Ο ΑΛΕΞΗΣ ΣΚΑΡΜΕΑΣ γράφει για το «πατρινόραμα»

Το μέτρο και το πάθος

* Ο Αλέξης Σκαρμέας, είναι δικηγόρος, πρ. Αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Δήμου Πατρέων

 

 

Αφορμή για το άρθρο αυτό στάθηκε η  επανακυκλοφορία του περιοδικού που κρατάτε στα χέρια σας.  Το «Πατρινόραμα» ήταν ένα περιοδικό που άφησε εποχή και τελικά ένα περιοδικό που  φάνηκε πως έλειψε στα χρόνια που ακολούθησαν.

Προσπαθώ να βρω ένα συγκεκριμένο θέμα να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου, αλλά φαίνεται πως η εποχή δεν έχει ανάγκη από θέματα. Είναι το μεγαλύτερο θέμα από μόνη της. Αρκεί να ανοίξει κάποιος  τηλεόραση, ραδιόφωνο, να ακούσει τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους, να χαζέψει στις σελίδες του fb και του instagram, στις ιντερνετικές σελίδες, στις παρέες γύρω του, στις συζητήσεις, στη μουσική, στις τέχνες, στο πολιτισμό.

Χρόνια τώρα ζούμε σε μια περίεργη κατάσταση. Η πανδημία φαίνεται πως οδήγησε την κατάσταση αυτή στα άκρα. Και για αυτό δεν φταίνε οι άλλοι ως συνήθως, αλλά και εμείς εξίσου, για  να μην πω και περισσότερο.

Χαζεύω στο κινητό μου στο fb και στο instagram. Επιθέσεις, βρισιές, ατάκες, ξερόλες, «επιστήμονες» όλων των ειδικοτήτων και ας μην έχουν καμιά σχέση με την επιστήμη, άνθρωποι που ξέρουν τη λύση για όλα. Και την ξέρουν μόνο αυτοί και κανείς άλλος. Και πόζα. Πόζα στις φωτογραφίες, πόζα στο φαγητό, στον ύπνο, στο κρεβάτι. Και ευτυχώς και χιούμορ. Βέβαια για μένα η ζωή είναι αγκαλιές, ματιές, μυρωδιές, αγγίγματα. Πράγματα που δεν τα έχει ένα πληκτρολόγιο. Χρόνια τώρα αντί η τεχνολογία να μας εξυπηρετεί, μας υποτάσσει  Πόσο κρίμα.

Η αλήθεια είναι πως ποτέ στη ζωή μου δεν πίστευα πως τόσοι πολλοί άνθρωποι θα έχουν τόση μεγάλη ανάγκη να είναι «πρωταγωνιστές». Και μάλιστα «πρωταγωνιστές» του τίποτα. Ποτέ δεν πίστευα πως τόσοι πολλοί άνθρωποι είχαν μέσα τους τόσα απωθημένα. Πάντα ήξερα πως υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, μα νόμιζα πως είναι μειοψηφία. Δυστυχώς είναι η πλειοψηφία. Η πλειοψηφία που ζει μια εικονική ζωή.

Σ΄ αυτή την εποχή,  αυτή την ελαφρότητα του τίποτα, έρχεται ένας ολόκληρος μηχανισμός να την ακολουθήσει ή και να την δημιουργήσει. Πολιτισμός της φιγούρας, επαναστάτες του θερισμού της πολυτέλειας, τόσο υπερβολικοί και ψεύτικοι που φαίνονται αστείοι, ραδιόφωνα που έχουν «πεθάνει» παίζοντας τα ίδια και τα ίδια, και βουλιάζοντας μόνιμα σε ένα περιβάλλον διαφήμισης, τηλεοράσεις που μπουζουκοποιήθηκαν «εντέχνως» γιατί δεν έχουν τα κότσια να υπερασπιστούν την καθαρότητα του αληθινού μπουζουκιού, τηλεοπτικές σειρές υπερβολής και ανοησίας, τηλεοπτικά σόου με πρωταγωνιστές  βαρετούς κριτές, ξεπερασμένες «περσόνες». «Καλλιτέχνες» που αρμέγουν σε τηλεοπτικές εκπομπές στα χωριά, μεσημεριανάδικα που τελικά ίσως είναι πιο τίμια από τις δήθεν σοβαροφανείς παραγωγές. Όλα στο βωμό του χρήματος. Όλα προκειμένου να διατηρήσουν κάποιοι κάτι από τα κεκτημένα τους.

Και από την άλλη πολιτικοί. Χωρίς πολιτικό λόγο, χωρίς ιδεολογία, χωρίς όραμα. Γελοιοποιούνται στη Βουλή, στα τηλεοπτικά παράθυρα και στη κοινωνία, νομίζοντας πως παίζουν θέατρο. Φωτογραφίζονται σε ταράτσες πολυτελείας και σε πορείες διαμαρτυρίας. Και το χειρότερο, έχουν μπει για τα καλά στο πετσί του ρόλου. Πολιτικοί χωρίς ικανότητα, αλλά πρωτίστως χωρίς σοβαρότητα. Ο ένας να κανιβαλίζει πάνω στον άλλον για να κερδίσει τις εντυπώσεις.  Και από κοντά δημοσιογράφοι που «πουλάνε» ειδήσεις και «ενημέρωση».

Ζούμε τα τελευταία χρόνια σε μια εποχή που το παράλογο έχει επικρατήσει, σε μια εποχή που ο τσαμπουκάς της άγνοιας έχει εξοστρακίσει τη λογική.

Αυτή είναι η Ελλάδα που υπάρχει σήμερα; Αυτή την Ελλάδα θέλουμε; Αυτό το χρώμα να έχει η εποχή που ζούμε;

Πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσω κάτι. Πιστεύω πως η κάθε εποχή έχει την δική της ταυτότητα και τα δικά της χαρακτηριστικά. Η κάθε εποχή δεν οφείλει να μοιάζει με καμιά άλλη, και δεν πρέπει να συγκρίνεται με καμιά άλλη.

Οφείλει όμως η κάθε εποχή να περιέχει σεβασμό, μέτρο και αξιοπρέπεια.

Υπάρχουν άραγε τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσα μας; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τα ξεπουλούν όλα στο χρήμα και στη πόζα; Kαι βέβαια υπάρχουν. Υπάρχουν πρώτα από όλα δημιουργοί που αθόρυβα κτίζουν το «παρακάτω» του πολιτισμού, υπάρχουν μετρημένοι και σοβαροί πολιτικοί που δεν «θεατράρουν», αλλά σιωπούν, επεμβαίνουν όταν πρέπει, και δουλεύουν. Υπάρχουν δημοσιογράφοι που τιμούν την πένα τους, υπάρχουν άνθρωποι με ιδέες και απόψεις, που δεν χρειάζεται να κραυγάσουν για να πείσουν. Υπάρχει η Ελλάδα των νέων ποιητών που πληρώνει από την τσέπη της για να τυπώσει τα ποιήματα της εποχής της.

 

 

Υπάρχει φως. Υπάρχει η φωτεινή πλευρά της εποχής μας. Δυστυχώς όμως  επιμένουμε να διαλέγουμε το σκοτάδι, επιμένουμε να επιλέγουμε το εύκολο, το φανταχτερό, το θορυβώδες, αλλά το τόσο επικίνδυνο και τόσο ξεφτισμένο.

Γιατί άραγε; Ίσως γιατί νιώθουμε πιο κοντά σ’ αυτό; Θα ήταν μεγάλο κρίμα να το δεχτούμε και να το πιστέψουμε.  Σαν λαός και σαν άνθρωποι είμαστε πιο κοντά στο φως, αλλά δυστυχώς συνηθίσαμε και αφεθήκαμε στην ευκολία του σκοταδιού. Είναι δύσκολο να γίνεις πρωταγωνιστής στο φως. Είναι εύκολο να είσαι πρωταγωνιστής στη «λάμψη» του σκοταδιού.

Αυτή η Ελλάδα της υπερβολής, του ρατσισμού, του τσαμπουκά, του «ξερόλα» δε μ΄ αφορά. Με αφορά η Ελλάδα του φωτός, της φύσης, του σεβασμού, της αξιοπρέπειας, της ανθρωπιάς και προπαντός του μέτρου.

Σ ένα στίχο τους οι  Φατμέ τραγουδούσαν

«το μέτρο και το πάθος

είναι η δικιά μου Ελλάδα,

ούτε σωστό, ούτε λάθος

μια δροσερή λιακάδα

είναι η δικιά μου Ελλάδα»

Αυτή την Ελλάδα οφείλουμε να ψάξουμε να βρούμε, να της δώσουμε βήμα να βγει στο φως, να της δώσουμε χώρο να μιλήσει για την εποχή μας.

Και το οφείλουμε όλοι μας, πολίτες και πολιτικά κόμματα, κάθε είδους μέσα και καναλάρχες. Αυτή την Ελλάδα οφείλουμε να κάνουμε πλειοψηφία ανθρώπων.

Αυτή την Ελλάδα, του μέτρου και του πάθους, θέλω να ευχηθώ να βρούμε τον καινούργιο χρόνο που
έρχεται. Και αυτή την Ελλάδα της αληθινής – μακριά από δημόσιες σχέσεις και αλισβερίσια-  δημοσιογραφίας και ενημέρωσης να εκφράζει και αυτό το περιοδικό.

Έτσι όπως μας έμαθε όλα τα χρόνια που κυκλοφορούσε. Ουσιαστικά και αληθινά.