίστανται σε
αγώνες αθλητικούς και μουσικούς – αγώνες αθλητικούς και μουσικούς – για να δουν οι θεοί «αγάλματα» για να δουν οι θεοί «αγάλματα»
κάλλους στο σώμα και στο πνεύμα. κάλλους στο σώμα και στο πνεύμα.

Στο φθινόπωρο του κλασσικού Ελληνισμού, πέφτει ο τόνος του καθαρού
Ελληνικού, ∆ωρικού βιώματος που φυσάει τον έρωτα του κάλλους. Ο
επάρατος δυισμός (μεταφυσική αρχή και αιτία όλων των δεινών του
Ελληνισμού, όπως το στοιχειοθέτησε ο Παρμενίδης) βρίσκει τόπο και
διαχωρίζει ιδέα από πραγματικότητα, πνεύμα από σώμα, μορφή από
περιεχόμενο. Η γλυ̟τική, ανάλογα προς την ποίηση, ασχολείται πολύ με την
προσωπογραφία των πολλών επίσημων και ανεπίσημων «ατόμων» που θέλουν
την απεικόνισή τους. Υφολογικά διχάζεται μεταξύ μιας μανιέρας της
κομψότητας και της εκζήτησης (όπως στις Ταναγραίες) και ενός ρεαλισμού
βαρυφορτωμένου στην τεχνοτροπία της μορφολογίας και εμφατικού της
έκφρασης του πάθους (οι Γαλάτες, θνήσκων και αυτοκτονών π. χ.), με ροπή
στην προγραμματική άκραν ωμότητα, στην επιτήδευση της ασχήμιας
(μεθυσμένη γρηά, γρηά της αγοράς, γέρος και γρηά ψαράδες).

 

Από τα μέσα του 2ου αιώνα π. Χ. εμφανίζεται μια ισχυρή αντίδραση
κλασσικισμού, που ολονέν και γρήγορα ενδυναμούμενη αποκορυφώνεται στην
ιδεολογία της Αυγούστειας ίδρυσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με
Απολλώνιο άξονα και συνεκτικό ιστό το κλασσικό του Χρυσού αιώνα (και
επικουρικά το ύστερο κλασσικό του μεταβατικού 4ου). Για τους καλλιτέχνες και
κριτικούς της τελευταίας φάσης της Ελληνιστικής Εποχής και της πρώτης της
Ρωμαϊκής, η πλαστική τέχνη κατέρρευσε, και πρακτικά και αξιολογικά
εξαφανίστηκε από την 121η

έως την 156η

Ολυμπιάδα, από 296/3 έως 156/3 π.
Χ. (Plinius: cessavit ars … ac rursus revixit). Τόσο ισχυρά γινόταν τότε
αισθητό το διακύβευμα.
Προφανέστερο είναι το φαινόμενο, και χωρίς μεμψιμοιρίες νεωτερικές από
νοσηρές ευαισθησίες για το χειρότερο, στην αγγειογραφία, η οποία πρακτικά
εκλείπει στους Ελληνιστικούς χρόνους. Περιορίζεται σε φτωχές διακοσμητικές
χοντροκοπιές σε αγγεία που και η φόρμα τους είναι πενιχρή. ∆εν θα έγραφε ο
Keats ωδή σε τέτοια κιούπια.
Η ιδιαίτερη σημασία της μεγάλης Ελληνικής αγγειο̟λαστικής και
αγγειογραφίας συνίσταται στο ότι αίρει την διάκριση μεταξύ χρηστικού
αντικειμένου και έργου τέχνης, μεταξύ καθημερινότητας και ε̟ισημότητας,
μεταξύ κοινού και ιδιαίτερου. Ένα «εργαλείο» α̟ό το ευτελέστατο και
αμορφώτατο υλικό, τον ̟ηλό, καθίσταται, ως μορφή σχήματος και
ζωγράφισης, φορέας της α̟οκάλυψης του θείου στο α̟όλυτο κάλλος. Έχει
την ίδια βεβαία αξίωση τελικότητας ̟ου έχει η μνημειακή τέχνη: η
αναζήτηση έληξε, ο σκο̟ός ε̟ιτεύχθηκε, το μυστήριο λύθηκε, το νόημα
βρέθηκε, – έτσι λέει και το αγγείο και ο άνθρω̟ος το ̟ιστεύει γιατί έτσι
είναι. Πάνω α̟ό όλα α̟λά το έργο κηρύσσει: ΕΙΜΑΙ, είμαι η αιώνια
μορφή της τελειότητας, είμαι το Είναι φανερωμένο. Στο φθινό̟ωρο του
Ελληνισμού χάθηκε η ̟ίστη του συστατικού βιώματος. Και το ̟λάσιμο και
γράψιμο των αγγείων κατέρρευσε στο υλικό του ̟εριεχόμενο: είμαι δοχείο
υγρών και στερεών τροφών, όργανο για να με χρησιμο̟οιείς ό̟ως θες,
χωρίς σκο̟ό άλλο α̟ό την ̟ρακτική μου χρησιμότητα. Θάνατος για τον
Ελληνισμό – έρχεται ο χειμώνας.
Η αρχιτεκτονική παίρνει την κανονιστική τυπολογία των εγχειριδίων. Σωστά
και άπνοα δομικά σχήματα. Επανέρχεται και το καμπύλο και κυκλικό από την
πολιτιστική εξορία.
Στην ̟ολιτική ιστορία η Ε̟οχή ε̟ικεντρώνεται στην κυριαρχία
(Ελληνιστικά βασίλεια, Συμ̟ολιτείες, Ρώμη, η εξωτερική ̟ολιτική των

 

Ελλαδικών ̟όλεων έχει κεντρική βαρύτητα). Στην οικονομία ο διεθνής
καταμερισμός και δικτύωση είναι ̟ροχωρημένα. Ο τρό̟ος ζωής των
ανώτερων και μεσαίων στρωμάτων καθορίζεται α̟ό την λογική της
ευημερίας. Ο υλικός ̟ολιτισμός είναι ̟ροηγμένος.
Η ε̟ιτυχία στην μέριμνα και α̟οτελεσματική διαχείριση των αναγκών του
χρόνου καταλαμβάνει το κέντρο της ανθρώ̟ινης ̟ρακτικής και αξιολογίας.
Η ∆ωρική ουσία του Ελληνισμού που έκανε την τρίτη κοσμοϊστορική
επανάσταση της ιστορίας και δημιούργησε το κλασσικό θαύμα, γίνεται όργανο θαύμα, γίνεται όργανο
για τον αποδοτικό λογισμό των χρονικών παραμέτρων της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η ανέμελη νεότητα της αφιέρωσης στην φυσική τελειότητα και όχι στην
χρησιμότητα ατιμάζεται υπέρ της λογιστικής ωριμότητας κατά την λογική του
χρόνου, όχι την πνοή της αιωνιότητας. χρόνου, όχι την πνοή της αιωνιότητας. ιωνιότητας.
Η Ησιόδεια συνθήκη επληρώθη. Η Ησιόδεια συνθήκη επληρώθη. Οι παίδες είναι πολιοκρόταφοι. Ο πολιτισμός δεν Οι παίδες είναι πολιοκρόταφοι. Ο πολιτισμός δεν
καθορίζεται από την νεότητα, από τον Πρωθήβη του κάλλους. Ο όλεθρος λλους. Ο όλεθρος
ακολουθεί κατά πόδας. ακολουθεί κατά πόδας.
Ο Α̟όλλων οργίζεται και α̟οχωρεί – κρύβεται. Ο Προφανής Μακρυνός
(αγλαός Έκατος), ̟αρών στις κορυφές τελειότητας, φεύγει στα Ολύμ̟ια
δώματα. Ντύνεται εδώ. Σκοτεινιάζει για μας. Το φως του κάλλους του δεν
λάμ̟ει γυμνό για τους ταλαί̟ωρους ̟ια ανθρώ̟ους. Η γλυ̟τική
α̟εικόνισή του αρέσκεται στον τύ̟ο του Κιθαρωδού, με την ιερατική
̟λούσια ̟ολύτρο̟η και ̟ολύ̟τυχη στολική αμφίεση.
Η λατρεία του Ολύμπιου κόσμου γίνεται για την ψυχή του λαού μια κρατική
τελετή, ένας επίσημος τύπος. Η απερινόητη και απρόβλεπτη Τύχη βασιλεύει σε
κόσμο και ιστορία – η Σύμ-πτωση, το έτσι συν-έβη χωρίς λόγο ουσίας, – όχι η
Μοίρα, το μοίρασμα της κατανομής χαρακτηριστικών ταυτοτήτων και ρόλων
κατά τάξη και νόημα, η Μοίρα που και οι θεοί σεβάζονται, αφού η ακύρωσή
της θα εσήμαινε την ανατροπή του τί είναι ο καθένας τους, — ούτε το
Πεπρωμένο που είναι η αναγκαία οδός προς το «τέλος» που μοιράνθηκε εξ
αρχής (το «τί ην είναι» του κάθε όντος), — αλλά η Τύχη τώρα στην παρακμή
διέπει τα ανθρώπινα. Οι μορφωμένες κλάσεις ρέπουν προς έναν λογικομυστικό
πανθεϊσμό, ενώ γενική είναι η τάση θεοποίησης του μεγάλου ηγέτη ως ορατής
πηγής ευεργεσιών στην ζωή των ανθρώπων. Όλο και περισσότερο, τόσο στις
μαζικοποιούμενες συναθροίσεις μεγαλοπόλεων όσο και στους
μεγαλοπιασμένους που δεν εμπιστεύονται πια τίποτα και κανέναν στις
σημαντικές αποφάσεις των, εμπεδώνεται η πίστη στην αστρολογία και μαγεία.
Μυστικές σέκτες και πίστεις, αλλόκοτοι ιδιασμοί θρησκευτικότητας, αρχέγονες μαγείες υπό νέα προβολή και ένδυμα λόγου εισρέουν για να πληρώσουν το κενό.

Ο ∆ιόνυσος με την οργιαστική βακχική συνοδεία του, και με την αρσενική
μεταμόρφωση των ̟ανάρχαιων γυναικείων μυστηρίων, ̟ροσφέρεται να
δώσει λύση στο άδειασμα της ψυχής: η Α̟ολλώνια ερωτική έκσταση του
κάλλους αντικαθίσταται α̟ό την αντινομιακή έκσταση της ̟αραβατικής
ε̟ιστροφής στην ρίζα γέννησης και θανάτου, δημιουργίας και
καταστροφής, στους μυχούς ό̟ου υφαίνεται ο ρυθμός του χρόνου. Ο ∆ιόνυσος θριαμβεύει.
Ο Ελληνισμός σβύνει. Και συμβαίνει καινό θαύμα.
Με την Αυγούστεια ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως Ανανέωσης
του Κόσμου (Renovatio, Rejuvenatio Mundi), ο κυρίως κλασσικός
Ελληνισμός του θαύματος του Χρυσού Αιώνα καθίσταται η ιδεολογία του
κεντρικού συστήματος της ιστορίας. Ε̟ικαλείται δεόντως και σοφά ο
Α̟όλλων να ̟ρυτανεύσει της Ανανέωσης. (Ναοί του Απόλλωνα στην Ρώμη,
τέχνη επίσημα κλασσική, Ara Pacis, ποίηση στην Ελληνική μεγάλη παράδοση,
έπη του Βιργίλιου, λυρική ποίηση και Carmen Saeculare του Οράτιου – όλη η
πολιτιστική πολιτική του Αυγούστου περιστρέφεται γύρω από την Απολλώνια
θρησκευτικότητα.) Ο Οκταβιανός συνέλαβε το νόημα και το άνυσμα της
ιστορίας, και έστησε την αυτοκρατορία αντίστοιχα – έγινε Augustus, μόνος
αυτός Σεβαστός και Μεγαλοπρεπής, έναντι ευάριθμων Μεγάλων της ιστορίας.
Ακολούθησε την δεσπόζουσα τάση τη Ρωμαϊκής πολιτιστικής Χρυσής εποχής
να μορφοποιείται από την ζώσα πνοή του κυρίως κλασσικού Ελληνισμού,
παραμερίζοντας την Ελληνιστική παρακμή. Και ανήγαγε αυτήν την ροπή
πνεύματος σε συνεκτικό ιστό της αυτοκρατορίας. Η ψυχή του α̟ανταχού
ανθρώ̟ου γαλήνεψε, το οικουμενικό κεντρικό σύστημα σταθερο̟οιήθηκε,
και έγινε δυνατή η μεγάλη μεταβολή χωρίς στρώμα καταστροφής ανάλογο
̟ρος το ε̟ισυμβάν ̟ρος το τέλος της 2ης χιλιετίας ̟. Χ., και ̟άλι στο
δεύτερο μισό της 1ης χιλιετίας μ. Χ.

*

 

VI Το Αντίθαυμα
Η Βούληση για ∆ύναμη
Ο Χρόνος στην Αιωνιότητα

Η εμπέδωση του Απολλώνιου, Ολύμπιου, κλασσικού πνεύματος στην ζωή της
αυτοκρατορίας έκανε ώστε η μεταβολή από τον Απόλλωνα στον Χριστό, η
μετάβαση από τον κλασσικό στον ορθόδοξο Ελληνισμό, να γίνει χωρίς
κατάρρευση και επανεκκίνηση της ιστορίας στο κεντρικό γεωπολιτικό
σύστημα, το ανατολικό μέρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αντίθετα η
επέκταση της Ρώμης στα δυτικά και βόρεια, στον κυρίως Ευρωπαϊκό χώρο,
δεν άφησε βαθειά την σφραγίδα Λατινικής τάξης και Ελληνικού πνεύματος
στους αυτόχθονες πληθυσμούς Κελτικούς και Γερμανικούς. Έτσι εκεί έχουμε
την τυπική ακολουθία πτώσης (5ος αιώνας μ. Χ.) και νέας έγερσης (από τον 9ο
αιώνα).
Ό̟ως η ιστορική Ελλάδα είναι α̟οτέλεσμα της Καθόδου των ∆ωριέων
στην Πελο̟όννησο με την κατάρρευση του Μυκηναϊκού συστήματος
ισχύος, έτσι και η ιστορική Ευρώ̟η ̟ροέρχεται α̟ό την Κάθοδο των
Τευτονικών φύλων στα δυτικά και νότια της Ευρω̟αϊκής χερσονήσου με
την ̟τώση του ∆υτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η
̟ολιτιστική ουσία της Ευρώ̟ης είναι Γερμανική, ό̟ως η ̟ολιτισμική ουσία
της Ελλάδας είναι ∆ωρική.
Η Γερμανική θεμελιώδης υ̟αρξιακή «στάση», σε α̟όλυτη αντιδιαστολή
̟ρος την Ελληνική, είναι του Υ̟οκειμένου α̟έναντι στο Ον. Το
Υ̟οκείμενο είναι ξένο στην φύση, «ερριμμένο» στον Κόσμο, α̟οξενωμένο
και α̟ό τον Θεό – γιατί είναι το Άλλο α̟ό την ̟ραγματικότητα, ένα
σημείο εκτός ̟άντων, σημείο θεωρητικής και ̟ρακτικής σύλληψης της
̟ραγματικότητας, σημείο θέασής της α̟’ έξω και σημείο εκτός αυτής
ανάδρασης, δράσης και αντίδρασης ε̟’ αυτής. Οι εξωτερικές αυτές σχέσεις
του Υποκειμένου με το Είναι αποτελούν την εμπλοκή του με αυτό, συνιστούν
την είσοδό του στον κόσμο της εξωτερικής πραγματικότητας. Αλλά το εν τω

 

κόσμω είναι του, η ύπαρξή του εδώ και τώρα, το Dasein του, είναι βαθειά
προβληματικό, τόσο στην γνωστική όσο και στην πρακτική διάστασή του. Το
Υποκείμενο είναι απελπιστικά μόνο στην πραγματικότητα, τόσο έτερο που
είναι από αυτή, και από την θεία ακόμη πραγματικότητα. Η θεμελιακή
προβληματικότητα των σχέσεών του με το Ον, η απατηλότητα των αισθήσεων,
η αβεβαιότητα των λόγων, η αμφιβολία των πίστεων, η σχετικότητα των αξιών,
τα πάθη των συναισθημάτων – η αποξένωση από το Είναι (από την
πραγματικότητα Κόσμου, Ιδεών, Θεού), είναι αθεράπευτη.
Το Υ̟οκείμενο είναι ένα σημείο ανωμαλίας (ένα Εγώ μοναδικό και
ασύντακτο ̟ρος το Είναι) στο οντολογικό ̟εδίο της ̟ραγματικότητας,
στην ̟λοκή του Φαίνεσθαι ως α̟οκάλυψης του Είναι. Σημείο ανωμαλίας
γιατί αυτό ̟ου «υ̟όκειται» στον κόσμο των φαινομένων είναι το Είναι και
τί̟οτα άλλο (αφού το άλλο α̟ό το είναι το Μη Είναι, το Μηδέν). Του
Υ̟οκειμένου Εγώ το μόνο καταδικό του είναι η αυθεντική Βούληση, όσο
δεν έχει υ̟οχειριασθεί και αυτή α̟ό το ̟λέγμα των σχέσεών του με την
̟ραγματικότητα. Και έτσι η α̟όδειξη της ύ̟αρξής του είναι η ε̟ιβολή της
Βούλησης ε̟ί της αντικειμένης ̟ραγματικότητας. Χρειάζεται νίκη ε̟ί του
όντος, όχι νίκη αριστείας μεταξύ τελείων, όχι την αγωνιστική Ελληνική
νίκη ̟ου είναι ε̟ίδειξη ̟ρώτα και μετά α̟όδειξη υ̟ερτελούς ολοκλήρωσης
μεταξύ των ομοίων του όντος, μέσα στον Κόσμο και δί̟λα στους θεούς.
Από αυτήν την ανάγκη δικαίωσης της υπαρξιακής του ανωμαλίας στις δομές
του Είναι, πηγάζει η Ευρωπαϊκή βουλησιαρχία και όλος ο εσμός των αφύσικων
τεχνητοτήτων του Ευρωπαϊκού Κόσμου.
Εντεύθεν η τεχνητότητα στην τέχνη της ̟ρώιμης και της τελευταίας
̟εριόδου της Ευρώ̟ης, της Γοτθικής αρχιτεκτονικής και της ̟ολυ̟οίκιλης
μόδας του Μοντερνισμού. Εντεύθεν η υ̟οκρισία του βίου και οι καλοί
τρό̟οι, ο ηθικισμός και οι ψυχασθένειες. Εντεύθεν ο νόμος ως βούληση
του Υ̟οκειμένου, α̟ολυταρχικού ή δημοκρατικού, μηχανιστικά
εξακριβωμένη – στην ουσία ψηφίσματα ̟ερί του συγκεκριμένου ̟ρακτέου
̟ου τεχνητά ενδύονται την φόρμα της διαρκώς ισχύουσας τάξης. Εντεύθεν
η χαρακτηριστική κανονολαγνεία του Ευρω̟αϊκού ̟ολιτισμού, το αντίθετο
της Ελληνικής αριστολατρείας. (Την υ̟έρβαση του Κανόνα α̟ό το
Ελληνικό ̟νεύμα λέει ο μύθος της τιμωρίας του Προκρούστη α̟ό τον
Θησέα). Εντεύθεν ο ε̟ιστημονισμός ως λατρεία της «θετικής» (̟άλι η
τεχνητότητα του θετικού έναντι του φυσικού) ε̟ιστήμης και ο τεχνολογικός
̟ολιτισμός. Εντεύθεν η α̟οσύνδεση της σωτηρίας α̟ό την φυσική
τελειότητα, η συμ̟τωματική συνάρτησή της ̟ρος την ηθική διαγωγή (την

 

ε̟ιβολή δηλαδή της Βούλησης ε̟ί των φυσικών εφέσεων ̟ρος τα «τέλη»
της ανθρώ̟ινης ουσίας) και την κοινωνική ε̟ιτυχία, και η τελική αναγωγή
της στην αυθαίρετη θεία βούληση (κατ’ εικόνα και ομοίωση ο Θεός του
Υ̟οκειμένου, το Μέγα αυτός Υ̟οκείμενο, ̟ου στο τέλος ως
ανταγωνιστής του Ευρω̟αϊκού Εγώ δεν χρειάζεται και α̟οβάλλεται),
εντεύθεν η θεία Α̟ολυταρχία ̟ου καταλήγει σε μοναδική ̟ολιτισμική
Αθεΐα του κοσμικού «δημοκρατικού» κράτους, τόσο ολοκληρωτικό
(δηλαδή κανονίζον τα ̟άντα) όσο και η α̟ολυταρχική εκδοχή του.
Αλλά, η Νέμεση ακολουθεί την Ύβρη.
Η νίκη ε̟ί της φύσης, η ε̟ιβολή της Βούλησης του Υ̟οκειμένου ε̟ί της
Κοσμικής Τάξης του Είναι θεωρούμενου ως Αντι-κειμένου, αφήνει
ανικανο̟οίητο το Υ̟οκείμενο στην μοναξιά της α̟οξένωσής του α̟ό το
Ον. Η μανία της Βούλησης για ∆ύναμη για Νίκη ε̟ί Κόσμου και Είναι
(τελικά δηλαδή και ε̟ί του Α̟όλυτου, του Θεού), εντείνει την βίωση της
ανθρώ̟ινης εγκατάλειψης και δημιουργεί υ̟αρξιακό κενό την ίδια την
στιγμή της νίκης. Τέτοια ε̟ιτυχία είναι α̟οτυχία στην αδιαμόρφωτη ελ̟ίδα
λύτρωσης α̟ό την Πτώση. Στην νίκη του το Υ̟οκείμενο χαίρεται για την
δύναμη της βούλησής του και ταυτόχρονα θλίβεται γιατί δεν ηττήθηκε. Η
νίκη του δεν είναι καθαρτήρια της αγωνιώδους του υ̟αρξιακής
̟ροβληματικής. Στον θρίαμβό του κατά του Είναι, το Υ̟οκείμενο λαχταρά
την ήττα του. Στο βαθύ αυτό αντιφατικό σύνδρομο έχει την ρίζα του ο
Γερμανός Ήρωας.
Το συστατικό βίωμα του Γερμανισμού είναι λοι̟όν το ηρωικό. Η λατρεία
της δύναμης για την δύναμη. Το Υ̟οκείμενο ως ο α̟όλυτος Ήρωας.
Μόνος, ξένος, ̟ροδομένος, εναντίον όλων, κατά των δαιμονικών
δυνάμεων ̟ου κρύβονται στην φύση, αβοήθητος και εγκαταλελειμμένος
α̟ό τους θεούς, κρατά στα χέρια του την μοίρα και σωτηρία ανθρώ̟ων,
κόσμου και θεών. Σε ένα κόσμο ̟ου και οι θεοί έχουν υ̟οταχθεί στην
α̟εριόριστη ε̟ιδίωξη κυριαρχίας, χωρίς όρους και αναστολές, αυτός είναι
φορέας της αγνής δύναμης, αγνής ως ά-δολης, αυτός αντιμάχεται την
τερατώδη ισχύ της φύσης αλλά και α̟αξιοί την συμβατική ηθική, αυτός
είναι ̟αντελώς αμέτοχος της αχαλίνωτης ορμής για εξουσία, αυτής της
μανίας ̟ου διαστρέφει την δύναμη και αδίστακτα καταφεύγει στον δόλο
κατά αυτής για να ε̟ιτύχει τον σκο̟ό της κυριαρχίας. Το ηρωικό με αυτήν
την έννοια δικαιώνει το Υ̟οκείμενο. Το ηρωικό ήθος σώζει την αμαρτία
του Υ̟οκειμένου.

 

Αλλά ταυτόχρονα οδηγεί στην τελική α̟οτυχία – ̟ου ̟αρόλα τα άλλα
̟οθεί το Υ̟οκείμενο βαθειά μέσα του για να λήξει η α̟οστασιο̟οίησή του
α̟ό το Είναι. Η Μοίρα έχει σημαδέψει την αναγκαία εξέλιξη: η
α̟ομάκρυνση α̟ό το Είναι θα εξαλειφθεί. Η αντι̟αράθεση του
Υ̟οκειμένου ̟ρος το Ον ̟ροκαλεί την λατρεία της ∆ύναμης για νίκη ε̟ί
της ̟ραγματικότητας, η ε̟ικράτηση της Βούλησης σημαίνει κυριαρχία, η
κυριαρχία καθίσταται αυτοσκο̟ός και η ∆ύναμη όργανο για αυτή, αντί να
είναι η δύναμη αυταξία και η εξουσία αδιάφορο ̟αρεμ̟ί̟τον τέλος, η
ε̟ιδίωξη της κυριαρχίας γίνεται έτσι μανιώδης και δεν ορρωδεί να
χρησιμο̟οιήσει δόλο για ε̟ιτυχία ακυρώνοντας το ιδεώδες της ∆ύναμης,
και έτσι ο Κόσμος του Υ̟οκειμένου καταρρέει.
∆ιός δ’ ετελείετο βουλή.
Στο ∆αχτυλίδι των Nibelungen ο Γερμανικός μύθος (εκφρασμένος στην
μεγάλη σύνθεση του Wagner) αποκαλύπτει τις δομές του Γερμανικού
συστατικού βιώματος. Αρπάζοντας τον χρυσό του Ρήνου, ο άρχων των
υποχθόνιων δαιμονικών Νάνων σφυρηλατεί το μαγικό δαχτυλίδι που
εξασφαλίζει στον κάτοχό του, αν απαρνηθεί τον έρωτα, παγκόσμιο κυριαρχία.
Απειλούμενοι οι θεοί από την χθόνια προβολή ισχύος των Νάνων (αντί των
Γιγάντων της Ελληνικής μυθολογίας) καταφεύγουν, με την αποδοχή του
βασιλέα τους, Wotan, στην ίδια μέθοδο με τους εχθρούς των, κλέβουν και
αυτοί με δόλο το δαχτυλίδι, στο οποίο πλέον πέφτει και η κατάρα του
κατασκευαστή του. Αυτοακυρώνονται έτσι οι δυνάμεις της Γης και του
Ουρανού α̟ό την δικαιοδοσία της κοσμικής τάξης, και ενα̟όκειται ̟λέον
στον Ήρωα άνθρω̟ο να την στηρίξει. Ο γιος του Wotan, Siegmund (η
Νικητήρια Προστασία) αποτυγχάνει γιατί παραβιάζει τον ηθικούς κώδικες
της ξενίας, του αίματος και της οικογένειας, ερωτευόμενος την παντρεμένη
αδελφή του Sieglinde (η Νικητήρια Τρυφερότητα). Ο άνομος γόνος της
μείξης τους είναι ο μεγαλύτερος ήρωας του Κόσμου, ο Siegfried (η
Νικητήρια Ειρήνη). Η νίκη χρειάζεται για τον «κόσμο» του σύμπαντος. Και
αυτός όμως ο Ήρως παραβιάζει την έννομη τάξη της τιμής (πίστεως φιλικής
και συζυγικής), και δολοφονείται από παρακατιανό, ο άριστος από τον
χειρότερο που οχυρώνεται πίσω από το είδωλο του συντηρητικού της τάξης
Κανόνα. Με τον τελικό αυτόν ∆όλο ο Κόσμος διαλύεται και η Walhalla των
θεών και των ηρώων καταρρέει.
Ο μύθος λέει την ιστορική μοίρα. Η Ευρώ̟η τελειώνει όταν το ηρωικό
βίωμα της ιερής καθαρής δύναμης ̟ου δεν έχει άλλο υ̟ολογιστικό σκο̟ό
εκτός αυτής καθ’ εαυτής της άγιας α̟όδειξης της στην νίκη, ατονήσει και

̟αραμερισθεί α̟ό τον ανθρώ̟ινο βίο. Τότε ε̟ικρατεί το αντίθετο του
Ηρωικού, το ∆όλιο, η σχεδιασμένη ε̟ιτυχία ενός ο̟οιουδή̟οτε σκο̟ού
με κάθε τρό̟ο και μέσο. Αλλά αυτό καταστρέφει την κοσμική τάξη, ό̟ως
το ψεύδος διαλύει την συνοχή της αλήθειας. Ο «Κόσμος» της Γερμανικής
̟ραγματικότητας ισχύει α̟ό την αγνή ∆ύναμη, της ο̟οίας η Νίκη είναι το
φυσικό ε̟ακόλουθο, και αυτή η Νίκη κατά των ταραχο̟οιών στοιχείων
εδραιώνει την συνέχεια της Τάξης ̟ου κρατάει τον Κόσμο θεών και
ανθρώ̟ων στην ύ̟αρξη. Οι θεοί ̟ρόδωσαν την αυτόματη αυτή συνοχή της
τάξης, και αντί να είναι τα αρχέτυ̟α της καθαρότητας της δύναμης α̟ό
υ̟ολογιστικά μιάσματα, την λέρωσαν οι ίδιοι για να διατηρήσουν την
εξουσία τους και όχι για να κρατήσουν την σωτήρια τάξη του κόσμου, έστω
και αν ̟ίστευαν ̟ώς με την κυριαρχία του συντηρείται η κοσμική τάξη.
Είναι και αυτός ο λογισμός για το υ̟ολαμβανόμενο αγαθό υ̟ολογιστική
̟ονηρία, α̟όλυτα ξένη ̟ρος το ηρωικό βίωμα. Ο Γερμανός Ήρως είναι
̟άνω και α̟ό τους θεούς. Είναι αγνός και ίσος, ό,τι κι αν ̟ράττει, όταν
εκείνοι είναι λογιστικοί και ̟λάγιοι, κάνει αυτό ̟ου κάνει για αυτό ̟ου
κάνει και όχι για κάτι άλλο – είναι ταυτόχρονα σκληρός και ανυ̟έρθετα
ευαίσθητος, άγριος και μουσικός, μοναδικός αυτός στον εαυτόν του και
κοινός για όλους, της καθαρής ∆ύναμης η καθαρή Νικητήρια Ειρήνη
(Siegfried).

Η Ευρώ̟η ̟έρασε το φθινό̟ωρό της α̟ό τα μέσα του 18ου μέχρι τα μέσα
του 20ου αιώνα, και έχει μ̟ει στον χειμώνα του θανάτου της. Η ̟αρακμή
της ορίστηκε α̟ό την ατονία και εγκατάλειψη του συστατικού βιώματός
της. Ο Γερμανικός πυρήνας της Ευρώπης βλέπει την Αγγλοσαξωνική κοινωνία
να γίνεται α̟ό συντροφιά ηρώων, εταιρεία εμ̟όρων (ο οικονομολόγος και
κοινωνιολόγος W. Sombart, Händler und Helden, 1915). Τον Γαλλικό πολιτισμό
ο R. Wagner χαρακτηρίζει καίρια αποκαλώντας το Παρίσι έδρα της θρασείας
μόδας (στην μελέτη του για τον Beethoven, 1870(2), – σημαδιακό έτος
(επαν)ίδρυσης του (Β’) Reich με την νίκη επί της Γαλλίας – τα γεγονότα
συνδέει προθετικά ο Wagner). Εννοεί «μόδα» την δεσ̟όζουσα τάση
διακοσμητικής κομψότητας στην ̟εριένδυση του ̟ράγματος (Γαλλικός
καλοτρο̟ισμός), αντί του γυμνού κάλλους του όντος καθεαυτού (κλασσική
μορφοκρατία), ή του γνήσιου ̟άθους του αναβράζοντος συναισθήματος
(ρωμαντική εκφραστικότητα). Και εννοεί «θρασεία» την αυθάδεια να
ζυγοσταθμίζεις την «κουλτούρα των Βερσαλλιών» ε̟ί Λουδοβίκου 14ου με
το Θαύμα του Χρυσού Αιώνα στην Αθήνα του Περικλή – σε δράμα, λόγο,
τέχνη και αρχιτεκτονική («Querelle des Anciens et des Moderns”).

 

Αλλά και με διαδοχή βραχύβιων, ετήσιων τάσεων μόδας όντως ομοιάζουν τα
καλλιτεχνικά ρεύματα του Μοντερνισμού. Η παρέλαση αυτή ρευμάτων τέχνης,
σαν επίδειξη μόδας στην πασαρέλα των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας,
ταιριάζει με τον γενικό σχετικισμό και σκεπτικισμό που επικρατεί στον
διανοητικό τομέα. Η αλληλουχία κάλλους και αλήθειας, τέχνης και σκέψης,
αίσθησης και νου, σώματος και ̟νεύματος, η ενότητα των διαστάσεων της
ανθρώ̟ινης ύ̟αρξης σε ένα όλο, η αλληλο̟εριχώρηση θρησκευτικότητας,
αισθητικής, διανοητικής γνώσης και εννοιολογικής ε̟εξεργασίας, ηθικής
και τρό̟ου ζωής, κοινωνική τάξης και ̟ολιτικών δομών εξουσίας, η
ολοκληρία του ανθρώ̟ου στην φύση του και στην άνθιση της φύσης του, –
όλα έχουν χαθεί, χυθεί σε μια διαμερισματο̟οίηση τεχνητής κατάτμησης
του ανθρώ̟ου («δίκην κακού μαγείρου»), ̟ου δεν έχει, σαν διαμερισμός,
ούτε την θεουργική αξίωση του ∆ιονυσιακού διαμελισμού. Εκείνος
αποτελούσε την αντινομιακή βύθιση στην ρίζα, πηγή και εστία της κοσμικής
πλοκής, και έτσι έναν θειασμό, – ο διαμερισμός της διαμερισματοποίησης και
εξειδίκευσης της ανθρώπινης ύπαρξης αποτελεί φρικαλέο απανθρωπισμό.
Το “κοσμικό κράτος” (η reductio ad absurdum του εθνικού κράτους)
αποτελεί την αισθητή απόδειξη αυτού του μαχαιρώδους διαμερισμού.
Κυριολεκτικά, διεμερίσαντο τα ιμάτια (και τις σάρκες του σώματος και τις
αρμονίες του πνεύματος) του ανθρώπου και επί τον ιματισμόν του έβαλον
κλήρον. Ο αστικός Ευρωπαϊκός πολιτισμός της παρακμής επένδυσε στην
παγίδα της υλικής ευημερίας, προσήλθε σε μια ανίερη συνεννόηση με την
διεστραμμένη επιστήμη από το αυτόνομο τέλος της αλήθειας στους
ετερόνομους σκοπούς της χρησιμότητας, ανέχθηκε στην αρχή και μετά
επέβαλε την ίδια την υπαγωγή της επιστημονικής γνώσης στο τέρας της
μηχανικής τεχνητότητας που καταστρέφει κάθε οργανικό, – ε̟ειδή η μηχανή
της τεχνολογίας δεν είναι ̟λέον εργαλείο ̟ρος εξυ̟ηρέτηση των φυσικών
αναγκών και δυνατοτήτων του ανθρώ̟ου, αλλά, ό̟ως και η οικονομία με
την ο̟οία στενά και βαθειά συνεξαρτάται, α̟οτελεί μηχανισμό δημιουργίας
τεχνητών ζητήσεων ̟ρος ικανο̟οίησή τους.
Η Άνεση του υλικού βίου ̟ου ̟ροσ̟ορίζει η τεχνολογία δεν είναι ανάγκη
του ανθρώ̟ου, αντιθέτως ανάγκη είναι η υ̟αρξιακή του Ε̟ίταση ̟ρος
ε̟ίτευξη του «τέλους» του, ̟ου είναι και η α̟όλυτη ευδαιμονία και γαλήνη
του. Όπως και δεν είναι ανάγκη του ανθρώπου η δια-σκέδαση, όχι η διασπορά,
αλλά η ενοποίηση όλων των πτυχών της ύπαρξής του περί ένα εστιακό κέντρο
για τον μέγιστο τόνο της ολοκληρίας του. Ανάγκη μέγιστη είναι η εορταστική
στάση στον χρόνο για την ιεροτελεστία της παιδιάς της αιωνιότητας. Η

 

ευμάρεια των υλικών μέσων και η ευημερία του βίου στην νεωτερικότητα είναι
τεχνητή συνήθεια που γίνεται ανάγκη μέχρι να καταστρέψει η φύση την κακή
συνήθεια. Η τεχνολογικά εξαρτημένη άνεση είναι ναρκωτικό: αποστερεί από
το άνθρωπο τον αληθινό του Παράδεισο (την τελειότητά του),
δηλητηριάζοντάς τον με τεχνητούς παραδείσους εθισματικής διέγερσης που
ρίχνουν τον υπαρξιακό του τόνο και αχρηστεύουν την ενέργειά του,
δημιουργώντας του την ανάγκη της επανάληψης μόνο και μόνο της
τεχνητότητας.

Η ευημερία των μηχανών είναι βλα̟τική για τον άνθρω̟ο. Τον α̟οτρέ̟ει
α̟ό την Οδό: την αγωγή ολοκλήρωσής του. Του ̟ροκαλεί ̟οιοτική
καθίζηση και στα ίδια τα αγαθά της ευημερίας του.. Του στερεί ενέργεια
καταδα̟ανώντας το δυναμικό του σε μάταιους ̟ίθους ∆αναΐδων. Και
ακόμα ̟ερισσότερο και εφιαλτικώτερο: ̟αρεμβαίνει στην ίδια την φύση
του, στην ̟ολιτισμική του ταυτότητα (όπως τα εμβόλια αρχίζουν να
παρεμβαίνουν στην βιολογική ταυτότητα του ανθρώπου – η εκδίκηση του
Heidegger). Γιατί τεχνητές ανάγκες και ε̟ιθυμίες σημαίνει τεχνητή αίσθηση
̟ραγματικότητας και τεχνητή νοημοσύνη ̟ραγματικότητας, σημαίνει
δηλαδή εικονική ̟ραγματικότητα και εικονικός εαυτός (ό̟ου το όντως ον
εξορίζεται ως οριακό σημείο φυγής του τεχνητού συστήματος, ως Ding an
sich, στον άλλο ̟όλο α̟ό το έτερο σημείο φυγής, το φαντασιακό
Υ̟οκείμενο, το υ̟ερβατολογικό Εγώ). Προκύ̟τει ̟άλι αναγκαίος
α̟ανθρω̟ισμός.

Η κουλτούρα των καλών τρό̟ων, α̟ό μια ε̟ινοημένη εκζήτηση
ε̟ιδεικτικής κομψότητας στην συμ̟εριφορά των ευγενών, ματαλλάχθηκε
κατά την αστική ̟αρακμή στην υ̟οκρισία μιας κωμικής αυτοσυγκράτησης
̟ρος α̟οφυγή γελοιο̟οίησης α̟ό τις γκροτέσκες στάσεις και κινήσεις του
ερριμμένου στον Κόσμο Υ̟οκειμένου, ως τύ̟ου ανθρώ̟ου, ̟ου έχοντας
στερηθεί την αυτόματη μαθητεία στην φύση ό̟ως και την συνεχή
καθοδήγηση του μεγάλου ̟νεύματος με τα έργα του υψηλού ̟ολιτισμού,
δεν ξέρει ̟ώς να φανεί στην ύ̟αρξη, αφού δεν έχει συνείδηση του εαυτού
του, και δεν μ̟ορεί να έχει ως Υ̟οκείμενο, ̟ου σημαίνει ως κάτι ̟ου
ορίζεται αρνητικά (ως α̟έναντι στο Είναι), και όχι θετικά (ως αυτή η
συγκεκριμένη φύση και ουσία και μορφή).
Η αδυναμία ενός παρακμιακού πολιτισμού, και μάλιστα του πολιτισμού της
∆ύναμης ως Βούλησης του Υποκειμένου, εκφράζεται προφανέστερα με την
γενική αρχή του Συμβιβασμού. Στον φυσικό άνθρω̟ο, και στον κλασσικό
ως ανθό του φυσικού, η κρίση μεταξύ διαφόρων ε̟ιλογών σε οποιονδήποτε

τομέα, και ό̟ου η ̟ρόκριση μιας εξ αυτών αμφισβητείται, γίνεται δια του
αγώνος. Παλεύουν και ο καλύτερος νικά. Α̟έναντι στην υγεία του
Αγωνιστικού Ιδεώδους, η Αρχή του Συμβιβασμού είναι δι̟λά νοσηρή. Και
γιατί η δημιουργικότητα και η αφιέρωση του ανθρώπου μεγιστοποιείται
εκθετικά αν ξέρει ότι όλα θα κριθούν με ένα αγώνα. Αλλά και γιατί ο
μηχανισμός των συμβιβασμών οδηγεί μαθηματικά στην ε̟ιλογή των
χειρότερων στοιχείων α̟ό τις εκατέρωθεν ̟ρο-τάσεις: ο καθένας των
συμβιβαζομένων δεν θα δεχθεί να συμ̟εριληφθεί στην τελική α̟όφαση
ακριβώς εκείνος ο ̟αράγων της άλλης ιδέας ̟ου α̟οτελεί την
χαρακτηριστική ουσία της, αφού αυτό δεν θα εσήμαινε ̟ια συμβιβασμό
αλλά ήττα του, και αντιθέτως θα συμφωνήσει με εκείνα τα στοιχεία του
άλλου ̟ου είναι ε̟ουσιώδη και εξαρτηματικά, και τα ο̟οία ακριβώς εκ του
λόγου ότι θα α̟οκλεισθεί η ουσιαστική ιδέα ̟ου τα μορφο̟οιούσε και
ενεργο̟οιούσε σε ένα όλο, εξασθενούν και καθίστανται λίγο α̟οδοτικά έως
ολωσδιόλου ανα̟οτελεσματικά και συχνά αντι̟αραγωγικά και
ε̟ιβαρυντικά του ̟ροβλήματος ̟ου ε̟ιχειρούν να διορθώσουν.
Με τον ευνουχισμό που προκαλεί η διαμερισματοποίηση, ο διαμερισμός και η
εξειδίκευση της ανθρώπινης ύπαρξης, με την αφύσικη τεχνητοποίηση και
απανθρωπισμό του ανθρώπου, με τον εικονικό άνθρωπο σε μια εικονική
πραγματικότητα τεχνητά δημιουργήματα ενός επιστημονισμού και
ορθολογισμού που πρόδωσε την φυσική λαχτάρα του ανθρώπου για σωτήρια
αλήθεια διαστρέφοντας την φιλοσοφική και επιστημονική γνώση σε μισθοφόρο
της τερατογεννητικής Τεχνολογίας και της πολιτικής Σκοπιμότητας για
συμφέροντα οικονομίας και εξουσίας (όπως ανάλογα η φιλοσοφία ήταν
θεραπαινίς της θεολογίας στον Ευρωπαϊκό Μεσαίωνα), με τον συστηματικό
διχασμό (μεταξύ έξω και μέσα ανθρώπου, φαίνεσθαι και είναι της ανθρώπινης
παρουσίας, μεταξύ αφενός πράξεων και λόγων, αφ’ ετέρου αισθημάτων στην
ψυχή του και μύχιων σκέψεων), και την συνεπακόλουθη μόνιμη
αυτοενοχοποίηση του ανθρώπου, στα οποία η υποκριτική του αστικού
καθωσπρεπισμού και καλοτροπισμού εγκλωβίζει και έτσι σκλαβώνει τον
άνθρωπο για πάσαν χρήση και κατάχρηση, με την σύνθλιψη και συντριβή του
υπαρξιακού τόνου που η απάνθρωπη λογική του Συμβιβασμού δόλια
επιτυγχάνει, – το Ηρωικό βίωμα της Αγνής ∆ύναμης έσβυσε στον
Ευρω̟αϊκό ̟ολιτισμό και η ιστορική Ευρώ̟η του Γερμανικού ̟νεύματος
̟εθαίνει, – και κακοθανατεί για δικούς της λόγους.
Κατά την διάρκεια του φθινοπώρου της παρακμής της έγιναν συγκλονιστικές,
σπασμωδικές απόπειρες αναστροφής της πορείας της ιστορίας , που αναγκαία

 

απέτυχαν, διαφωτίζοντας ταυτόχρονα την ανόμοια φύση των διαφορετικών
πολιτισμών και την οδηγό μελωδία της ιστορίας. Όπως η ανάταξη του
παρακμάζοντος Ελληνισμού στους Ελληνιστικούς χρόνους μπορούσε να γίνει
μόνο με την ισχυροποίηση ως ζώσας πραγματικότητας του οικείου συστατικού
βιώματος της Καλλισθενικής Νεότητας (θρησκευτικότητα του Απόλλωνα), έτσι
και η ανάταξη της παρακμάζουσας Ευρώπης στους δυο περίπου αιώνες από τα
μέσα του 18ου στα μέσα του 20ου επιχειρήθηκε με την επαναβεβαίωση και
πρόταξη του βιώματος της Αγνής ∆ύναμης (λατρεία του Ήρωα) απέναντι στην
φθειρόμενη καθεστηκυία Ευρωπαϊκή τάξη. Αυτό σημαίνει η αυτοκρατορία του
Ηπειρωτικού συστήματος του Μ. Ναπολέοντα (από την μεριά της πρώτης

προσλαμβάνουσας το Γερμανικό πολιτισμικό βίωμα Γαλατίας-Φραγκίας-
Γαλλίας) και η τιτανική προβολή ισχύος κατά παντός της Γερμανίας, 1870-

1945 (εκ μέρους της ίδιας της εστίας της ιστορικής Ευρώπης, όπου το
κυρίαρχο βίωμα του ηρωικού είναι αυτοφυές και έπλασε τις χαρακτηριστικές
εκείνες θεμελιώδεις μορφές υψηλού πολιτισμού και δομές ιστορικότητας στις
οποίες η Ευρώπη είναι ανυπέρβλητη). Ακόμη και η Ρωσσική Επανάσταση
(1917-1954) με πρόσληψη Γερμανικών ιδεών, εντάσσεται στην ίδια αντίδραση
κατά της παρακμιακής Ευρώπης.
Οι Επαναστάσεις κατά της Ευρωπαϊκής φθοράς και οι συνωδές προσπάθειες
επιστροφής στις ρίζες του συστατικού βιώματος και ανάταξης των δομών της
ανθρώπινης ύπαρξης σύμφωνα με αυτό, εστιάζονται και νοηματοδοτούνται από
το Ηρωικό. Ο ηρωισμός του ηγέτη, του ̟νευματικού ανθρώ̟ου, του
καλλιτέχνη, του στρατιώτη, του εργάτη, του ̟ολίτη είναι το
δυναμο̟οιητικό σύνθημα και βρίσκεται στο ̟ροσκήνιο και στο ε̟ίκεντρο
της κοινωνικής ανά̟λασης και του ιστορικού γίγνασθαι.
Το ότι οι προσπάθειες επανηρωοποίησης της Ευρώπης απέτυχαν, ενώ το
εγχείρημα ανανέωσης του αρχαίου κλασσικού κόσμου τελικά επέτυχε με την
Αυγούστεια Επανάσταση και Ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το διπλό
αυτό γεγονός οφείλεται στην διάφορο φύση των δύο πολιτισμών. Ο ηρωισμός
α̟οτελεί την εξευγενισμένη και εξαγνισμένη δομή της Αρχής του Κυρίου
των ∆υνάμεων, του Κανόνα της δημιουργικής βιάζουσας ∆ύναμης, ̟ου
α̟οτελεί την α̟οκάλυψη της δεύτερης κοσμοϊστορικής Ε̟ανάστασης
(Ε̟οχή των Μετάλλων). Με αυτήν την καταγωγή, α̟οτελεί μέρος του
αινίγματος για το νόημα της ύ̟αρξης, όχι την λύση του. Η Αρχή του
Κάλλους αντιθέτως, ο Κανόνας του Άνθους ως άξονος του χρόνου, η
εστιακή θέση της ωραίας ακμής της νεότητας, η ∆ωρική ουσία της
Ε̟ανάστασης του Ελληνισμού, σηματοδοτεί μια αναδόμηση του Κόσμου

 

ως φανέρωσης του Α̟όλυτου, ως Φαίνεσθαι ταυτωτικό του Είναι, και
ευαγγελίζεται το καινόν μυστήριο της αιωνιότητας ως άχρονης κορύφωσης
της τελειότητας στον χρόνο.
Ο Ελληνισμός, αντιπαρατιθέμενος ως προς Βάρβαρο προς κάθε τι άλλο
προγενέστερο, σύγχρονο και μεταγενέστερο από την ιστορική του διατράνωση,
αποτελεί λοιπόν την τρίτη και τελειωτική αποκάλυψη του νοήματος της
ύπαρξης. Έτσι, ό̟οιο σύστημα τον ̟ροσλάβει και οικειωθεί ως κεντρικό
νοηματοδοτικό άξονα, και ̟ερί αυτόν οργανώσει με ε̟ιτυχία τις δικές του
ίδιες δομές, έχει ισχυρές ̟ροϋ̟οθέσεις σταθερότητας και α̟οδοτικότητας.
Η Ρώμη μπόρεσε να το κάνει γιατί οι οικείες δομές της δείχτηκαν πρόσφορες
να αναμορφωθούν, με κάποια αντίσταση αλλά χωρίς βία, προς τις Ελληνικές
μορφές του βιώματος του Ελληνισμού, – ένα αξιοπαρατήρητο γεγονός
εξοικείωσης που έκανε τους ίδιους τους Ρωμαίους να το εξηγούν με αναγωγές
σε Αρκαδική και Τρωική καταβολή. Ιστορική είναι οπωσδήποτε η Ετρουσκική
παράμετρος στο Ρωμαϊκό οικοδόμημα. Αλλά και γενικά η πρόσληψη του
πολιτισμικού Ελληνισμού από τους γηγενείς πληθυσμούς της Ιταλίας ήταν
εξαιρετικά ομαλή και βαθειά. Στην Ρώμη ιδιαίτερα, ένα ̟αλληκαρίσιο
υ̟όβαθρο (̟. χ. ανυ̟όταχτοι και α̟όβλητοι Λατίνων και άλλων
̟εριχωριακών φυλών, αρ̟αγή Σαβίνων), και ειδικές συνθήκες,
λειτούργησαν ώστε να ̟ροικίσουν τον λαό με ̟ροφανές ̟ε̟ρωμένο.
Άρπαξαν τον Ελληνισμό ως το καλύτερο και τους φάνηκε ταιριαστό, παρά την
προφανή ένταση που είχε με χαρακτηριστικές Λατινικές αξίες. Επίμονα
καλλιέργησαν το αρμοστό, ερατό απόκτημα και βαθειά καλλιεργήθηκαν από
αυτό σε κάθε πολιτισμικό πεδίο επί αιώνες. Και έτσι επέτυχαν το θαύμα:
Rejuvenatio Mundi. Το θαύμα που επέτρεψε, όπως επεσήμανα εμφατικά,
την μεγάλη μεταβολή από τον κλασσικό κόσμο στον ορθόδοξο βυζαντινό
χωρίς στρώμα καταστροφής του πολιτισμού, όπως αντίθετα συνέβη στις άλλες
μεγάλες εποχές μεταβολών, στο τέλος της 2ης χιλιετίας π. Χ. για το κεντρικό
σύστημα της ιστορίας, και στα μέσα και εξής της 1ης μ. Χ. για το δυτικό τμήμα
της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την Ευρώπη.
Πάντως βέβαια, είναι α̟οκαλυ̟τικό ότι και οι α̟οτυχούσες ̟ροσ̟άθειες
ανάταξης της Ευρω̟αϊκής φθοράς έγιναν με ιδεολογικό ̟λοηγό το
Κλασσικό ̟νεύμα. Τον κλασσικισμό της Γαλλικής Αυτοκρατορίας (David),
διαδέχθηκε η αφιέρωση του Γερμανικού πνεύματος στην ολοκληρωτική και
εξαντλητική μελέτη και οικειοποίηση (περισσότερο από αφομοίωση) του
Κλασσικού, τόσο που και αυτή ακόμη η φυσική φιλοσοφική Τευτονική
διάθεση, μετά την έκρηξη από τον Kant στον Hegel (η οποία συνώδευσε την

 

καλπάζουσα ενασχόληση με το κλασσικό μετά την παρακαταθήκη του
Winckelmann), υποχωρεί μπροστά στην Αρχαιογνωσία, προς την οποία
διοχετεύεται η πλειότερη και καλύτερη ενέργεια του Γερμανικού έθνους. Και
οι λίγες φιλοσοφικές κορυφές (Nietzsche, Heidegger) μετά τον οργασμό περί
το 1800 και την εποχή του Sturm und Drang – πολιτισμικό ηρωισμό της
ψυχής και του πνεύματος του Γερμανικού Λαού, – είναι γερά θεμελιωμένες, και
σαν προσωπική εμπειρία, πάνω στις κλασσικές σπουδές, κλασσική φιλολογία,
αρχαία φιλοσοφία. Στην περίπτωση της Ρωσικής αντίδρασης προς την
παρακμή, η σχέση προς το κλασσικό είναι εμμεσώτερη, λόγω της βαθειάς,
ορίζουσας σχέσης της Ρωσσικής ψυχής προς την Ορθοδοξία. Όμως και στην
φιλοσοφική θεμελίωση της Γερμανικής Ιδέας που κατηύθυνε την Ρωσική
Επανάσταση, αλλά και στα πολιτιστικά ορόσημα της ιστορίας της Ρωσίας τον
20ο
αιώνα, η κλασσική δυναμική είναι ενεργός και καθοριστική, έστω και
αδιακήρυκτος και εν πολλοίς ασυνειδητοποίητη. Ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός
στρέφεται κατά της μόδας των διάφορων «ισμών» του Μοντερνισμού, ο
Shostakovich είναι αυτός που συνεχίζει στα μέσα του 20ου αιώνα την μεγάλη
γραμμή της Γερμανικής συμφωνικής μουσικής, η «διαλεκτική του μοντάζ»
στον Eisenstein αποτελεί την μορφοποίηση της κινηματογραφικής
απεικόνισης. Και η Σοβιετική Ένωση δυσκολεύεται να αποχωρισθεί τον
Κανόνα του Χρυσού στα χρηματοπιστωτικά, αρνούμενη τους αντικλασσικούς
νεωτερισμούς που ξεκίνησαν με τον Keynes, και αποκορυφώθηκαν με την
πολιτική και ολιγαρχική εκμετάλλευση των θεωριών του, πονηρές
χρησιμοποιήσεις κλασσικής γνώσης με αντικλασσικό πνεύμα και κατεύθυνση
των οποίων τις ολέθριες έσχατες συνέπειες της χρηματοπιστωτικής αστάθειας
του οικονομικού συστήματος που προκαλούν δεν έχει πληρώσει ακόμη ο
κόσμος, αλλά επίκειται να τις υποστεί με μεγακρίση.
Μολονταύτα, οι ε̟ιχειρήσεις διάσωσης της Ευρώ̟ης α̟ό τον θάνατο δεν
ε̟έτυχαν, ̟αρά την κλασσική ε̟ικουρία. Γιατί υ̟ήρχε βασικός αντίτονος
ελκηθμός μεταξύ συστατικού βιώματος του ̟ολιτισμού (̟ου ̟ροϋ̟οθέτει
την έκ̟τωση του Υ̟οκειμένου α̟ό το Είναι και την συνε̟ακόλουθη
α̟οξένωση α̟ό τις οντολογικές δομές της ̟ραγματικότητας), και της
ανα̟όδραστης γοητείας του κλασσικού. Ο έρως του κάλλους όμως στο
α̟οστασιο̟οιημένο α̟ό το Είναι Υ̟οκείμενο γεννά αντίδραση α̟ό τον
φόβο της άρσης της α̟ομάκρυνσης ̟ου θα συνε̟ήγετο η ικανο̟οίηση του
έρωτα. Ο φόβος της ταύτισης με το Είναι μέσω του ενεργού έρωτα του
κάλλους του Φαίνεσθαι, τηρεί το Υ̟οκείμενο μακρυά α̟ό το Ερώμενο. Ο
ανικανο̟οίητος αυτός, αισθητικά και μεταφυσικά, Έρως, γεννά βαθειά
οδύνη στο Υ̟οκείμενο η ο̟οία ̟ροκαλεί θύελλα συναισθημάτων αντί της

 

μορφο̟οίησης της ανθρώ̟ινης συναίσθησης στην μια δομή ταύτισης όλου
του ανθρώ̟ου ̟ρος το ερώμενον κάλλος ̟ου η κλασσική ικανο̟οίηση του
έρωτα ε̟ιβάλλει. Έτσι, ο ανα̟όφευκτος έρως του κάλλους, στο μεν
Ελληνικό ιδίωμα μορφο̟οιεί την ένταση ανάγοντάς την στην χαρμόσυνη
γαλήνη της φωτεινής έκστασης στην ταυτότητα της Μορφής Πνεύματος και
Κάλλους ερώντος και ερώμενου, ενώ στο Ευρω̟αϊκό ̟ολλα̟λασιάζει το
συναισθηματικό άμορφο χάος οδηγώντας στους οργιαστικά εκστατικούς
̟αροξυσμούς του Ρωμαντισμού. Άρα, αν και ο συνε̟αρμός α̟ό τον
Ελληνισμό ανέβασε την Ευρώ̟η στα ̟ολιτιστικά ύψη των γιγάντων της,
τόσο στην μια κλασσική κατεύθυνση της μορφοκρατίας, όσο και στην άλλη
και ε̟ικρατούσα οικειότερη της εκφραστικότητας, όμως ε̟ί του
̟ροκειμένου, ο Ευρω̟αϊκός ρωμαντικός έρως του κλασσικού, αντί να
διευκολύνει την ε̟ιχείρηση διάσωσης του ̟αρακμάζοντος ̟ολιτισμού, την
ενέ̟λεξε σε σκοτεινότερες διαστάσεις του α̟ομονωμένου α̟ό το Είναι
Υ̟οκειμένου, συντείνοντας καθοριστικά στο α̟οτελείωμά του.
∆ιός δ’ ετελείετο βουλή. Και ̟άλιν και ες αεί.
Το ουσιώδες παραμένει, τα ιστορικά πεπρωμένα κάθε πολιτισμού καθορίζονται
από την ιδιοταυτότητα των δομών του, σε τελευταία ανάλυση από το συστατικό
του βίωμα. Για αυτό δεν ενέπλεξα στην προηγούμενη ανατομία του θανάτου
του Ευρωπαϊκού φαινομένου τον βαθύτατο Γερμανικό έρωτα του Ελληνικού
κάλλους. Τα μεγάλα συστατικά βιώματα δεν μπλέκονται μεταξύ τους. Όχι ότι
δεν συνυπάρχουν παντού και πάντοτε. Αλλά η απόλυτη επικράτηση ως εστίας
και άξονα του ενός ή του άλλου κατά την τάξη των είναι που ορίζει ουσίες σε
κάθε ον και στους πολιτισμούς.
Η ιστορική Ευρώπη και η πολιτισμική φάση της ιστορίας που αντιπροσωπεύει
έχει πεθάνει μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο. Απλά παίρνουν τον γαλβανισμό
για ζωή. Έσβυσε το Ηρωικό βίωμα, και λένε ηθική την νομο-υποταγή σε μια
ψηφισματο-πληθώρα (σύγχυσαν τον νόμο με το ψήφισμα), λένε ορθολογισμό
τον λογαριασμό, λένε ανθρωπισμό την απάνθρωπη στέρηση από τον άνθρωπο
του υψηλού, λένε πολιτισμό την υποκουλτούρα του λίγου, παιδεία τον
ευνουχισμό της νεότητας και την στείρωση του ανθρωπίνου πνεύματος με την
τεχνοκρατική εξειδίκευση, δημοκρατία λένε τον ολιγαρχικό έλεγχο του λαού
που προσπαθούν να μετατρέψουν σε μάζα (αντί της φυσικής αριστοκρατίας με
την οποία ο Περικλής ορίζει την Αθηναϊκή δημοκρατία), με κοσμικό κράτος
εννοούν μια νεκρή κανονολατρεία που μας διδάσκει με σοβαρότητα και βάρος
ευθύνης και πώς θα αναγκοπράττουμε, αλλά ε̟ίσης, ̟ου με την ίδια
αγέλαστη θλιβερότητα οι α̟οτυχημένες ηγεσίες του νεκρού σώματος

 

γράφουν α̟οφθεγγόμενες την ιστορία του ̟αρελθόντος, ε̟ειδή έχουν
α̟ολέσει την δυνατότητα να γράφουν α̟οφασίζουσες κατά το άνυσμα της
ιστορίας το μέλλον.
Με τον θάνατο του ηρωικού βιώματος έχει κατακλύσει την ανθρώ̟ινη
ψυχή ο τρόμος του κινδύνου α̟ό ανεξέλεγκτους ̟αράγοντες. Εννοώ ότι
τον κίνδυνο του ίδιου του ̟ολιτισμού τους, τις βλάβες ̟ου ̟ροκαλεί ο
τρό̟ος ζωής του σημερινού ̟ολιτισμένου, και ̟ολύ ̟ερισσότερο τις
δυνατότητες ̟αρενέργειας των χρησιμοτήτων τους, τις α̟οδέχονται χωρίς
σκέψη και συνείδηση. Η τεχνητότητά τους, τους έχει γίνει σαν φυσικό
δεδομένο. Ίσα ίσα ̟ιστεύουν ότι τα φυσικά δεδομένα μ̟ορείς να τα
αλλάξεις με την ε̟ιστήμη και την τεχνολογία, αλλά όχι τις τεχνητότητές
τους. Αυτό βέβαια σημαίνει ̟ολτισμικός ντετερμινισμός!
Αλλά ο κίνδυνος είναι ουσιώδης ̟αράμετρος της ε̟ιδίωξης της ανθρώ̟ινης
τελειότητας.
Ό̟ου υ̟άρχει κίνδυνος, εκεί φύεται και αυξάνεται το Σωτήριον.
Nah ist
und schwer zu fassen der Gott.
Wo aber Gefahr ist, wächst
das rettende auch.
Fr. Hölderlin, Patmos, 1-4
Μαζύ με το ηρωικό βίωμα ατόνησε διαδοχικά και έχει ξεραθεί και ο έρως
του κλασσικού. Τα δύο συμ̟λέκονται στην Ευρώ̟η ό̟ως οι όφεις στην
αρχιερατική ράβδο. Συναυξάνονται (Ιταλική Αναγέννηση, Γαλλική
Αυτοκρατορία, Γερμανική Προβολή) και συμφθείρονται (Ισπανική Μοναρχία,
Γαλλικό ancien régime, απολύτως Μεταπολεμική Ευρώπη).
Η ραγδαία ύφεση κατά την ποιότητα των υψηλών κλασσικών σπουδών στην
μεταπολεμική Ευρώπη αποτελεί το αποτύπωμα της αποερωτοποίησης της
Ευρωπαϊκής κουλτούρας. Πώς να υπάρχει Θαύμα χωρίς την έκσταση του
έρωτα του κάλλους; Η σύγκριση στο επίπεδο της έρευνας βάσης της
εξηκονταετίας 1960-2020 προς εκείνο κατά την περίοδο 1880-1940 είναι
συγκλονιστικά αποκαρδιωτική. Φυσικά η μόδα του πρόσφατου την οποία
ακολουθούν και καλλιεργούν τους εμποδίζει να καταλάβουν το φαινόμενο στις
κοσμοϊστορικές του διαστάσεις. Ένας συστηματικός αντικλασσικισμός

 

κυριαρχεί παντού – σαν κύριο χαρακτηριστικό των ηγετικών ομάδων και σαν
παραγωγή αγαθών. Το κατρακύλισμα στην ποιότητα της χρηστικής παραγωγής
και της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι τρομακτικό, αντιστοιχεί mutatis
mutandis στο πολιτισμικό σοκ των βαρβαρικών πορπών που έχουν βρεθεί σε
Ουγγαρία και Ελλάδα κατά την περίοδο των Σλαβικών εγκαταστάσεων 6ο
με

8ο αιώνα μ. Χ.

Το χαρακτηριστικώτερο δείγμα του Ευρω̟αϊκού αντικλασσικισμού στην
ε̟οχή μας είναι η γενική καχυ̟οψία έναντι της αριστείας. (Είναι εν μέρει
επακόλουθο σύνδρομο των Πολέμων του 20ου αιώνα, αλλά η αρνητική κρίση
του τέλειου έχει βαθύτερες αιτίες). ‘Όλα συντείνουν σε μια υ̟οκουλτούρα
της μετριότητας, ό̟ου ο άριστος και εξ ορισμού αμέθοδος είναι α̟οδεκτός
όσο είναι εγκλωβισμένος στο σύστημα του λίγου και μεθοδικού, αντί να
είναι η αναγωγός δύναμη όλης της κοινωνίας, ό̟ως στην αρχαιότητα. Η
επιστημονική (τάχατες) μέθοδος χρησιμοποιείται για να νομιμοποιείται η
πτεροκοπία της ηλικιακής και πνευματικής νεότητας και για να σπρώχνεται
στην απόγνωση ο λαός, του οποίου η λαχτάρα για το υψηλό συναντά τον
αριστέα σε μια ευλογημένη συνουσία σαν αυτή της αλήθειας και του κάλλους.
Αυτό ακριβώς τρέμει η απάνθρωπη μετριοκρατία. Και φυλακίζει μεν τον
άριστο στον λαβύρινθο της κανονολογίας της και στην φενάκη του ανούσιου
ορθολογισμού της μεθοδολογίας (και η ιατρική με πρωτόκολλα – κανείς να
μην είναι Ιπποκρατικός ιατρός), τον δε λαό αποπροσανατολίζει από την φυσική
του επιδίωξη να δει αυτό που αισθάνεται μεγαλειώδες, με την συνεχή
απογοήτευση των πόθων του και την βαθμιαία επιβολή του ανοικείου. Αν δε
τύχει και συμβεί να αναλάβουν πρωτοβουλία οι άριστοι για την δημιουργία
ενός φυσικού συστήματος ανταγωνισμού και ώθησης προς το βέλτιστο, και
επικοινωνήσουν με τον λαό επ’ αυτού, το σύστημα της μετριότητας
αλαφιάζεται γιατί ξέρει ότι έτσι έφθασε το τέρμα του. Η συνέργεια άριστου
και λαού είναι η δυναμική της ιστορίας για την εκ̟λήρωση του «τέλους»
της. Αυτό έκανε το Ελληνικό θαύμα.
Έλαβε χώρα ένα τέτοιο ζοφερό φαινόμενο της νοοτροπίας του Ευρωπαϊκού
θανάτου πρόσφατα στο ποδόσφαιρο. Οι καλύτερες ομάδες αποφάσισαν να
κάνουν διοργάνωση δική τους που να δίνει συνεχώς το υψηλότερο ποιοτικά
αποτέλεσμα. Το σύστημα της μετριότητας αντέδρασε υστερικά, με μια λύσσα
ιεροεξεταστική, σε μια κρίση πανικού. (Αντίστοιχη είναι η πανικόβλητη
υστερία για έναν ιό. Η μετριότητα υπεραντιδρά σε αυτά που την υπερβαίνουν,
αντί να μαζευτεί γνωρίζοντας την ανεπάρκειά της). Τους είναι και σύμφυτη μια
μισαλλοδοξία αλλόκοτη και επικίνδυνη – κάπως έτσι καθάρισαν τους

 

Καθαρούς στο Languedoc οι Φράγκοι τον Μεσαίωνα. Ιδιαίτερα δεν ανέχονται
οι άνθρωποι της παρακμής και του θανάτου να ανθίζει κάτι στην ακμή του,
γιατί αυτό τους θυμίζει οδυνηρά το λάθος τους. Αλλά βαθύτερα η Ευρώπη της
Τεχνητότητας διχάζεται μεταξύ έρωτα και μίσους απέναντι στο Τελεσιουργό
Φυσικό. Στα μεγάλα πνεύματα επικρατεί ο έρωτας: εμπνέονται. Στην ιστορική
πραγματικότητα κυριαρχεί το σύνδρομο της εξουδετέρωσης του άλλου: όταν
όλοι συμμετέχουν στο ψεύδος και το άσχημο της τεχνητότητας, τότε η
Υποκειμενικότητα έγινε Αντικειμενική δια της ∆ιυποκειμενικότητας. Τέτοια
φαιδρά καμώματα μεταχειρίζεται ο αποξενωθείς του Όντος. Θέλει ομοψυχία
για να αφανίσει την δική του ταραχή. Η σκληρότητά του είναι βέβαια θλιβερή
πράξη αδυναμίας. Και καταγράφεται στην ιστορία σαν πορεία φθοράς. Έτσι
μεταξύ Μεταρρύθμισης και Αντιμεταρρύθμισης απορρύθμισαν την
Αναγέννηση. Μετέθεσαν το θέμα αλλού από εκεί που πονάει και θεραπεύει.
Το Αγωνιστικό Ιδεώδες της Αριστείας στον Ελληνισμό ως βασική δομή
κοινωνικής συμβίωσης συνυφαίνεται και εκφράζει τις μεγάλες αρχές της τρίτης
αποκάλυψης: την μεταφυσική της φανέρωσης του απόλυτου Είναι στο
Φαίνεσθαι, την οντολογία της τελειότητας και την σωτηριολογία της
αιωνιότητας. Μετά το κλασσικό θαύμα όποιος πολιτισμός το αγνοεί κινείται
στα απόνερα του μεγάλου ποταμού της ιστορίας.
Ωραία και δυνατά το διατυπώνει ο Ηράκλειτος για την αντίστοιχη στάση των
Εφεσίων της πολυ-τελούς παρακμής εναντίον του αρίστου αξιώτατου φίλου του:
ἄξιον Ἐφεσίοις ἡβηδὸν ἀπάγξασθαι πᾶσι καὶ τοῖς ἀνήβοις τὴν
πόλιν καταλιπεῖν, οἵτινες Ἑρμόδωρον ἄνδρα ἑωυτῶν ὀνήιστον
ἐξέβαλον φάντες∙ ἡμέων μηδὲ εἷς ὀνήιστος ἔστω, εἰ δὲ μή, ἄλλη
τε καὶ μετ’ ἄλλων.
(22DK B121)
∆εν χρειάζεται οι Ευρωπαίοι τώρα να πάνε να κρεμαστούν γιατί η Ευρώπη έχει
πεθάνει.
Οι διάφορες χώρες της γεωγραφικής Ευρώπης, μετά τον θάνατο της ιστορικής,
θα ακολουθήσουν τις δικές τους πορείες κάθε μια, κυρίως οι ισχυρότερες. Το
βαθύτερο νόημα της α̟οχώρησης της Μ. Βρετανίας α̟ό την Ευρω̟αϊκή
Ένωση είναι ακριβώς αυτό: ο θάνατος της Ευρώ̟ης. Ο Αγγλοσαξονικός
κόσμος έχει τον δικό του τρό̟ο. Στο δε πολιτειακό πεδίο, η
κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι γέννημα, θρέμμα και αρχετυπική μορφή

 

του Αγγλικού χαρακτήρα και ιδιοταυτότητας. Εκεί δε μόνο λειτουργεί
πραγματικά. Ποτέ δεν έπιασε ουσιαστικά στην ηπειρωτική Ευρώπη. Στις δε
ΗΠΑ, το σύστημα αναπτύχθηκε εντελέστερα με επαναναφορά κατευθείαν σε
κλασσικά πρότυπα. Η Αμερική έχει το ̟λησιέστερο και ομό̟νευμο μοντέλο
με το Σ̟αρτιατικό, και ιδίως με το Ρωμαϊκό. Τί̟οτα δεν είναι καινό και
τί̟οτα δεν α̟οτελεί έκ̟ληξη για το κλασσικό: ο Πολύβιος είχε διαγνώσει
ότι το καλύτερο σύστημα για οικουμενική ηγεμονία είναι και θα είναι της
Ρώμης (Έχω αναλύσει τα Αμερικανικά και το Μέλλον του Κόσμου
πρόσφατα).
Η Γερμανία μετά το 1945 περνάει ό,τι πέρασε η Γαλλία μετά το 1815. Αλλά
ενώ η Γαλλία εξασθένησε οριστικά από την διαδικασία της διόρθωσης, η
Γερμανία ισχυροποιείται. ∆ιότι είναι ο πυρήνας της ιστορικής Ευρώπης, του
ηπειρωτικού συστήματος. Βεβαίως θα επιχειρήσει κάτι μεγάλο στο
μεσοπρόθεσμο μέλλον. Τρεις είναι οι διαστάσεις της ελ̟ίδας της. Πρώτον
να ξαναβρεί τον ηρωικό εαυτό της ̟έρα α̟ό την υ̟ολογιστική μετριότητα
̟ου χαρακτηρίζει το ̟αρόν της (α̟αραίτητη μέχρι τινός για την θερα̟εία
της αδυναμίας της). ∆εύτερον να θρέψει ̟άλι τον έρωτα του κλασσικού,
̟ου έχει γίνει και αυτός αναλυτικός και διαχειριστικός. Και τρίτον να
συνδεθεί ενεργά και συντονιστικά με το κεντρικό γεω̟ολιτικό ̟εδίο της
ιστορίας, ̟ου ε̟ανέρχεται στο ̟ροσκήνιο μετά μικρή ιστορική ̟αρένθεση
ενός ̟ερί̟ου αιώνα μέσα σε 24 ̟άνω κάτω συνεχείς αιώνες καθοριστικής
̟αρουσίας – να αφήσει δε την κατά ̟ροτεραιότητα μέριμνα της θανούσης
Ευρώ̟ης, η ο̟οία δεν την χρειάζεται ̟ια. Τα δε τρία ζητούμενα
συντρέχουν εις ένα. Ήδη ίσως άρχισε να κινείται ̟ρος την αναγκαία φορά.

*

 

VII Το Θαύμα
Το Σωτήριον της Πίστεως
Η Αιωνιότητα στον Χρόνο

Ο Ελληνισμός το̟οθέτησε σωστά το ηρωικό ̟νεύμα στην ̟ροϊστορία του,
στους Αχαϊκούς, Μυκηναϊκούς χρόνους. Και ̟ρόβαλε αυτήν την
̟ροϊστορία ως Μυθολογία, ιστορία στον μυθολογικό χρόνο, και την
μεταμόρφωσε στο Έ̟ος, την καλλισθενική Μορφή του ηρωισμού.
Ο Ελληνισμός έχει συναίσθηση της απόλυτης ιδιαιτερότητάς του και
μοναδικότητας έναντι και αυτού του παρελθόντος του. Οι ήρωες θα ήσαν
Βάρβαροι και αυτοί για αυτόν, αν δεν τους μεταμόρφωνε με την μαγεία του
κάλλους. Σε αυτό συνίσταται η Ομηρική γοητεία: οι Έλληνες άκουγαν
εκστασιασμένοι τον ραψωδό να απαγγέλει τον μύθο της προϊστορίας, όπως οι
Θράκες τον Ορφέα. Η σαγήνη είναι του κάλλους. Το κάλλος πρωτίστως του
πνεύματος στον υ̟έρτατο Ομηρικό ̟οιητικό λόγο ̟ου δίνει μορφή στο
ηρωικό. Έπειτα η έμφαση στο κάλλος ̟αντού της διηγήσεως, ακόμη,
χαρακτηριστικά, και στις ̟ιο α̟ροσδόκητες εφαρμογές, υ̟ό τις
δυσχερέστατες καταστάσεις. Το κάλλος του Αχιλλέα, παιδός ήρωα
ομορφότατου των Ελλήνων. Οι θεοειδείς και θεοείκελοι και ισόθεοι και
αντίθεοι ήρωες της νεότητας. Η ύψιστη αποτρεπτική προστακτική της Αιδούς:
να μην ντροπιάζεις την ομορφιά σου πράττοντας ανάρμοστα προς αυτήν
(“Αἰδὼς Ἀργεῖοι, κάκ’ ἐλέγχεα, Fεῖδος ἀγητοί”). Το κάλλος στις
περιγραφές φρικτών θανάτων κατά τις μάχες, με το οποίο αγλαΐζεται και η
φρίκη. Το κάλλος του ματωμένου όμορφου μηρού του πληγωμένου Μενέλαου
– σαν ελεφαντοστό με πορφυρή διακόσμηση για τον Όμηρο. “κέρᾳ ἀγλαέ”
προσαγορεύει ο ∆ιομήδης τον Πάρι, με αγλαό αιδοίο, ερμηνεύει ο
Αριστοτέλης (απαλόν κέρας απεκάλεσε το άρρεν αιδοίον ο Αρχίλοχος),
παρομοιάζοντας την έκφραση προς τον Γανυμήδη, τον «Γανόωντα Μήδεα»,
τον με λαμπρά αιδοία.

 

Το έ̟πος μορφο̟οιεί την ̟ροηγούμενη κατάσταση ε̟ί τη βάσει του καινού
βιώματος της ∆ωρικής Ε̟ανάστασης του Ελληνισμού. Ο μυθικός χρόνος
είναι των καλλισθενικών ηρώων, το ̟αρελθόν του Ελληνισμού. Το ̟αρόν
του έχει άλλον τύ̟ο ήρωα, τον Α̟ολλώνιο Κούρο, τον νεαρώδη
ακμάζοντα στο άνθος της «ώρας» του, το(ν) τέλειο στην ανά̟τυξη άγαλμα
θεών, τον ̟ρώτιστο χορευτή, ανδρείο μαχητή, και ̟ρο̟άντων τον έξοχο
αθλητή, τον αεθλοφόρο στους ιερούς αγώνες γυμναστικής ε̟ίδειξης, ό̟ου
το αγωνιστικό ιδεώδες της ζωής συνά̟τεται αξεχώριστα ̟ρος την
αξιολογία του «τέλους» της αισθητής τελειότητας, τον υμνούμενο στην
Λυρική ̟οίηση και αδόμενο στον Πίνδαρο, τον ̟αριστώμενο στην
Πλαστική μνημειακότητα, – την εικόνα και ομοίωση και ταύτιση του
Άνακτα ̟ρωθήβη του Κάλλους και της Αλήθειας.
Όταν στην ̟αρακμή των Ελληνιστικών χρόνων το ίνδαλμα του Κούρου, ο
νέος Ελληνικός ήρως, χάνει την άμεση μαγεία του και ο Α̟όλλων
κρύβεται, τότε ̟ου υ̟εραξιολογούνται ̟άλι οι ε̟ιτυχίες στον χρόνο και η
α̟οτελεσματική διαχείριση των αναγκών του χρόνου (η εξουσία, η
κυριαρχία, ο ̟λούτος, η φρονιμάδα, το κέρδος, η ηθικονομία, η ευημερία),
τότε ̟ου ο άνθρω̟ος χάνει τον υ̟αρξιακό άξονα του νοήματος της ζωής
και στην α̟όγνωσή του τον αντικαθιστά με οτιδή̟οτε φυσάει κάθε στιγμή
στην ̟ολιτισμική ̟αραζάλη της ̟αρακμής, τότε ̟ου ε̟ίκειται ο θάνατος
του χειμώνα της ιστορίας, – τότε ο Ελληνισμός θαυματο̟οιεί τον χρόνο το
δεύτερον: μορφώνει νέα Μορφή αναγεννώμενος χωρίς θάνατο,
ανανεούμενος κατευθείαν α̟ό το γήρας χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία του
̟αλαιού εις τό̟ον του άλλου καινούριου. Αναμορφώνεται ο ίδιος – δυο
μορφές της μιας ταυτότητας.
Και έρχεται η νέα Ελληνική πίστη για να απαξιώσει τις «κοσμικές» αξίες της
παρακμής, τις αξίες του χρόνου που έχει αποδεσμευθεί από την πηγή του, την
αιωνιότητα, και έχει μετατραπεί έτσι για τον πάσχοντα άνθρωπο στον
Λαβύρινθο της Ύπαρξης όπου βασιλεύει το πνεύμα του Μινώταυρου, ο Άρχων
του Κόσμου τούτου.
μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ. ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν
κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ∙ ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ
κόσμῳ, ἡ επιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ επιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ
ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ πατρός, ἀλλὰ ἐκ τοῦ

 

κόσμου ἐστίν. καὶ ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ∙ ὁ δὲ
ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα.
Ιωάννου Επιστολή Α ́, 2, 15-7
Η ε̟ιθυμία της σαρκός: η γενετήσια ορμή για την διαιώνιση του είδους.
Η ε̟ιθυμία των οφθαλμών: η μανιώδης ε̟ιδίωξη του ̟λούτου, η βουλιμία
της συσσώρευσης των ̟ερισσών αγαθών.
Η αλαζονεία του βίου: η εξουσία, το ̟ροβεβλημένο κατά το κοσμικό
φρόνημα.
Οι τρεις μεγάλοι πυλώνες των αναγκών του χρόνου, και της μέριμνας για αυτές,
κυριαρχούν στην ψυχή την εποχή της παρακμής. Είναι η ̟ερίοδος της
εκκοσμίκευσης της ανθρώ̟ινης ύ̟αρξης και των συστημάτων της. Σκοτάδι
έχει χυθεί ̟αντού και ο άνθρω̟ος δεν βλέ̟ει τον άξονα της Αιωνιότητας
̟ου συνέχει τον Κόσμο σε υ̟όσταση. Βρίσκεται στο Σπήλαιο (Πλάτων), στο
«υπόστεγο άντρο» (Εμπεδοκλής). Ο Κόσμος ως Κόσμημα έχει μετατρα̟εί
σε Λαβύρινθο της Α̟όγνωσης. Και ο Α̟όλλων έχει φύγει. ∆ηλαδή ο
άνθρω̟ος έχει α̟ομακρυνθεί α̟ό αυτόν. Το Κάλλος δεν σώζει γιατί δεν
φαίνεται στο σκότος των μυχών του Λαβυρίνθου. Εκεί ε̟ικρατεί αηδής
ασχήμια. Η ιερά συνουσίωση Είναι και Φαίνεσθαι έχει διαρραγεί. Το
Είναι μένει στην α̟όλυτη μονή του, και το Φαίνεσθαι του κόσμου, έχοντας
̟άψει να α̟οτελεί την φανέρωση του Είναι, κατρακυλάει στο βάραθρο του
μηδενός, στο χάος της αμορφίας, στον ̟όντο της α̟ειρίας. Το φως έσβυσε
για τον κόσμο της ̟αρακμής. Γιατί
τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.
φως δεν είναι μια εξωτερική λάμψη, αλλά η τελειότητα του όντος. Εμείς
στην τελειότητά μας είμαστε φως και λάμ̟ουμε ως θεοί.
Περιπατεῖτε ὡς τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μή σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ∙ καὶ
ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει. ὡς τὸ φῶς ἔχετε,
πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε.
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 12, 35-6
Είναι ο ακροτελεύτιος αφορισμός του Ιησού στην διδαχή του παρουσία των
Ελλήνων, τότε που ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου, ο θεός

 

τέλειος άνθρω̟ος, το Φως (όπως αυτοπροσδιορίζεται στην προηγούμενη
πρόταση του χωρίου που παρέθεσα από την ομιλία παρουσία των Ελλήνων).
Και ο τέλειος Θεάνθρω̟ος, είναι το φως των ανθρώ̟ων, η τελειότητά τους,
η ζωή και η αλήθεια.
ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.
ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς
τὸν κόσμον.
(op. cit., 1, 5; 9)
Το θείον είναι καθαρό, ασκίαστο φως. Αυτή είναι η αγγελία του Χριστού
̟ου ε̟αναλαμβάνει ο Ιωάννης:
ὁ θεὸς φῶς ἐστιν, καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία.
(Επιστολή Α ́, 1, 5)
Μια συνεχής μάχη και ένας διαρκής αγώνας κατά του κοσμικού
φρονήματος: ο μαχόμενος και αγωνιζόμενος άνθρω̟ος σε αυτό το στάδιο
και σε αυτήν την ̟αλαίστρα είναι ο νέος αθλητής του Χριστού, ο καινός
ήρωας της Ορθοδοξίας, ο μάρτυς, ο άγιος, ο μοναχός, ο μιμητής Χριστού.
Αλλά ο ερριμμένος στον Λαβύρινθο της ̟αρακμής άνθρω̟ος, ο ̟άσχων το
̟άθος της ύ̟αρξης στον «Κόσμο» του Φωτός ̟ου έγινε Άντρο και
Λαβύρινθος, δεν ισχύει να σωθεί με την φωτοβολία του Α̟όλλωνα, με την
ανεκλάλητη έλξη ̟ου ασκεί το τέλειο στο ατελές, με την «τελική αιτιότητα»
(Αριστοτέλης), κατά την ο̟οία το Κάλλος δρα χωρίς να δρα ε̟ί του
ερώντος. Ο έρως του κάλλους δεν μ̟ορεί να ασκήσει στα σκοτάδια την
αναγωγό δύναμή του στην ανθρώ̟ινη ψυχή. Αντί του δικού του έρωτα ̟ρος
τον θεό της τελειότητας, (̟ου σημαίνει ήδη ότι είναι άξιος ο άνθρω̟ος της
θείας ε̟ιφάνειας), ο άνθρω̟ος του ̟άθους χρειάζεται την αγά̟η του θεού
̟ρος τον ανάξιο αυτόν ̟ου δεν Τον βλέ̟ει. Και ο Θεός Υιός σαρκώνεται
και ̟άσχει όλο το άνθρώ̟ινο ̟άθος στην έσχατή του ένταση. Με την
αμεσότητα της ̟αρουσίας του Θεού της Αγά̟ης στον Λαβύρινθο του
Άρχοντα του Κόσμου τούτου, (ήτοι του Χρόνου, ̟ου α̟ό υ̟ηρέτης και
όργανο της α̟οκάλυψης του Α̟όλυτου Είναι στον Κόσμο του Φαίνεσθαι,
έγινε Τύραννος στην Θέση του Άνακτος για τον ̟αρηκμασμένο άνθρω̟ο,
Τύραννος μαύρης μαγείας ό̟ου Ισχύς του είναι η ανθρώ̟ινη Αδυναμία), –
με την θεανθρω̟ική υ̟όσταση της τελειότητας (υ̟ό συνθήκη α̟όλυτης

 

αγά̟ης ̟ου ̟αραγνωρίζει την ατέλεια) αρωγό δί̟λα του, ο άνθρω̟ος
μ̟ορεί να ̟ιάσει το τεινόμενο χέρι του θεού και με αυτήν την Χάρη να
σωθεί. Μ̟ορεί έτσι να βγει α̟ό τον σκοτεινό Λαβύρινθο της χρονικής
ύ̟αρξης στο φως της αιωνιότητας.
Ο Α̟όλλων σου δείχνει το «Τέλος» και σύ βρίσκεις τον δρόμο ̟ρος αυτό
αν είσαι άξιος των ερωτικών μυστηρίων του Φωτός. Αλλά ο Χριστός
ταυτίζει στην θεανθρω̟ική υ̟όστασή Του το μέσο και τον σκο̟ό, τον
δρόμο και το τέρμα, τον αγώνα και την νίκη.
Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.
Ο Χριστός είναι το Σωτήριον του αγωνιώντος στον λαβύρινθο ανθρώπου.
Για να λειτουργήσει όμως η α̟όλυτη ̟ροσφορά αγά̟ης του Θεανθρώ̟ου,
α̟αιτείται η ̟ίστη του ανθρώ̟ου εις Αυτόν.
Το Κάλλος θέλει έρωτα, και ο Έρως χρειάζεται Κάλλος. Η Αγά̟η
χρειάζεται Πίστη και η Πίστη θέλει Αγά̟η.
Η αγά̟η είναι του Θεού και ο Θεός είναι αγά̟η.
ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν θεόν,
ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς
Α ́ Επιστολή Ιωάννου, 4, 10
Σε μας, τους ανθρώ̟ους του ζόφου, ανήκει η ̟ίστη. Η γνώση της αγά̟ης
του θεού στην θυσία Του, η ̟ίστη στην αγά̟η Του για μας.
καὶ ἡμεῖς ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν αγάπην ἥν ἔχει ὁ
θεὸς έν ἡμῖν.
Ε̟ιστολή Α ́, 4, 16
Με την ̟ίστη στον “Εγώ ειμί” γινόμαστε υιοί θεού, μη ̟ροερχόμενοι α̟ό
τις ανάγκες του κόσμου τούτου και του άρχοντα Χρόνου, ούτε καν α̟ό την
γενετήσιο ομιλία – ̟ου είναι συναίτιο αλλά όχι αίτιο της ύ̟αρξής μας στον
κόσμο του χρόνου, γιατί αίτιο ουσιώδες της χρονικής ύ̟αρξης είναι η
αιωνιότητα, το Α̟όλυτο Είναι του Θεού:
ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ
γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αύτοῦ, οἵ ούκ ἐξ αἱμάτων,

 

οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὀς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ’ ἐκ
θεοῦ ἐγεννήθησαν.
(Κατά Ιωάννην, 1, 12-3)
Η αιωνιότητα ανήκει στους ̟ιστεύοντας εν Χριστώ. Γιατί ̟ίστη στον
Θεάνθρω̟ο σημαίνει α̟οδοχή της α̟όλυτης αγά̟ης Του ̟ρος τον
̟ιστεύοντα, και συμμετοχή σε αυτή. Με την πίστη, πληρούμεθα Αγάπης (η
οποία είναι ο χαρακτήρας της ουσίας του Απόλυτου Είναι), και εσμέν εν
Χριστώ και ο Χριστός εν ημίν:
ὁ θεὸς ἀγάπη ἐστίν, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ θεῷ μένει καὶ
ὁ θεὸς ἐν αὐτῷ μένει.
(Επιστολή Α ́, 4, 16)
Η τελεία αγά̟η σώζει.
Το κοσμικό φρόνημα εκφράζει την ανήσυχο μέριμνα για τις ανάγκες του
χρόνου ̟ερί τους τρεις μεγάλους ̟υλώνες τους: την διαιώνιση του είδους,
την ε̟ιβίωση του ατόμου και των οικείων του, τον ζωτικό χώρο ασφαλείας.
Από την μέριμνα για την αποτελεσματική διαχείριση των πυλώνων αυτών των
αναγκών πηγάζουν η ηθικονομία και η οικονομία και η εξουσία και όλες οι
κατά εξιδιάζουσα περίπτωση διαρθρώσεις και οργανώσεις τους, τα δίκαια και
οι κοινωνικές τάξεις και οι πολιτικές ενοποιήσεις των κοινωνιών σε κράτη.
Η Μέριμνα για τις ανάγκες του βίου διακατέχεται α̟ό μια μόνιμη α̟ειλή
και μια υ̟αρξιακή ανησυχία. Η Ανάγκη α̟ειλεί κάθε στιγμή να
καταστρέψει το συγκεκριμένο ον. Και είναι αδυσώ̟ητη. Αμύνεται ο
άνθρω̟ος επινοώντας συστήματα διαχειριστικά στο ιδιωτικό δίκαιο, στην
παραγωγή, εμπορία και κατανάλωση αγαθών, στις εξουσιαστικές δομές του
κράτους. Κάνει υπολογιστικές συναλλαγές δεσμεύοντας την ελευθερία του
έναντι της ασφάλειας στην βιολογική διαδοχή, στην επιβίωση, στον ζωτικό
χώρο.
Αλλά ό.τι και να κάνει η ανησυχία μένει γιατί έχει βαθύτερο αίτιο. Ο
άνθρω̟ος βιώνει τον θάνατό του κάθε στιγμή του βίου του στην μέριμνα
για τις ανάγκες του χρόνου (Heidegger). Ξέρει ότι ό,τι και να κάνει, η
Ανάγκη θα τον συντρίψει, η ίδια Ανάγκη στον θάνατο και στην ανήσυχη
ασχολία για ̟αιδιά, ψωμί και ασφάλεια. Άλλωστε, αν δεν υ̟έκειτο ο
τρόμος του θανάτου στην μέριμνα της ανάγκης, η φροντίδα δεν θα ήταν

 

ανήσυχη. Τα ̟ουλιά δεν μεριμνούν, αλλά ̟ολλα̟λασιάζονται, ζουν και
ασφαλίζονται φυσικά. Η βαθειά ανησυχία του ανθρώ̟ου, ό̟οιο σύστημα
διαχείρισης του χρόνου και να σοφιστεί, οφείλεται σε αυτήν την
βεβαιότητα της συντριβής α̟ό τον Χρόνο, στο ότι η μέριμνα είναι μια
μάταιη, ως ̟ρος την ηρεμία του, ̟ροσ̟άθεια αναβολής του αδιάφευκτου.
Ο μύθος α̟οκαλύ̟τει: ο βιαστής της Παρθένου Κόρης για Γέννηση είναι ο
Άδης. Γεννιόμαστε κλαίγοντας α̟ό τον Άδη, ζούμε ταραγμένοι στον Άδη
του ανικανο̟οίητου ̟όθου, και ̟εθαίνουμε την φρίκη του ανολοκλήρωτου
στον Άδη. Ο κόσμος κατά το κοσμικό φρόνημα δεν έχει λύση στο αίνιγμα
του νοήματος της ύ̟αρξης για τον άνθρω̟ο. Ο άνθρω̟ος μένει
αλύτρωτος.
Μόνη λύτρωση είναι η αιωνιότητα ̟ου είναι ο χρόνος και ̟ου ταυτόχρονα
υ̟ερβαίνει τον χρόνο. Η αιωνιότητα του Απόλυτου Είναι, – και ο χρόνος το
«ξετύλιγμα» της αιωνιότητας, (όπως η δομή του καλού σώματος αναλύει την

μορφή του), το πεδίο φανέρωσης του Είναι ως Φαίνεσθαι, ο τόπος από-
κάλυψης του Θεού ως Κόσμου. Την λύση συνιστά ο ̟ολιτισμικός

Ελληνισμός. Στην Κλασσική μορφή του είναι ο έρως του κάλλους ̟ου
σώζει. Στην Ορθόδοξη είναι η ̟ίστη στην αγά̟η. Οι δυο τρό̟οι
̟ραγμάτωσης της υ̟εσχημένης εν σφραγίδι δωρεάς θέωσης του ανθρώ̟ου.
Τρό̟οι όχι διανοητικής υ̟εκφυγής σε γενικότητες, αλλά βιωματικής,
α̟όλυτα συγκεκριμένης, αλήθειας της ανθρώ̟ινης ολοκληρίας. Ο Έρως
του Α̟όλλωνα. Η Πίστη στον Χριστό.
Η διαρκής ανήσυχη μέριμνα διαχείρισης των αναγκών του χρόνου, –
βαθυνόμενη α̟ό την συνεχή βίωση του θανάτου κάθε στιγμή του βίου, της
οποίας η ταραχή της μέριμνας είναι απλά η έκφραση (πολύ περισσότερο από
τα πρακτικά προβλήματα και τις διαχειριστικές δυσχέρειες), — χαρακτηρίζει
την ανθρώ̟ινη ύ̟αρξη κατά το κοσμικό φρόνημα ως ταραγμένη και
φοβισμένη. Ο φόβος είναι το βασικό συναίσθημα του ανθρώ̟ου στον
Λαβύρινθο του χρόνου, εκεί ̟ου όντας εν τη σκοτία δεν ξέρει ̟ου
̟ερι̟ατεί. Έλεος και φόβος είναι τα θεμελιώδη συναισθήματα για την
τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης στις υψηλές, μεγαλοπράγμονες αποτεύξεις
(Αριστοτέλης για την τραγωδία). Οίκτος για τον συντετριμμένο και εξ υψηλού
θώκου, και πολλαπλάσιος φόβος για ανάλογη τύχη σε μένα.
Αυτόν τον μεταφυσικό φόβο του τί μ̟ορεί να συμβεί, και θα συμβεί με τον
ένα ή τον άλλο τρό̟ο, άσχετα α̟ό όλη την μέριμνα ̟ου θα καταβάλω εγώ
και ̟άντες οι άλλοι άνθρω̟οι κοντινοί και μακρινοί, αυτό το υ̟αρξιακό
αβοήθητο στην ανάγκη του ολέθρου, – εξορίζει η τέλεια αγά̟η.

 

φόβος ούκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει
τὸν φόβον, ὅτι ο φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ
τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ.
(Ε̟ιστολή Α ́, 4, 18)
Η α̟όλυτη αγά̟η δεν έχει φόβο γιατί δεν εξαρτάται α̟ό την έκβαση του
ενός ή του άλλου στο γίγνεσθαι του χρόνου. Η α̟οτυχία δεν μ̟ορεί να την
δια̟εράσει, ούτε η ε̟ιτυχία να την αλλάξει. Είναι όλη, ̟λήρης, ολόκληρη,
άτρε̟τη και αδιάσ̟αστη, – σαν το Είναι του Παρμενίδη στο ο̟οίο δεν
χωρεί καμιά ρωγμή για είσοδο του Μη Είναι, του μηδενός. Και ε̟ειδή ο
φόβος ̟ου υ̟όκειται ως βίωση θανάτου και διακατέχει την εργώδη
ασχολία και αδιάκο̟ο μέριμνα του ανθρώ̟ου του κυριαρχούμενου α̟ό το
κοσμικό φρόνημα, είναι αυτός καθ’ εαυτός η ίδια η τιμωρία για την
ταραγμένη φροντίδα και ανήσυχη δια̟ραγμάτευση των χρονικών
̟ραγμάτων, ο υ̟αρξιακός φόβος είναι η τιμωρία του φόβου, έχει ουσιωδώς
την κόλαση του κοσμικού φρονήματος, είναι η Κόλαση. Φόβο έχει ο
̟ερι̟ατών στην σκοτία, ο εγκλωβισμένος στον Λαβύρινθο του Χρόνου
ό̟ου βασιλεύει ο Μινώταυρος, ο Άρχων του Κόσμου τούτου. Ο
φοβούμενος δεν έχει τελειωθεί στην Αγά̟η, δεν ̟ιστεύει στον Χριστό –
γιατί αν ̟ίστευε θα είχε καταλάβει την α̟όλυτη αγά̟η της θυσίας Του. Το
φρικτό μυστήριο του θεού είναι η αγα̟ητική θυσία Του εις εαυτόν υ̟έρ του
̟άσχοντος την κοσμική ̟λάνην ανθρώ̟ου.
Η αγά̟η του θεού για τον ανάξιο άνθρω̟ο βυθισμένο στην ίδια του την
αδυναμία, είναι η αρχετυ̟ική α̟όδειξη της αγα̟ητικής ουσίας: στην
κατάσταση ̟αρακμής του, όταν βρίσκεται στον λαβύρινθο και δεν βλέ̟ει
φως, και κατατρύχεται α̟ό ταραχή, και δια̟ράττει σφάλματα, και αν βγει
α̟ό το σ̟ήλαιο υβρίζει τον ήλιο γιατί τον στραβώνει, σε αυτήν τη
κατάσταση ο Θεός συμ̟άσχει μαζί του α̟ό καθαρή αγά̟η για να τον
σώσει.
αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς
ἠγάπησα ὑμᾶς. μείζονα ταύτης ἀγάπην ουδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.
Κατά Ιωάννην, 15, 13
Φίλοι μου και όχι δούλοι θεού, συνεχίζει ο Ιησούς, οι πιστεύοντες εις εμέ, ως
λυτρωμένοι από την Ανάγκη.

 

Γνωρίζουμε το σωτήριον της αληθινής αγάπης, βιώνουμε την τέλεια αγάπη, και
την λυτρωτική της δύναμη, κατανοώντας την θυσία του θεού υπέρ ημών των
ανάξιων ως ατελών.
ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκείνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκεν.
(Επιστολή Α ́, 3, 16)

[Αυτό ̟ου ε̟ιτελεί η Αγά̟η στην δεύτερη μορφή του Ελληνισμού, την
σωτηρία του ανθρώ̟ου α̟ό τα έργα της ανάγκης, τελεσφορούσε το Κάλλος
της τελειότητας στην ̟ρώτη. Οι Λακεδαιμόνιοι στις Θερμοπύλες, την
παραμονή της μητέρας των μαχών, παντελώς αδιάφοροι για το τι θα γίνει την
επαύριον, αμελώντας κάθε ακόμη προφυλακτική μέριμνα (όπως διηγείται επί
τούτου ο Ηρόδοτος), γυμνάζονται και αθλούνται εις σωματική τελειότητα,
χρίονται δι’ ελαίου εις στίλβωσιν σφριγώντος αγλαού κάλλους, περιτεχνούνται
την κόμη τους εις μόνην διακόσμηση της γυμνής μορφής των, και χαίρονται
∆ωρικά την ακμή της ύπαρξης την οποία διατρανώνουν ανυπέρθετα. Για την
∆ωρική ουσία του Ελληνισμού, δεν έχει σημασία τί γίνεται στον κόσμο.
Σημασία έχει η μορφή του κάλλους αυτού ̟ου γίνεται εν χρόνω. Γιατί το
κάλλος συνιστά την ουσία του όντος, – χωρίς μια φωτεινή ακτίνα κάλλους,
οσονδήποτε αμυδρή κι αν διαλάμπει μέσα από τα πηλώδη τέλματα της
δαιμονικής αμορφίας, δεν θα υπήρχε τίποτα, ούτε το άσημο. Γιατί το κάλλος
α̟οτελεί το νόημα της ύ̟αρξης για το ο̟οίο υ̟άρχει όλος ο κόσμος του
χώρου και του χρόνου. Γιατί το κάλλος είναι η φανέρωση του Αιώνιου].
Στον Κλασσικό Ελληνισμό μας σώζει ο δικός μας Αναγωγός Έρως της
Τελειότητας. Στον Ορθόδοξο, μας σώζει η Συγκαταβαίνουσα Αγάπη
της Τελειότητας για μας.
Απόλλων και Χριστός αναγνωρίζουν οικεία τα “αγάλματά” τους σε
μας. Αλλά το άγαλμα του Απόλλωνα είναι ο Καλός. Το άγαλμα του
Χριστού ο Αγαπών.
Απόλλων και Χριστός είναι το Φως της Τελειότητας. Αλλά ο Απόλλων
ζητεί από εμάς για να είμαστε εταίροι του, να τον βλέπουμε στην
Τελειότητά του, και έτσι να είμαστε οι ίδιοι ινδάλματα Κάλλους, ή να

 

μετέχουμε τόσο ενεργά στο “τέλος” ώστε να συναρπαζόμαστε από αυτό,
να το ερωτευόμαστε.
Υμνολογεί η κλασσική ψυχική ευαισθησία του λόγιου ποιητή της
παρακμής:
ὡπόλλον οὐ παντὶ φαείνεται, ἀλλ’ ὅτις ἐσθλός∙
ὅς μιν ἴδῃ, μέγας οὗτος, ὅς οὐκ ἴδε, λιτὸς ἐκεῖνος.
ὀψόμεθ’, ὦ Ἑκάεργε, καὶ ἐσσόμεθ’ οὔποτε λιτοί.
(Καλλίμαχος, Ύμνος εις Απόλλωνα, 8-11)
Αλλά ο Χριστός, για να είμαστε φίλοι του, θέλει να πιστεύσουμε εις
αυτόν ως θεία αγάπη, και να γίνουμε αγάπη. Αυτή είναι η ειρήνη του
που μας χορηγεί, για να μην έχουμε ταραχή και φόβο και δειλία:
μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδὲ δειλιάτω
Κατά Ιωάννην, 14, 27
Ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, που θα έλθει όταν φύγει ο
Χριστός στην αιωνιότητα από τον χρόνο όπου κατήλθε για να μας
δώσει τον εαυτό του ως οδό σωτηρίας, εκείνος θα αποκαλύψει πλήρως
τα μυστήρια του Φωτός:
ἔτι πολλὰ ἔχω ὑμῖν λέγειν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι∙
ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς
πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.
Κατά Ιωάννην, 16, 12-3
Το έργο της σωτηρίας του ασθενούντος ανθρώπου συνετελέσθη με την
είσοδο της Αιωνιότητας στον Χρόνο εις θυσίαν αγάπης. Ο θεός
εσαρκώθη εις τέλειον άνθρωπο. Ο Μακρυνός έγινε άμεσα Παρών και
διήλθε την ακρότητα του πάθους της έγχρονης ύπαρξης. Έδειξε ο ίδιος
τον εαυτό του οδό σωτηρίας. Η λυτρωτική Πράξη συνετελέσθη. Ο

άνθρωπος δεν έχει πια δικαιολογία, δεν μπορεί να αρθρώσει το
“βούλομαι αλλά δεν δύναμαι”.
εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὺτοῖς ἁμαρτίαν ούκ εἴχοσαν∙ νῦν δὲ
πρόφασιν οὐκ ἔχουσιν περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν.
(15, 22)

Η μοναδική πύλη διείσδυσης ακέραιας της Αιωνιότητας στον Χρόνο,
του Απόλυτου στον Κόσμο της σχετικότητας, του Θεού στον Άνθρωπο,
έκλεισε και σφραγίστηκε οριστικά και αμετάκλητα, αφανίστηκε. Η Η
παρέμβαση του θεού για να θεραπεύσει την ανθρώπινη αδυναμία
συνετελέσθη. Η Μεγάλη Θυσία προσφέρθηκε, Θυσία του θεού από τον
θεό προς τον θεό (θύμα, θύτης και προς ον η θυσία ταυτίζονται).
Εφεξής ισχύει η Τάξη του Πνεύματος της Αληθείας. Ο άξων μεταπίπτει
από την έμφαση στην θεία Αγάπη του Υιού, στην έμφαση στην θεία
Αλήθεια του Πνεύματος. Είναι βέβαια ουσιωδώς το ίδιο, Φως, Αγάπη
και Αλήθεια. Αλλά ο χαρακτήρας εξιδιάζεται στο καθένα από τα τρία,
του μεν ως οντολογικής αρχής των πάντων, της δε ως σωτηρίου του
ανθρώπου και του κόσμου, της τρίτης δε ως φανέρωσης του Είναι, ως
αποκάλυψης του κρύφιου,
Ο λόγος του Χριστού περί του Παρακλήτου:
καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ
δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως∙ περὶ ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ
πιστεύουσιν εἰς ἐμέ∙ περὶ δικαιοσύνης δἐ, ὅτι πρὸς τὸν πατέρα
ὑπάγω καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με∙ περὶ δὲ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ
κόσμου τούτου κέκριται.
(16, 8-11)
Η τάξη του Πνεύματος στην εποχή μετά την Σάρκωση του θεού
καθορίζεται από τρία απόλυτα δεδομένα που συμπίπτουν στον πυρήνα
του συστατικού βιώματος του Ορθόδοξου Ελληνισμού.

 

Πρώτον, θανάσιμη αμαρτία είναι η απιστία στον Χριστό. (Για την
τριπλή διάκριση, την κατάσταση του μη αμαρτάνοντος, πιστεύοντος,
ανθρώπου, και την αμαρτία προς θάνατον και μη προς θάνατον,
Επιστολη Α ́, 16-19).
∆εύτερον, η επιστροφή του Υιού στον Πατέρα, στο Είναι της
Αιωνιότητας από την Ύπαρξη στον Χρόνο, (έστω και αν δεν απέστη
«ποτέ» από το Απόλυτο αφού είναι το Απόλυτο), σηματοδοτεί την
πλέρια ισχύ και εφαρμογή πλέον της προαιώνιας ∆ικαιοσύνης του θεού
προς τον άνθρωπο, γενομένης ήδη αποφασιστικωτέρας από το
μοναδικό γεγονός της Ενανθρώπισης, του Πάθους και της Ανάστασης.
Η οδός διανοίχθηκε από τον Λαβύρινθο: ουαί τω μη ακολουθούντι.
Έλεος μπορεί να χαρισθεί στον μη θανάσιμα αμαρτάνοντα. Ο Πατήρ
είναι χαρακτηριστικά δίκαιος προς τον κόσμο (“πατήρ δίκαιε”
επικαλείται ο Χριστός, 17, 25), γιατί η αρμονία της δικαιοσύνης τηρεί
την κοσμική τάξη που συνέχει τον κόσμο. Και ο Πατήρ αγαπά κυρίως
τον Υιό. Αλλά ο Υιός θέλει να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον Κόσμο
ανάγοντάς τον στην ζωή της αιωνιότητας. Και έτσι ο Υιός αγαπά τον
Άνθρωπο με την αγάπη που έχει ο Πατήρ του για αυτόν:
καθὼς ἠγάπησέν με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς∙ μείνατε ἐν τῇ
ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ
(15, 9)
Ο Χριστός εφανέρωσε στους μαθητές και τους πιστούς τον θεό, θεός
αυτός δι’ ου σαρκωθέντος αποκαλύπτεται το θείον. Ουδείς γνωρίζει τον
Πατέρα ει μή δια του Υιού. Και απευθυνόμενος στον Πατέρα
προσδιορίζει ότι τους τον εγνώρισε
ἵνα ἱνα ἡ ἀγάπη ἥν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς
(17, 26)
Ακόμη και η αγάπη του Πατρός για τους πιστεύοντας στον Χριστό
ανθρώπους είναι παράγωγη, οφείλεται στο ότι αυτοί αγαπούν τον Υιό:

 

Αὐτὸς ὁ πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε καὶ
πεπιτεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ θεοῦ ἐξῆλθον
(16, 27)
(ο Ιωάννης χρησιμοποιεί την ειδικώτερη και ισχυρότερη έννοια του
“φιλώ” εδώ, γιατί πρόκειται για πιστεύοντες. Η αγάπη του Υιού για
τον άνθρωπο είναι ευρύτερη και βαθύτερη: κατευθύνεται προς τον
πάσχοντα, τον χαμένο στο σκοτάδι του λαβύρινθου της Ανάγκης του
χρόνου, τον αδύναμο και ατελή).
[Οι πιστεύοντες στον Χριστό θα είναι ένα, όπως ο Πατήρ είναι στον Υιό
και ο Υιός στον Πατέρα. Αυτή η ενότητα των “ομοίων” θα είναι Ένα
όντας μέσα στην ενότητα Πατρός και Υιού και θα μετέχει της θεϊκής
δόξας. Ακριβέστερα:
ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιντετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα
γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησα αὐτοὺς
καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας.
(17, 23. ἠγάπησα, όπως σε μερικούς κώδικες, όχι ηγάπησας, το
οποίο έρχεται σε αντίθεση προς τα προμνημονευθέντα χωρία, τα
αμέσως προηγούμενα και επόμενα της αποστροφής αυτής, και το
σπουδαιότερο προς το νόημα της κατά Ιωάννην οικονομίας της
σαρκώσεως του θεού)].
Τρίτον, το κοσμικό φρόνημα έχει καταδικαστεί και ο Άρχων του
Κόσμου τούτου εκβληθεί. Στον θρίαμβό του πάνω ο Άρχων επικράνθη
– είδε τον Θεό αντί για σπάραγμα του πάθους της ανθρώπινης ύπαρξης,
είδε την Ζωή αντί για νεκρό, είδε την Αλήθεια αντί για τις
φαντασμαγορίες των τριών πυλώνων της Ανάγκης. Και ο Λαβύρινθος
κατέρρευσε σαν το μαγικό Φάντασμα που είναι, τρεφόμενο από το αίμα
του ανθρώπου της παρακμής και της αδυναμίας και της ατέλειας. Το
Είδωλο του Άρχοντα γκρεμίστηκε: «εγώ νενίκηκα τον Κόσμον» (16,
33). ∆εν υφίσταται τόπος πια για ψυχοφθόρο μέριμνα στις ανάγκες του
χρόνου, – ενός εστίν χρεία, της αιωνιότητας του φωτός.

 

Ο Θεός κάνει μια υπέρβαση της δικής του κοσμικής τάξης, της αρμονίας
της φύσης, για να θεωθεί ο άνθρωπος. Χρησιμοποιεί το φθινόπωρο της
αναγκαίας περιοδικότητας στον ρυθμό του χρόνου για να τελεστεί ο
άνθρωπος σε κάτι υψηλότερο από την νέα άνοιξη, – και πάλι και πάλι,
– να διαφύγει από την οδύνη της αέναης επανακύκλωσης, το μαρτύριο
της επανάληψης του αναλλοίωτου κυματισμού στο ύψος και στο
βάθος. Έτσι διεκήρυσσε και ο Ορφικός μύστης στον θάνατό του, ότι είχε
φθάσει στο «τέλος», και όχι στην επανάληψη, της φύσης:
κύκλου δ’ ἐξέπταν βαρυπενθέος, ἀργαλέοιο
Και η παράδοση (στην ουσία η Απολλωνοποίηση του αρχέγονου
Ορφικού μυστηρίου στο τρίτο στάδιο της μεταμόρφωσής του από την
θήλεια Χθονιότητα στον άρρενα ∆ιονυσιασμό, και εκείθεν στον
Απολλώνιο εκ-στασιασμό) – κατέθετε ότι στον έσχατο φωτισμό του ο
Ορφεύς, μετά την κάθοδό του στον Άδη, αφιερώθηκε στον Απόλλωνα,
και γι αυτό τιμωρήθηκε από τον ∆ιόνυσο με τον διονυσιακό διαμελισμό
του στα χέρια των Βασσαρίδων (Αισχύλου Βασσάραι).
Μέρος του σχεδίου του Θεού είναι η Πτώση του ανθρώπου στην
πολύπονο μέριμνα του χρόνου, και η Φθορά του στην παρακμή της
Ελληνικής απελευθέρωσης από τα δεσμά των αναγκών του χρόνου,
ώστε να σαρκωθεί ο Θεός Υιός και να πάθει τα δεινά της ανθρώπινης
ύπαρξης ως τέλειος άνθρωπος, και να αναστηθεί στον χρόνο ο Αιώνιος,
για να δείξει στον άνθρωπο της απόγνωσης ότι το πάθος της χρονικής
ύπαρξης, η νηλεής ανάγκη του γίγνεσθαι και μη-ακόμη-είναι, όχι μόνο
δεν έχει σημασία για το «τέλος» της αιωνιότητας, αλλά και είναι
αντινομιακή προϋπόθεση για την επίτευξη εκείνου, γιατί ο άνθρωπος
βιώνει τον χρόνο ως λαβύρινθο μάταιου μόχθου και τον Κόσμο ως Άδη
με τον Πονηρό άρχοντά του, και όχι ως φυσική αρμονία της κοσμικής
θείας τάξης, ακριβώς επειδή λαχταρά για την υπερβατική Θέωση και
όχι απλώς για τον Παράδεισο της Φύσης. Ο άνθρωπος έχει την
σφραγίδα της οντολογικής υπόσχεσης μέσα του ότι «ήταν να είναι»
θεός, και ότι συνεπώς είναι το πεπρωμένο του να είναι θεός. Αλλά στην
αδυναμία και το σκοτάδι της παρακμής του δεν βλέπει τον δρόμο προς

 

το «τέλος». Χρειάζεται, για να βοηθηθεί ο άνθρωπος στον Λαβύρινθο
(και εκεί θα καταλήξει κατά την ανάγκη του χρόνου στην ιστορία
ακόμη και μετά την αποκάλυψη της αιωνιότητας με την επιφάνεια του
Απόλλωνα), ο Θεός να υπερβεί την φανέρωσή του στην φύση του
«Κόσμου» με μια μοναδική επιφάνεια στον χρόνο που θα κάνει αυτό
που δεν κάνει ο Απόλλων – να συμπάσχει με τον άνθρωπο στα έσχατα
της οδύνης και ταπείνωσής του.
Ο Χριστός είναι αυτή η υπέρβαση αγάπης του Θεού. Η πίστη στην
αγάπη του Χριστού οδηγεί στην γνώση της αλήθειας γιατί ο Χριστός
είναι η αλήθεια, αφού είναι το φως της θεότητας, και το φως του Είναι
συνιστά την ουσία της αιωνιότητας. Έτσι ο Χριστός είναι η Οδός (η
Αγάπη), και η Αλήθεια (το Απόλυτο Είναι) και η Ζωή (η Αιωνιότητα), –
το ίδιο σε τρεις απόψεις της ανθρώπινης βίωσης και νόησής του.
Στον κλασσικό Ελληνισμό, η αλήθεια ανοίγει με τον έρωτα του
κάλλους, γιατί αλήθεια και κάλλος είναι το ίδιο πράγμα χωριζόμενο
στην χρονική ύπαρξη ως αρετή ώριμου πνεύματος και νεαρού σώματος.
Ο Απόλλων της αιωνιότητας είναι ένας, αγλαός Πρωθήβης, πάννοος
Παλαιός των Ημερών, Άναξ του Κάλλους και της Αλήθειας στην άγια
ταύτισή τους. Στο έαρ του κλασσικού Ελληνισμού δεν χρειάζεται
ειδική υπερβατική επιφάνεια της θεότητας, γιατί κάθε τελειότητα
σώματος και πνεύματος σε κάλλος και αλήθεια, –
συνηρτημένων των
δύο σε μια ταυτότητα όπως της ιδέας με την πραγματικότητα, του Είναι
με το Φαίνεσθαι, του Απόλυτου με το Πλέγμα (Αρμονία) του Σχετικού,
του Θεού με τον Κόσμο ως του Μακρινού και του Παρόντος, του
Κρύφιου και του Επιφανούς, –
αποτελεί επιφάνεια του Απόλλωνα.
Και η πίστη φαίνεται, όπως και ο έρως, αλλιώς δεν είναι πραγματικά.
Έρως και Πίστη του Ελληνισμού δεν είναι νεφελώδεις
συναισθηματικές αναταράξεις του εσώτερου ψυχισμού του

 

Υποκειμένου, αλλά φοβερά και επιφανή κατά νουν και πράξη βιώματα
της ανθρώπινης ολοκληρίας.
Ο έρως φανερώνεται με την συνεχή τριβή του ερώντος προς το κάλλος,
από την οποία πύρινη λατρεία ξεπηδά το φως της έμπνευσης, και ο
ερών, εισπνέοντας (εισπνήλας) την πνοή του κάλλους που φυσάει ο
καλός (αΐτης), διαπνεόμενος υπό του κάλλους και μορφούμενος ο ίδιος
εις κάλλος, (αφού ταύτιση επιτυγχάνεται δι’ ομοιότητας προς
ταυτότητα), – εξίσταται του χρόνου στα υψηλά επιτεύγματα
αεθλοφορίας, ποίησης, τέχνης, σκέψης – όλων των ωραίων σχολασμών
εις εορταστική παιδιάν αιωνιότητας από τις θυμοφθόρες, βαρύνουσες,
κατωφερείς ασχολίες με τις ανάγκες του χρόνου. (∆ωρικός έρως,
Λυρικός ποιητικός οίστρος [“ψάλλω δ’ εἴκοσι χορδῇσι μάγαδιν
ἔχων,/ ὦ Λεύκασπι, σὺ δ’ ἡβᾷς”, Ανακρέων, Fr. 96 Gentili; cf. Frr.
95; 83; 15], Πλατωνικός Φαίδρος, Συμπόσιο).
Η πίστη φανερώνεται με την παρρησία εν Χριστώ. Ο πιστός γίνεται
όμοιος Χριστού στον χαρακτήρα της ύπαρξης και στην ζωή του. Είναι
άγιος, η αμαρτία δεν τον αγγίζει (Επιστολή Α ́, 3, 8-9; 5, 18-9), και η
αγιότητά του συνίσταται στην αλήθεια. καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω
ἐμαυτόν, ἵνα ὦσιν καὶ αὐτοὶ ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ (Κατά
Ιωάννην, 17, 19). Ο Χριστός αγιάζει εαυτόν ως άνθρωπος μέσα στον
χρόνο, στον ρύπο της γενέσεως αυτός αγνός, για να είναι και οι
μαθητές του και οι πιστοί όμοιοί του αγιασμένοι εν αληθεία. Η πίστη
λοιπόν δεν είναι νεκρός τύπος, μαγική απαγγελία λογίων και
τελετουργία ιεροπραξιών, ούτε φυσικά νομοκανονική και ηθικονομική
διαβίωση. Είναι ομοίωση Χριστού. Όπως ο Κούρος ως ανθός κάλλους
του κόσμου είναι το “άγαλμα” του Απόλλωνα (η εικόνα του και ο εφ’ ω
αγάλλεται ο θεός), ανάλογα και ο Άγιος είναι το άγαλμα του Χριστού.
Πιστός είναι ο άγιος. Και ο άγιος εν αληθεία, ο πιστός εν Χριστώ, έχει
παρρησία. Είναι ο εσθλός της Ορθοδοξίας, δεν είναι δειλός (όπως στον
αρχαϊκό Ελληνισμό ο τετελεσμένος στο «τέλος» της τελειότητας, ο
Εσθλός, αντίκειται αξιολογικά στον ατελή, και γι αυτό φοβισμένο,
στον ∆ειλό). Και η παρρησία συνίσταται στο ότι, με το να πιστεύει στον

50

Χριστό ενεργά γενόμενος δοχεύς Χριστού, ζει την αιωνιότητα, είναι ένα
με τον Θεό, και συνεπώς ζητεί από τον Θεό και του δίνεται (Επιστολή
Α ́, 5, 11-6): καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ παρρησία ἥν ἔχομεν πρὸς αὐτόν, ὅτι
ἐάν τι αἰτώμεθα κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ἀκούει ἡμῶν. καὶ ἐὰν
οἴδαμεν ὅτι ἀκούει ἡμῶν ὅ ἐὰν αἰτώμεθα, οἴδαμεν ὅτι ἔχομεν τὰ
αἰτήματα ἅ ἠτήκαμεν παρ’ αὐτοῦ. (Και Κατά Ιωάννην, 15, 7). Ο
μάρτυς είναι ο στεφανηφόρος αθλητής του Χριστού, νικητής στον
αγώνα της φανερής πίστεως – ο μάρτυς μαρτυρεί την Οδό και την
Αλήθεια και την Ζωή της Αιωνιότητας, παρρησιαζόμενος προς πάντα
τα εν χρόνω, και ιδίως προς τις αρχές και τις κυριότητες του κόσμου
τούτου, τις οποίες δεν φοβάται ούτε αξιολογεί αφού γνωρίζει ότι ο ίδιος
δεν είναι εκ του κόσμου τούτου (Κατά Ιωάννην, 15, 18-9), όπως ο
Χριστός προς τον οποίο έχει ομοιωθεί, γεννηθείς εκ θεού, όπως ο
Χριστός, και άρα τα κοσμικά δεν τον φθάνουν, όπως ούτε τον Χριστό.
Και ο τέλειος μοναχός, ζώσα μαρτυρία της υπεσχημένης εν σφραγίδι
δωρεάς θέωσης του ανθρώπου, βλέπει, στον Ησυχασμό από παντός
κοσμικού φρονήματος και κινήματος, τις υπερούσιες τριαδικές
αστραπές του φωτός της αιωνιότητος, θεόπτης και θεούμενος ο
Χριστοφόρος. Και ακόμη ο ιερός όντως θεολόγος, ο Πατήρ της
Εκκλησίας των πιστών, ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας,
παρρησιαζόμενος προς την φαντασίωση γνώσης του πνεύματος του
κόσμου τούτου, –
του αιθαλωμένου μέσα στην μέριμνα του χρόνου, του
θεραπεύοντος την χρησιμότητα στις ανάγκες του χρόνου και
υπηρετούντος τον Άρχοντα του Κόσμου τούτου –
παρρησιαζόμενος
την αλήθεια της αιωνιότητας. Τέλος δε, ο ιερός καλλιτέχνης μαρτυρεί
και αυτός, παρρησιαζόμενος απέναντι στα κοσμικά ρεύματα και
επιτεύγματα της τέχνης, την νέα αποκάλυψη εκφράζοντας αισθητά
ανελάττωτο το πνεύμα στην καινή ταύτιση αλήθειας και κάλλους, σε
αγιογραφία, αρχιτεκτονική, μουσική, – όλων συντεινόντων στο μέγα
έργο τέχνης (κατά τον «κόσμο» της φύσεως και υπέρ αυτόν) του ναού,

 

του ζωγραφικού του πλούτου (αντίστοιχο προς τον γλυπτικό διάκοσμο
του αρχαίου ναού) , και του καινού και αιώνιου λειτουργικού δράματος
τελουμένου στις ιερουργικές δράσεις του και υμνολογικές στάσεις του
ως νέα τραγωδία.

Το συστατικό βίωμα του Ορθόδοξου Ελληνισμού είναι ακριβώς η
Παρρησία εν Χριστώ, ενεργός φανέρωση της Πίστεως εις Χριστόν ως
αγιότης Χριστοείκελος, ως μαρτυρία μαρτυρίου, ως θεουργία θεοθέλητη,
ως θεολογία αληθής, ως τέχνη ̟νευματοαισθητική.
Ο χειμώνας της νέας γέννας του Ελληνισμού, αντίστοιχος γενικά της
Γεωμετρικής Εποχής της πρώτης, καλύπτει τους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους
και την θεμελιώδη αρχική καλλιέργεια του σπόρου του συστατικού βιώματος,
με τους πρώτους καρπούς αυτής της καλλιέργειας στην διαμόρφωση του
δόγματος και της θεολογίας της πίστεως. Από την γέννηση του Χριστού (σαν
την έλευση του Απόλλωνα με την Κάθοδο των ∆ωριέων) μέχρι τον Μ.
Κωνσταντίνο (σαν τον Λυκούργο του Χριστιανισμού) – 2 π. Χ. που τίθεται η
Γέννηση από τον Ευσέβιο μέχρι το 313 μ. Χ. και το Έδικτο της
Ανεξιθρησκείας.

Το έαρ του Ορθόδοξου Ελληνισμού περιλαμβάνει την κυρίως Εποχή των
Πατέρων και των μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, την περίοδο των
προκλήσεων που προκάλεσε ο διπλός ιστορικογεωγραφικός περιορισμός της
αυτοκρατορίας με την κατάρρευση του δυτικού τμήματος (476 μ. Χ.) και την
προβολή του Μουσουλμανικού τόξου στα ανατολικά (κατάκτηση Συρίας και
Αιγύπτου, 638-640), οπότε και δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την
μετατροπή της αυτοκρατορίας σε Ελληνική, και τρίτον το θεμελιακό
πρόβλημα της Εικονομαχίας και την ήττα του ανθελληνικού εκ των άνω
κινήματος. Από το Έδικτο των Μεδιολάνων μέχρι την νίκη επί της
Εικονομαχίας (Κυριακή της Ορθοδοξίας), 842 μ. Χ. , την πρώτη ανάρρηση
στον Πατριαρχικό θρόνο του Φωτίου (858 μ. Χ.) και την άνοδο στην αρχή
της Μακεδονικής ∆υναστείας (867 μ. Χ.). – Κύριο μέλημα τώρα είναι να πάρει
οικεία και εναρμόνιο Μορφή το καινόν βίωμα στο ∆όγμα, θεολογία και
λατρεία, καθώς και να διαμορφωθεί το ιδεώδες του μοναχισμού (Χριστιανός
φιλόσοφος ο μοναχός).
Το θέρος του Ορθόδοξου Ελληνισμού εξικνείται από την ∆υναστεία των
Μακεδόνων μέχρι την δυναστεία των Παλαιολόγων και τις δύο Πτώσεις της

 

Πόλης, από τους ∆υτικούς (1204) και τους Οθωμανούς (1453). Είναι η εποχή
της ιδιοταυτωτικής πολιτισμικής τελειότητας σε τέχνη και αρχιτεκτονική,
φιλοσοφική θεολογία και μουσική, καλλιέργεια του λόγου και κλασσικές
σπουδές, ιστορία και ιδεολογική πολεμική. Λάμπει το θαύμα της Βυζαντινής
τέχνης. Η θεολογία του Ησυχαστικού κινήματος (Γρηγόριος Παλαμάς και
μοναχισμός), με την κατασίγαση του θορύβου του χρόνου και την θεωρία των
συστατικών του κοσμικού όντος άκτιστων ενενργειών του Θεού, εκφράζει
απερίφραστα τον Ελληνισμό της Ορθοδοξίας. Η διάσταση στην σύλληψη του
Χριστιανισμού μεταξύ ∆ύσης και Ελληνισμού που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται
ευθύς εξ αρχής και ιδίως από τον 5ο

αιώνα, οδηγείται στην φυσική ρήξη με το

Σχίσμα (Φώτιος, Μιχαήλ Κηρουλάριος).
Το φθινό̟ωρο του Ορθόδοξου Ελληνισμού συμπαρεκτείνεται χρονολογικά
με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο, α̟οδυναμούμενο ̟ολιτικά,
οικονομικά και στρατιωτικά μετά την Ελληνο̟οίηση της Αυτοκρατορίας
(αεί̟οτε ατελέσφορος η Ελληνική διαχείριση των αναγκών του χρόνου,
ιδίως σε ζητήματα κυριαρχίας και ηγεμονών), δεν μ̟όρεσε να αντισταθεί
στην ε̟έλαση της ∆ύσης εναντίον του κεντρικού γεω̟ολιτικού συστήματος
της ιστορίας. Τον σ̟ουδαίο αυτό ρόλο, μαζί με την οργάνωση του ̟εδίου
της καθ’ ημάς Εγγύς και Μέσης Ανατολής, ανέλαβε, Θεού ̟ρονοία, η
Οθωμανική αυτοκρατορία. Και προ της επισήμου κατά διαδοχήν από την
Βυζαντινή παραλήψεως της αρχής το 1453, ο οικείος χώρος ελέγχεται εις το
πλείστον (πλην της Πόλης, του ∆εσποτάτου του Μορέως και τινων
διεσπαρμένων μικρομερειών) από τους Οθωμανούς. Ο Μωάμεθ Β ́, ̟αις 12
ετών Σουλτάνος στην θέση του πατέρα του και αρχηγός του στρατού νικά την
νέα Σταυροφορία που ο Πάπας και συνδυασμός Ευρωπαϊκών δυνάμεων υπό
τον Ιωάννη Ουνυάδη της Ουγγαρίας ξεκινούν, παραβιάζοντας μηνών συνθήκη
ειρήνης, όταν μαθαίνουν ότι παιδί κυβερνάει τώρα το Σουλτανάτο. 21 ετών ο
Πορθητής (Οθωμανικά Τουρκικά, Εμπούλ Φετχ, «Πατήρ Κατάκτησης»)
κυριεύει την Πόλη. Η ιδέα του είναι ότι συνεχίζει, και δεν αντικαθιστά, την
Αυτοκρατορία (ό̟ως είναι και η αντίληψη του Κριτόβουλου στην ιστορία
του). Ο συμβολισμός του ̟αιδός, νικητού της ∆ύσης, και του νεανίσκου
ηγεμόνα σε μια ενιαία αυτοκρατορία α̟ό την Ρωμαϊκή ε̟οχή, είναι
ισχυρός στον Ελληνισμό.
Η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν στο σχέδιο του Θεού, ό̟ως και η
Ρωμαϊκή. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία στο τελικό στάδιο ήταν κοσμικά
α̟οτυχημένη, στις εξωτερικές σχέσεις και στην εσωτερική κατάσταση,
υ̟ερβαλλόντως δε δοσμένη σε δολο̟λοκίες εξ̟ουσίας. Πολιτισμικά όμως

έλαμ̟ε όσο ̟οτέ ̟ριν. Η ενέργεια του Ελληνισμού διωχετεύετο όλη στο
οικείο πεδίο μας. Χρειαζόταν ικανός διαχειριστής των κοσμικών πραγμάτων
για να έχει ο Ελληνισμός την κλασσική και ορθόδοξο Ησυχίαν του, την
κατάσταση απερίσπαστης από την μέριμνα του χρόνου αφιέρωσης στην
δημιουργία της Μορφής της αιωνιότητας. Εν ταυτώ, η πολιτική εξουσία έρρεπε
παλινωδούσα προς την ολέθρια πολιτική της Ένωσης αντί ελπιζόμενης
βοήθειας, δηλαδή προς την αφροσύνη του και να χάσεις την θρησκευτική και
πολιτισμική ταυτότητά σου και να γίνεις κοσμικά υποτακτικός του δυτικού
εχθρού σου, εχθρού όχι κακότητας, αλλά αλλοτριότητας. Ο Ορθόδοξος
Ελληνισμός βέβαια αντιστάθηκε στην πρόκληση, παρρησιαζόμενος εν Χριστώ,
έστω και δι’ ενός ανδρός (όπως ο Μάρκος Ευγενικός), ανδρός μέγα δυναμένου
γιατί στηρίζεται στην ψυχή του λαού και στην βουλή του Θεού. Αλλά υπήρχε
μια συνεχής διελκυστίνδα Ενωτικών και Ανθενωτικών, προκαλώντας αρνητική
ενέργεια στον Ελληνισμό, παρόλο που συνέτεινε κιόλας στην λαγαρότερη
διατύπωση της Μορφής του, – και πάντως κατακρημνίζοντας ακόμη
περισσότερο την κακή πορεία του τόπου στην πολιτική ιστορία.
Η Οθωμανική αυτοκρατορία αφαίρεσε αυτήν την εστία τριβής και
α̟ελευθέρωσε τον Ελληνισμό α̟ό την ̟ολιτική εξουσία. Πλέον ο
Ορθόδοξος Ελληνισμός ήταν α̟ολύτως αυτόνομος να διατρανώσει την
ουσία του. Επί πλέον, με την αρμοδιότητα που είχε η Εκκλησία των
Ορθοδόξων στην ρύθμιση των ιδιωτικών σχέσεων των πιστών της (σύστημα
Millet), αφού αυτοί δεν υπέκειντο στην Μωαμεθανική Sharia, μέγα πεδίο
διανοιγόταν στον ρόλο της Εκκλησίας για την διαμόρφωση του υψηλού αλλά
και του βιοτικού πολιτισμού των Ελλήνων πρωτίστως κατά τον χαρακτήρα της
ταυτότητάς των, τα ήθη και τις παραδόσεις τους.
Ακόμη περισσότερο. Η ιδέα του Πορθητή για την αδιάκο̟η συνέχεια της
αυτοκρατορίας είχε, και της δόθηκε ̟ροσαυξητικά, εδραία βάση στην
̟ολιτισμική ταυτότητα της Οθωμανικής φάσης της.
Η ιερά αρχιτεκτονική συνέχισε τις δομές και το ̟νεύμα της κυριολεκτικά
Ελληνορθόδοξης τελευταίας ̟εριόδου της Βυζαντινής ναοδομίας,
οικειώθηκε την Μορφή της και την δούλεψε ανα̟τύσσοντάς την
δημιουργικά (Μέγας Σινάν, ο αρχιτέκτων Μιχαήλ Άγγελος της
αυτοκρατορίας). Η κλασσική Οθωμανική μουσική έχει τις ίδιες αρχαίες
ρίζες με την Βυζαντινή και αρύεται εξ αυτής τις τρο̟ικότητές της και τον
χαρακτήρα της (στην ίδια μεγάλη οικογένεια ̟ου ανήκει και η ∆ημοτική
μουσική και η νεώτερη Οθωμανική). Η εξαιρετική έμφαση στην
καλλιγραφία και η διακοσμητική υψηλή ̟εριτέχνηση δείχνουν αφοσίωση

στην δυναστεία της ακριβούς και ταυτόχρονα χαρίεσσας Μορφής. Στην
̟οίηση κυρίως και ̟ρωτίστως, εκφράζεται μια άφατη ευαισθησία ̟ου είναι
κοντά στο λυρικό μέλος του κλασσικού Ελληνισμού και της Βυζαντινής
υμνολογίας, μακριά α̟ό τις συναισθηματικές ταραγμένες ταλαντώσεις του
Ευρω̟αϊκού Υ̟οκειμένου, ερριμμένου στην α̟οξένωσή του α̟ό το Είναι
και α̟οξέοντος τις ̟ληγές του, και κοντά στην εκστατική ανατριχίλα του
κάλλους για τον άνθρω̟ο ̟ου είναι ένα με την ομορφιά της φύσης και την
ταυτόχρονη ιερότητά της. Ο Οθωμανικός Μυστικισμός (Μέγας Ρουμί),
ε̟ανεισάγει τον Έρωτα στην θρησκευτική εμ̟ειρία (ανοίγοντας τον δρόμο
για μέλλουσα σύνθεση ε̟ανοικείωσης του Α̟όλλωνα), άδοντας ̟οιητικά
στην ̟λέρια αντιστοίχηση του αρχαϊκού λυρισμού του κλασσικού
Ελληνισμού.
Ο Οθωμανικός ̟ολιτισμός ακολούθησε το ̟ροφανές ̟ολιτισμικό
̟ε̟ρωμένο του τό̟ου μας, του τό̟ου ̟ου εξακτινώνεται διαδοχικά α̟ό
την Ελλαδική εστία (με το ∆ωρικό τρίγωνο Ολυμ̟ίας – ∆ελφών –
Σ̟άρτης), στο ̟ολυδύναμο Βαλκανομικρασιατικό ̟εδίο (με τις δύο
ενδοχώρες του Αρχι̟ελάγους), και εν τέλει στο κεντρικό γεω̟ολιτικό
σύστημα της ιστορίας. Οι Τούρκοι εγκλιματίστηκαν στον τό̟ο,
οικειώθηκαν στο ̟νεύμα του και ανέλαβαν ως ικανότεροι την ηγεμονία του
για να το υ̟ηρετήσουν. Αυτός είναι βασικός ιστορικός όρος της ε̟ιτυχίας
στον χρόνο: η ταυτο̟οίηση με τον χώρο. Την ίδια αρχή εφάρμοσαν και οι
θεωρητικοί της Ινδογερμανικής μυθολογίας: ο εγκλιματισμός των βόρειων
Ινδογερμανικών ομάδων στον φωτεινό νότο του Ελλαδικού τό̟ου έκανε το
θαύμα του κλασσικού. Μόνο ̟ου αυτοί στον χώρο μας είναι μύθος, ενώ οι
Οθωμανοί ̟ραγματικότητα.
Ήδη στην πολιτιστική ακμή του τέλους του Βυζαντίου έχουν τεθεί οι όροι του
κλασσικού Ελληνικού μέλλοντος με την φιλοσοφική θεολογία και την απόλυτη
άρση του σκληρού διαχωρισμού θεού και κόσμου κατά την θρησκειολογία της
Κυριότητας των ∆υνάμεων, και με την κλασσική τελειότητα τέχνης και
αρχιτεκτονικής.
Αλλά ενώ ο Οθωμανισμός της αυτοκρατορίας ακολούθησε το άνυσμα της
ιστορίας κατά το θείο σχέδιο, ο Ελληνισμός υ̟ελείφθη.
Εάν έ̟ραττε τα καθ’ εαυτόν, αμέριμνος τώρα α̟ό ηγεμονικές δεσμεύσεις
και κοσμικές ανάγκες, εάν καθίστατο αυτό ̟ου ήταν να είναι, ̟αραγωγός
υψηλού ̟ολιτισμού, δημιουργός μορφών της αιωνιότητας, τότε αυτό ̟ου
̟εριμένει ο κόσμος τώρα θα γινόταν τότε, και ο κεντρικός άξονας της

ιστορίας δεν θα μετεκινείτο ̟ρος καιρόν δυτικά. Αλλά βέβαια θεός και
φύση και ιστορία δεν σφάλλουν. Ε̟εφυλάσσετο για το δικό μας μέλλον και
για σκο̟ό ανυ̟ερθέτως μεγαλύτερο, την ερχόμενη κατάσταση της
οικουμένης, η μεγάλη Ε̟ανόρθωση, και η διαδρομή του φθινο̟ώρου ήταν
αναγκαία για αυτήν τότε. Λέγω τα ̟ρορρηθέντα για να τονίσω ότι ο
̟ολιτισμικός Ελληνισμός, ως βίωμα αιωνιότητας, αναδιαρθρώνεται στον
χρόνο με την μια ή την άλλη μορφή αιωνιότητας ̟ου έχει ̟λάσει, – ή με
την σύνθεσή τους. ∆εν ̟εθαίνει στον χρόνο.
Ο Ορθόδοξος Ελληνισμός καταρρέει ̟ολιτισμικά ε̟ί Οθωμανικής
αυτοκρατορίας.
Η μεγάλη τέχνη της ζωγραφικής (αντίστοιχη της ̟λαστικής του
κλασσικού), μετά την ιδιότρο̟η έξαψη της Κρητικής σχολής τον 16ο
αιώνα
̟ου σεμνύνεται με την αιφνίδια θολή λάμψη του κεριού και του καντηλιού
̟ου σβύνει έχοντας καταναλωθεί, υ̟οβαθμίζεται συνεχώς. Η Κρητική
(ε̟ίσης, φευ! – «αεί̟οτε μισθοφόροι», μετά συγκαταβάσεως λεχθέν)
λογοτεχνία φαιδριάζει θηλυ̟ρε̟ώς εις αλλόκοτες μιμήσεις γλυκανάλατου
ι̟̟οτικού καλοτρο̟ισμού, α̟λοϊκής στιχουργίας και άμορφου
συναισθηματισμού. Την γνήσια Ελληνική ̟οιητικότητα αναλαμβάνει ̟λέον
η ψυχή του λαού με την ∆ημοτική ̟οίηση και τραγούδι και χορό – την
ολοκληρία κατ’ ευθείαν α̟όγονο του λυρικού χορικού μέλους – ό̟ως
ανάλογα και στην λαϊκή αρχιτεκτονική. Η θεολογία είναι υ̟οτονική και
̟ε̟ατημένη. Αντί της οικείας άνθισης, στη Εκκλησία είτε μηρυκάζουν
χωρίς κατανόηση τα καλώς λεχθέντα α̟ό τους Πατέρες, είτε διαμάχονται
̟ερί του ̟οιό α̟ό τα Ευρω̟αϊκά, ο Καθολικισμός ή η ∆ιαμαρτυρία, είναι
̟λησιέστερο ̟ρος τα ημέτερα κειμηλιώδη, του ̟νεύματος α̟οστατούντος,
είτε συνε̟ώς ηθικολογούν Προτεσταντικά είτε ιεραρχομανούν Πα̟ικά,
είτε, το ̟ρακτικώτερο και συνηθέστερο, ̟ασχίζουν για οφφίκια
εξαγοράζοντες και εξαγοραζόμενοι. Η ̟αιδεία, ευθύνη και αυτή τώρα της
Εκκλησίας α̟ό τον ίδιο τον οργανισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,
αμελείται, η δε κλασσική ̟εριω̟ή α̟λά εξοβελίζεται με την θλιβερή όσο
και ανόητη υ̟οκείμενη ̟ρόφαση του κατά της Ελληνικής ειδωλολατρείας
αγώνα. Είναι σαν να ξανακούς τις α̟λοϊκές και για αυτό φανατικές
μεμψιμοιρίες των Αλόγων του 2ου μ. Χ. αιώνα ̟ου διεμαρτύροντο και κατά
του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου με ̟ρόφαση την Γνωστική συνάφειά του.
Αλλά Ορθοδοξία χωρίς Ελληνισμό είναι Είδωλο. Στην αντίθετη
κατεύθυνση, ξενόφερτοι και ξενο̟αιδευμένοι αλλοιώνουν την ̟αιδεία, τόσο
στην κλασσική όσο και στην ορθόδοξη δομή της, με ε̟ιστημονισμούς των

Ευρω̟αϊκών εξελίξεων. Ο̟ότε φυσικά ανοίγουν διά̟λατα οι ̟όρτες και
για την διαφωτιστική κακομάθεια όταν έρθει η ώρα. Βεβαίως υ̟άρχουν
εξαιρέσεις. Αλλά ε̟αληθεύουν τον κανόνα της γενικής στα ̟άντα
συνδυασμένης ύφεσης. Η ε̟οχή της μεγάλης ̟αρακμής είναι εδώ. Λόγω
της ύφεσης του οικείου, όλο και ̟ερισσότερο καλλιεργείται το αλλότριο.
Και όταν το συστατικό βίωμα του ̟ολιτισμικού λαού δεν βρίσκει την
ικανο̟οίησή του σε νοηματοδοτικές δημιουργίες του υψηλού ̟ολιτισμού
̟ου να το εκφράζουν ̟αρέχοντας τις α̟οκαλυ̟τικές Μορφές φανέρωσής
του, ο λαός α̟οξενώνεται α̟ό το σύστημα των μορφών ̟ου έγιναν
ανενεργές χάνοντας το ̟νεύμα τους, – και δείχνουν τον θάνατό τους με την
αδυναμία δημιουργίας νέας ̟ροβολής της ουσίας των, νέας και ̟αλαιάς
όσο η καταβολή του συστατικού βιώματος η ίδια, (ό̟ως ε̟’ εσχάτοις του
Βυζαντίου έγινε με το βαρυσήμαντο κίνημα της ησυχαστικής Στάσης), με
το σταμάτημα της ροής μεγάλων εκφράσεων της μορφολογίας των.
Αφού το σύστημα δεν ̟αράγει νέα έργα ̟εριω̟ής ̟ου να τα αναγνωρίζει η
ψυχή του λαού ως δικά της ε̟ιτεύγματα των μεγάλων ̟αιδιών της, ̟ως θα
̟εισθεί ο άνθρω̟ος ότι ̟ρόκειται για κάτι ζωντανό με την αιώνια ζωή, ̟ως
θα ̟εισθεί ότι Είναι αφού δεν Φαίνεται με το μεγαλείο της ύ̟αρξης
̟ληρεξούσιο του Α̟όλυτου;
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ∆ημοτική ποίηση η Ορθόδοξη
θρησκευτικότητα, όχι ως εορταστικοί τύποι ενσωματωμένοι στο τρόπο βίου
του λαού, αλλά ως πίστη εν Χριστώ μαρτυρούμενη και παρρησιαζόμενη στην
ιδιαίτερη και μοναδική ουσία της δια των μεγάλων μορφών της, είναι απούσα.
Ο λαός εορτάζει όπως ο κλασσικός: με τραγούδι και χορό, ποίηση και
μουσική, σε πανηγύρεις, στα στάσιμα του χρόνου για την βίωση της
αιωνιότητας. Το ίδιο για θρησκευτικές εορτές και ιδιωτικές σημαντικές τροπές
του βίου ή ανάγκεα του ενιαυτού, γιατί κοσμικό και θείο δεν χωρίζεται στο
βίωμα του Ελληνισμού. Αλλά η θρησκευτική τελετουργία εντάσσεται στο
Πανηγύρι παρά το αντίθετο. Και αυτό έχει προκαλέσει τριβές με διχαστικούς
κληρικούς που αγνοούν το μέγα μυστήριο της ενότητας του Ελληνισμού.
Βασικά βιώματα όπως του θανάτου, επανέρχονται, ή μάλλον μένουν (γιατί από
το Είναι ενός πολιτισμού τίποτα δεν χάνεται και τίποτα ξένο δεν προστίθεται),
στην Ομηρική τονικότητα. Οι τύποι διαστέλλονται ώστε να περιλάβουν
παράγοντες μορφών από τον Κλασσικό Ελληνισμό. Στην εορτή του Αι Γιώργη
γίνεται πανηγύρι, βαρούν τα όργανα, τα παιδιά τρώνε και πίνουν, παίζουν και
αγωνίζονται, οι γέροντες εκφέρουν και αυτοί την δική τους τελειότητα της
ωριμότητας με πυκνόνοα λόγια σχολιασμού και ερμηνείας της ανθρώπινης

ύπαρξης με αφορμή πρόσωπα και πράγματα του χωριού και μαθήσεις από
πάρα πέρα, – και παρακαλούν τον άγιο με ταξίματα να πάει καλά η γιορτή.
Αλλά αυτό που είναι να γίνει γίνεται. Η αγωνιστική πρόκληση συμβαίνει.
Έρχεται καβάλα ο γιος του Τζαμαϊδιού βαστώντας δεκαλιτράρικο κερί.
Μπαίνει στην εκκλησία, προσκυνάει, και βγαίνοντας προκαλεί καυχώμενος:
τὸ ποιὸς εἶν’ ἄξιος καὶ καλὸς, ποιὸς εἶναι παλλικάρι,
ποιὸς ἔχει στήθη μάρμαρο καὶ χέρια σιδερένια,
νὰ πάμε νὰ παλαίψωμε σὲ μαρμαρένιο ἀλῶνι.
Κανείς δεν τολμάει να πάρει πάνω του την πρόκληση. Μόνο ένα μικρό αγόρι,
μούλος του Τζαμαϊδιού, πετιέται επάνω και επαναλαμβάνει τον λόγο της
πρόκλησης για τον εαυτό του. Και πάνε στο αλώνι ακολουθούμενοι από τα
όργανα και το φουσάτο όλο. Το πανηγύρι επικεντρώθηκε στον αγώνα
αριστείας. Κι εκεί το αγόρι δείχνει την αξιά του. Μάταια ο αρχοντογιός ζητάει
να σταματήσουν την πάλη, αφού είναι από τον ίδιο πατέρα και γειτόνοι. Το
παιδί επιμένει να τελειώσει ο αγώνας με νικητή και ηττημένο, έστω και αν
κρατάει πολύ και μοιάζει ισόπαλος, και προτείνει το φυσικό κριτήριο,
επαναλαμβάνοντας αυτό που είχε συμβεί στην αρχαιότητα υπό όμοιες
συνθήκες σε αγώνα παγκρατίου, με επίσης συγκλονιστικά φρικτό αποτέλεσμα:
ἐδῶ ποῦ ‘καταντήσαμε ‘δικολογιαῖς δὲν πιάνουν·
βάρει μου σὺ νὰ σοῦ βαρῶ, κρούε με, νὰ σὲ κρούω.
κι’ ὁ Τζαμαϊδὸς τὸ ‘βάρεσεν ἀνάμεσα στἀ στήθη,
πέντε πλευρὰ τοῦ τζἀκισε, καὶ δεκαπέντε τζάκους·
καὶ τὸ παιδὶ τονὲ βαρεῖ ἀνάμεσα ‘στὰ φρύδια,
καὶ τὰ μυαλὰ τοῦ ‘ρίπισεν ἐννιὰ μοδιῶνε τόπο.
Σ. Ζαμπέλιος, Άσματα ∆ημοτικά της Ελλάδος, 1852, Νο. 136
Ομηρικώτατο κατά πάντα.
Ο Ελληνισμός, κατά την περίοδο της παρακμής του Ορθόδοξου Μεγαλείου
του, καταφεύγει στην λαϊκή ψυχή, η οποία εκφράζει στην ∆ημοτική παράδοση
και στην αυθεντικά λαϊκή τέχνη (όχι τα φολκλορικά ψευδέντεχνα απομιμήματα
του λαϊκού) , όλον τον βιωματικό πλούτο του μοναδικού φαινομένου.

 

Η παρακμή του Ορθόδοξου Ελληνισμού σηματοδοτεί την δημιουργία της
∆ημοτικής Παράδοσης. Η ψυχή κρατάει την γνησιότητα της ταυτότητάς της
και παράγει η ίδια μορφές πολιτισμού, όταν το σύστημά της παρακμάζει και
δεν γεννάει μεγαλείο, και όταν ξενοκοιτάζει (κοιτάει και εν κοιτώνι) μάταια
κατά Πίνδαρο.
Η παρακμή του Ορθόδοξου Ελληνισμού δεν οφείλεται στην Οθωμανική
αυτοκρατορία, όντας ενδογενής. Αντιθέτως μάλιστα, η παρακμή του
αποστέρησε την Αυτοκρατορία από την υψηλή πολιτισμική του καθοδήγηση
για την διαμόρφωση οικείας απόκρισης στην πρόκληση της Ευρωπαϊκής
προβολής, όταν μάλιστα η ανάγκη της απόκρισης έγινε επιτακτική από τον 18ο
κυρίως αιώνα και μετά. Έτσι η Οθωμανική αυτοκρατορία παρήκμασε και
έπεσε και η ίδια στην προσπάθεια εξευρωπαϊσμού της (του ανοήτως λεγομένου
εκσυγχρονισμού) – ακριβώς όπως εν συνεχεία και το νεοελληνικό κράτος, μόνο
που αυτό δεν είχε εξ αρχής ελπίδες λόγω συστατικού ιδρυτικού του λάθους
(Αριστοτέλης).

*

 

VIII

Το 8ο
μετά την Ε̟τάδα

τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον, ανώνυμον
(την οδόν του Μηδενός, του “Ουκ έστιν”, Παρμενίδης, B8.17 DK28)

Ο Νεοελληνισμός, ως σύστημα Νεοελληνικού κράτους, α̟οτελεί τον
θάνατο του Ορθοδόξου Ελληνισμού. Με τον Κλασσικό Ελληνισμό δεν
είχε καμμιά οργανική σχέση, αφού με κλασσικό εννοούσε την τρέχουσα
Ευρω̟αϊκή εκδοχή του. Την ∆ημοτική ̟αράδοση ̟εριθωριο̟οίησε ως
νεό̟λουτος με φθηνό γούστο. Είναι το Μηδέν ̟ου ̟ροφασίζεται με ξένα
δεκανίκια ότι υ̟άρχει στο Φαίνεσθαι ̟ου αντί να α̟οκαλύ̟τει το Είναι, το
̟αρα̟οιεί και διαστρέφει.
Ένα κράτος που στήθηκε (όχι αναγνωρίστηκε) με την απόφαση ∆υνάμεων
εκτός του οικείου χώρου του για τις δικές τους στρατηγικές (και αυτό φυσικά
δεν αποτελεί κατηγορία κατ’ αυτών, κατηγορία θα ήταν αν δρούσαν ενάντια
στα συμφέροντα της χώρας των και των λαών των), και χρησίμεψε συχνά και
χρησιμοποιείται και τώρα για να αποτελεί σημείο ανωμαλίας του δικού του
γεωπολιτικού πεδίου, –
Ένα κράτος που βασίστηκε και βασίζεται στην πολιτική,
οικονομική, στρατιωτική, οργανωτική και, Θεέ, πολιτιστική καθοριστική
εξάρτηση από χώρες αλλότριες, και που αυτή η εξάρτηση του έχει γίνει
ναρκωτικό και δογματικό σύμβολο πίστεως, –
Ένα κράτος που είναι μόνιμα
επαίτης πολιτικός, διπλωματικός, οικονομικός, στρατιωτικός, και, Θεέ,
πολιτιστικός, χωρών αλλοτρίων πολιτισμικά και εξορίων γεωπολιτικά, –
‘Ένα
κράτος που αλλοτριώθηκε από την ταυτότητά του, που δεν απέκτησε
ουσιαστική σχέση με κανέναν από τους τρεις άξονες της ταυτότητάς του στην
ιστορία, τον Κλασσικό, τον Ορθόδοξο, τον ∆ημοτικό, – που χρησιμοποίησε

 

κατά περίπτωση τους άξονες τον ένα εναντίον του άλλου για να διαλύσει την
επιρροή και των τριών (χωρίς φυσικά αποτέλεσμα στον λαό και στους αριστείς,
αλλά του φθάνει να βαυκαλίζεται ενδοσυστημικά με επιτυχία ενώ η χώρα
βυθίζεται κατά το χρεών στην άβυσσο της παντελούς αναξιοπιστίας και
αδυναμίας), –
Ένα κράτος που όντως θα μείνει στην ιστορία ως υποσημείωση
του που καταλήγουν ολέθρια τα πράγματα αν ένα εγχείρημα στηθεί λάθος (για
δέστε τι συνέβη με αυτούς εκεί!), όταν μάλιστα επιμένουν οι ταγοί του (οι
ηγετικές αναξιοκρατίες του) δαιμονικά στο λάθος, οπότε ο Απόλλων τους
εξολοθρεύει, το Πνεύμα τους βδελύττεται και ακόμη ο Θεός της Αγάπης τους
αποστρέφεται, –
Ένα τέτοιο κράτος είναι θάνατος. Τώρα το λένε failed state.
Ο Νεοελληνισμός δεν έχει Έρωτα του Κάλλους, –
Ούτε Παρρησία εν
Χριστώ, –
Ούτε βιώνει τον ̟λούτο του διασκορ̟ισμένου αρχαίου βιώματος
στην ∆ημοτική ̟αράδοση, ανολοκλήρωτου στην κλασσική ̟εριω̟ή αλλά
αυθεντικού, –
Ε̟ομένως ο Νεοελληνισμός είναι Βαρβαρισμός. Και
μάλιστα στο τετράγωνο ως Βαρβαρισμός μιμητικός Βαρβαρισμού.
Τα συστατικά βιώματα της ̟ολιτισμικής μας ταυτότητας φαίνονται όταν
υ̟άρχουν (ό̟ως το Είναι αναγκαία Φαίνεται), και α̟οκαλύ̟τονται σε
υψηλές μορφές ̟ολιτισμού, και τρό̟ο ζωής σκέψης και αξιολογίας. Και
στον Νεοελληνισμό δεν φαίνονται. Συνε̟ώς δεν υ̟άρχουν.
Άφες ότι και φαίνονται τα ενάντια. Ό̟ως όταν καταστρέφει ο δύσμοιρος
Ακρό̟ολη και Παρθενώνα και ναό Ε̟ικουρίου Α̟όλλωνος, για να
αναφέρω τα μέγιστα, και δεν ξέρει τι κάνει. Την στιγμή ̟ου έχει ε̟ί τέλους
αναγνωρισθεί ότι ήταν α̟ρέ̟εια η συμ̟λήρωση των ελλει̟όντων μελών
αρχαίων αγαλμάτων α̟ό τους γλύ̟τες του Μ̟αρόκ, ̟ρος τους ο̟οίους
συγκρινόμενοι οι σημερινοί ̟ολύ ̟ερισσότερο ̟αρεμβατικοί αρχιτέκτονες
και μηχανικοί είναι νάνοι.

 

Αρνητής Χριστού και Υβριστής Απόλλωνος ο άθλιος Νεοελληνισμός
πορεύεται οιστρηλατούμενος υπό της θεόθεν Άτης στην λεωφόρο της
απωλείας, καταδικασμένος στη διαρκή κακομίμηση του αλλότριου.

Για την κατάντια της ∆ιοίκησης της Εκκλησίας, θεραπαινίδος της πολιτικής
εξουσίας και άπιστης εν Χριστώ κατά την καιρική πολιτισμική μωρία της
θνήσκουσας Ευρώπης, αφού δεν παρρησιάζεται μετά ύψους και αυθεντίας και
λόγου αληθείας προς την μιάν και την άλλη, δεν χρειάζεται άλλο τι σχόλιο,
(ιδίως τις έσχατες αυτές ημέρες του αποσκυβαλισμού της), παρά το
Παπαδιαμάντειο, που ταυτόχρονα προσδιορίζει και τον αστικό Νεοελληνισμό
του συστήματος:
Κατήλθε άγγελος Θεού σε μεγάλη εορτή για να φέρει σε όσους τα ποθούν τρία
μεγασθενή δώρα. Στο χέρι του κρατούσε άστρο, στο στέρνο του έπαλλε ζωή
και δύναμη, και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης.
Στο πλούσιο σπίτι και στην πτωχική καλύβα, στον δρόμο και στις διασκεδάσεις
των ανθρώπων της πόλης, συνάντησε κατά περίπτωση ανία, σεμνοτυφία, το
ανωφελές της ζωής, ξενομανία, δυσαρέσκεια, βλασφημία της τύχης,
κακομεταχείριση, αναλγησία, δυσπραγία, ναρκωτική προσήλωση στο
απνευμάτιστο, μέθη και χαρτοπαιξία και ασχημονία και καταφορά κατά αγίων.
Ο Άγγελος απογοητεύθηκε σφόδρα.
“… καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν.
Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νἀ μετροῦν
νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ
εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ
μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ ∆αρείου,
ποιούντα διαφορους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. ∆εξιὰ
καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον με πεπλασμένας φωνάς:Τὸν
∆εσπότην καὶ ἀρχιερέα!
Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του –
τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν
αὖραν, τὴν ἱκανὴν νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν
πλασμένην διὰ νὰ πἀλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσσε τὰς πτερύγας,
καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἀψῖδας”.

 

Α. Παπαδιαμάντης, Πτερόεντα ∆ώρα, 1907, Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος
(κριτική εκδ.), Ά̟αντα, Τομ. ∆ ́, σελ. 192.

*

IX Αφορισμός Μέλλοντος

Η Ευρώ̟η θνήσκει τον θάνατο του τεχνολογικού ̟ολιτισμού της,
τελευταίας φάσης του συστατικού Υ̟οκειμενισμού της, του τεχνολογικού
ορθολογισμού κι της τεχνολογικής αξιολογίας.
Ο κόσμος βρίσκεται σε μια μεγαε̟οχή μεταβολών. Αυτές οι ε̟οχές είναι
δύο τύ̟ων. Ή το γερασμένο πεθαίνει με λαίλαπα καταστροφής από την οποία
προκύπτει η νέα γέννα (προς το τέλος της 2ης χιλιετίας π. Χ. για το οικείο μας
κεντρικό σύστημα της ιστορίας, και τέλος της 1ης χιλιετίας μ. Χ. για το
Ευρωπαϊκό σύστημα), – ή ο άνθρωπος βρίσκει την δύναμη να κάνει την μεγάλη
μεταβολή μέσα στην παρακμή χωρίς θάνατο, χωρίς ιστορικό στρώμα
καταστροφής (στο τέλος τη; 1ης χιλιετίας π. Χ. και αρχές της 1ης μ. Χ. για το
οικουμενικό σύστημα του Κεντρικού συστήματος με τις προσθήκες του στον
Ευρωπαϊκό χώρο).
Η δυνατότητα της δεύτερης ̟ερί̟τωσης θεμελιώνεται στην λειτουργία του
Άξονα του Ελληνισμού, ιδίως στην Κλασσική Μορφολογία του. Έχω
εξηγήσει γιατί το μόνο εναλλακτικό μοντέλο για αυτήν την σχετικά ομαλή
διεκ̟εραίωση της ανανέωσης μιας γερασμένης ̟ολιτισμικής φάσης, το
βίωμα του Ιερού Γάμου της συζυγίας των δύο αρχών των δύο ̟ρώτων
κοσμοϊστορικών ε̟αναστάσεων του ανθρώ̟ου, (η Κινεζική αρμονία
βασίζεται σε αυτό), δεν αρκεί και δεν ισχύει για την εξασφάλιση του
ζητούμενου.

 

Ο άξονας του ̟ολιτισμικού Ελληνισμού μορφολογείται εντελέστερα στον
οικείο χώρο του. Η συνδρομή για το μέλλον του οικείου μας Κεντρικού
Συστήματος της ιστορίας θα είναι καθοριστική. Η τάση για τον
ε̟ανασυντονισμό του συστήματος ασκείται ήδη, και το σύστημα αρχίζει να
αυτονομείται, αναδυναμούται και ε̟ανενεργο̟οιείται. Η Τουρκία
συνειδητά ακολουθεί τον Γνώμονα της ιστορίας και συνεργεί στο Άνυσμά
της. Κερδίζει συνεχώς από αυτήν την στρατηγική. Έχει αποδείξει εξαιρετική
ικανότητα διαχείρισης των θεμάτων του οικείου μας δυναμικού πεδίου,
κάνοντας μια θεαματική επάνοδο σε λιγώτερο από 100 χρόνια μετά την
διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας του χώρου μας. Ο ρόλος της
Ελλάδας στην ̟ολιτισμική θεμελίωση των νέων δομών για το μέλλον χωρίς
καταστροφή ε̟ί τη βάσει της μορφολογίας του κλασσικού βιώματος, θα
ήταν καθοριστική (αυτό ̟ου ο Ελληνισμός είναι καλός να κάνει άριστα).
Α̟αιτείται συνέργεια Ελλάδας – Τουρκίας. Να ̟άψει η Ελλάδα να είναι,
υ̟έρ ξένων ̟ρος τον χώρο δυνάμεων, το σημείο ανωμαλίας στην νέα και
φυσική συσσωμάτωση των μερών του κεντρικού συστήματος, – το ο̟οίο
έτσι και αλλιώς έχει ε̟ιδείξει στην μακραίωνα ιστορία τεράστιο
κεντρομόλο δημιουργικό δυναμικό (η λεκάνη ανθρω̟ογεωραφικής
συρροής της ανατολικής Μεσογείου με τις ενδοχώρες της).
Οι ΗΠΑ, για την εδραίωση της οικουμενικής ηγεμονίας τους, και για την
μεταμόρφωση της στο μέσο μέλλον σε νέα αυτοκρατορία παλαιού τύπου της
οικουμένης, ως παγκόσμιας συνέργειας και όχι ως αποικιοκρατίας η κυριαρχίας
που δεν γίνεται, χρειάζονται τον Κλασσικό άξονα σταθερο̟οίησης του
ανθρώ̟ου. Άρα χρειάζονται και την ειδική σχέση τους ̟ρος το Κεντρικό
σύστημα της ιστορίας έναντι ̟αντός άλλου ̟ροηγουμένου συστήματος
συμμαχιών. Τα διαχρονικά και τρέχοντα ̟ροβλήματα του κεντρικού
συστήματος είναι α̟λά η αρνητική όψη της υ̟εραίρουσας σημασίας του. Οι
δυναμικές γραμμές του ̟αγκόσμιου συστήματος ̟υκνώνουν εδώ λόγω της
̟ολιτισμικής υ̟εροχής του όταν είναι ενεργή.
Η Αμερική, αργά ή γρήγορα, και μάλλον γρηγορώτερα υπό την πίεση των
αδιεξόδων ̟ου δημιουργεί η ̟αλαιά αναχρονιστική ̟ολιτική τους α̟ό τους
καιρούς μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα αναπροσαρμόσει την
στρατηγική της προς τον ρόλο της ως ηγεμονικής δύναμης με ευθύνη για την
ομαλή συνέργεια των μερών του όλου. Ουσιώδες τώρα είναι η ιδεολογία του
Κλασσικού για την υ̟έρβαση της νοσηρής Ευρω̟αϊκής ̟αρακμής ̟ου
βαίνει ̟ρος α̟οσταθερο̟οίηση όλων των συστημάτων, βιολογικού,
̟ληθυσμιακού, οικονομικού, κοινωνικού, συνεργειακού.

 

∆εν υ̟άρχει καλύτερος και ισχυρότερος σταθερο̟οιητής α̟ό το
Κλασσικό.
Και το Κλασσικό ανθεί αυθεντικά και αρχετυ̟ικά στον κλασσικό χώρο. Με
την α̟αραίτητη συνέργεια του κεντρικού συστήματος της ιστορίας.
Άρα. Για την ομαλότερη δυνατή διεκ̟εραίωση της μεταβατικής ̟εριόδου
του ̟αρόντος χρειάζεται το Κλασσικό, και ο ενδογενής συντονισμός του
κεντρικού γεω̟ολιτικού συστήματος. Η Αμερική χρειάζεται ̟ροεξεχόντως
λοι̟όν και τα δύο. Οι ̟αλαιές συμμαχίες ανήκουν σε άλλη ε̟οχή. Τώρα
στους κινδύνους και στις ̟ροκλήσεις της ε̟οχής δεν χρειάζονται ̟αρά
συμμαχίες των δυναμένων και βουλομένων γύρω α̟ό μεγάλες ιδέες για
ριζοσ̟αστικά paradigm shifts. Τέτοιες ιδέες είναι οι ορφές του
Κλασσικού και το κεντρικό γεω̟ολιτικό ̟εδίο της ιστορίας.
Αυτή είναι η μορφή. Τα ε̟ί μέρους έ̟ονται και εξειδικεύονται για ό̟οιον
την κατανοεί ̟ραγματικά και δεν ̟άει ̟ονηρά να την εκμεταλλευθεί. Τότε
ο Α̟όλλων θυμώνει και τα χαλάει όλα.

[Περί Νεοελληνισμού και του Ανύσματος της Ιστορίας αρχομένης της τρίτης
χιλιετίας (μικρού και μεγίστου θέματος αντίστοιχα), πολλά έχω
διαπραγματευθεί καθ’ όλες τις διαστάσεις των θεμάτων αυτών και μέσα στα
γενικώτερα πλαίσιά τους, θρησκειολογικά, μεταφυσικά, πολιτισμικά, ιστορικά.
Οπότε δεν περιεργάζομαι εδώ τα φαινόμενα επί πλέον, αρκούμενος στα
συνοπτικά προς υπενθύμιση ή παραπομπή των εμπεριστατωμένων αναλύσεων].