ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ στο “πατρινόραμα”: “Η Πάτρα πάσχει, από έλλειψη αγάπης!”

Η καταξιωμένη πανελληνίως Πατρινή συγγραφέας, σε μία συνταρακτική κατάθεση ψυχής στο «Π»

 

Αν το βιβλίο είναι το αλεξικέραυνο του νου, τότε τα λογοτεχνικά πονήματα της Αθηνάς Κακούρη είναι αντηρίδες στον ουρανό, που κρατάνε την αυλαία του συνέχεια ανοικτή…

Τα βιβλία της μοιάζουν με ευσταλείς αιώνες, που μας κοιτούν με συμπόνια και κατανόηση καθώς βουτάμε μέσα στις σελίδες τους και με οξυγόνο τις λέξεις τους, βυθιζόμαστε στην ιστορική αναδίφηση της συλλογικής μνήμης. Είναι τότε που η ακίδα της γραφίδας της, μεταμορφώνεται σε αιχμηρό δόρυ, που λογχίζει τις παγιωμένες ιδεοληψίες και διαλύει την αχλή της στρεβλής αυτογνωσίας.

Και καθώς ο χρόνος πέφτει σαν χιόνι πάνω στις πλάτες της, η Αθηνά Κακούρη τον αποτινάζει γλυκά και σαν ένας παράξενος ταξιδιώτης μάς  σπρώχνει στις φιδωτές ατραπούς του χρόνου, για να φωταγωγήσει την Πάτρα των παιδικών της χρόνων.

Αυτή την πόλη, μάς συστήνει σήμερα στο «Πατρινόραμα». Καθιστώντας τη σύγκριση με την σημερινή Πάτρα, μια παράσταση δίχως  κοινό…  

 

 

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Ρηγόπουλο

 

 

-Ποια εικόνα ή παθογένεια της σύγχρονης Πάτρας, σάς πληγώνει; Τι νοσταλγείτε από την πόλη των παιδικών σας χρόνων;

 

«Η Πάτρα, εννοώ το ιστορικό της κέντρο, πάσχει από έλλειψη αγάπης!  Τόσο εκείνοι πού την κατοικούν όσο και εκείνοι πού την διοικούν δεν την γνωρίζουν και δεν την αγαπούν. Ένα πνεύμα στυγνής εκμετάλλευσης διαποτίζει τα πάντα – Αρχές, πολίτες, χώρους.

Οι οικοδομές.

Οἱ παλαιοί πατρινοί έχτιζαν σπίτια για να τα κατοικήσουν, οἱ πλούσιοι  συναγωνίζονταν ποιος θα φτιάξει το πιο όμορφο και οἱ  φτωχοί τα στόλιζαν τα μικρούτσικα δικά τους με γλάστρες και σάρωναν καλά καλά το δρόμο εμπρός τους.  Οἱ τωρινοί χτίζουν για να νοικιάσουν, κι έτσι κυριαρχούν προσόψεις άχαρες και εσωτερικά πληκτικά και τσιγγούνικα. Μετριούνται στα δάχτυλα οἱ πολυκατοικίες πού δεν τρομάζουν με την ασκήμια τους.

Ζήτω τα τραπεζοκαθίσματα!

Οι πλατείες  υπάρχουν  για να βγαίνει ὁ κόσμος στο ύπαιθρο να πάρει  τον αέρα του, να συναντιέται με τούς γείτονες, και  να παίζουν τα παιδιά.

Στην εποχή μου την  πλατεία βασιλέως Γεωργίου, εκτός από τα δυο της σιντριβάνια  και τα κομψά μπρούτζινα  φανάρια, την στόλιζαν  ολόγυρα. Και  πολλά παγκάκια ανάμεσα σέ  δυο σειρές πλατάνια, δέντρα  πού είναι, ὡς γνωστόν, φυλλοβόλα. Έτσι ήταν φιλόξενη τον χειμώνα, όταν τα  πλατάνια έστεκαν γυμνά και ὁ ήλιος χάιδευε όσους κάθονταν στα παγκάκια, ἀλλά και  το καλοκαίρι, γιατί τα φύλλα τής διπλής αυτής σειράς δέντρων δημιουργούσαν σκιά και έφερναν δροσιά.

Έχω περάσει ὡς παιδί πολλές ώρες να κυνηγιέμαι με άλλα παιδιά, ἐνῶ ἡ νόνα μου πού συνήθως με συνόδευε, καθόταν στα παγκάκια, συντροφιά με όποια γνωστή της τύχαινε να συναντήσει εκεί,  χωρίς να τούς καταφθάσει αμέσως το  γκαρσόνι με το ερώτημα «τί θα πάρετε;»

Σήμερα αυτή ἡ πλατεία, πού αναπλάστηκε το 2006, άθλια και πανάκριβα, είναι το καλοκαίρι μεν αφόρητη από την αντηλιά και τη ζέστη, τέσσερες δε μόνον  συμπολίτες μας μπορούν να καθίσουν χωρίς να ξοδέψουν χρήματα – δύο στον απάνω πάγκο και δύο στον κάτω. Παιδάκια δεν βλέπω να παίζουν. Ἡ πλατεία υπάρχει μόνον για να τροφοδοτεί τα ταμεία των ολόγυρα καφενείων και ,μέσω αυτών, του Δήμου.

Οι υπόλοιπες πλατείες δεν είχαν καλύτερη τύχη∙ είτε εγκαταλείφθηκαν στην βρώμα και τούς ναρκομανείς, είτε ζώστηκαν γύρω γύρω από καφενεία. Εμείς δε οι πολίτες αντί να διαμαρτυρόμαστε, συνηθίσαμε και πια δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε ότι θα βγούμε στην πλατεία για να κάνουμε οτιδήποτε άλλοι εκτός από το να στρωθούμε σε μια καρέκλα και από το πρωί έως τη νύχτα, να κάνουμε κατανάλωση.

 

Πάμε στο μόλο.

Οι παλαιοί πατρινοί είχαν μια καλή σχέση με το λιμάνι τους. Ἡ παραλία έσφυζε από ζωή πού ήταν τόσο εμπορική όσο και κοσμική, από το πρωί έως τη νύχτα. Οἱ σημερινοί κάτοικοι αυτής τής κάποτε όμορφης πόλης καθώς και οἱ Άρχοντές τους, κατάφεραν ἡ  παραλιακή τους πόλη να αποκοπεί από τη θάλασσα! Ούτε εμπορική ζωή έχει πλέον ἠ παραλία, ούτε κοσμική.

Οι δεκαετίες περνούν και οι Δημοτικές Αρχές δεν έχουν φαίνεται μπει στον κόπο να πάνε μέχρι την Καλαμάτα ἤ  καν στο διπλανό Αίγιο και να δουν τί μπορεί να προσφέρει στους δημότες ένα παραλιακό μέτωπο.

Κι έτσι, το κατακαλόκαιρο στην  Ὄθωνος Αμαλίας το θαλασσινό αεράκι αναδεύει μοναχά κανένα πεταγμένο παλιόχαρτο, και κανείς δεν χαίρεται την ασύγκριτη ομορφιά τού ηλιοβασιλέματος, γιατί ὁ κόσμος κάνει τίς βόλτες του στην Ρήγα Φεραίου, σιγοβράζοντας στην κλεισούρα.

 

Το Αρσάκειο Πατρών.

Το κτήριο του Αρσάκειου το οφείλουμε σέ έναν ικανότατο γιατρό, τον Ιωάννη Βλάχο  πού ὡς Δήμαρχος Πατρέων  το 1933 πέτυχε, μέσα σέ επτά  μόλις χρόνια, να αγοραστεί το οικόπεδο και να χτιστεί το Σχολείο σέ σχέδια τού  κορυφαίου τότε αρχιτέκτονα Αναστασίου Μεταξά. Έτσι ὁ Δήμος Πατρέων το 1940, εκπλήρωσε λαμπρά την υποχρέωση πού είχε αναλάβει απέναντι στην Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, τριάντα χρόνια πρωτύτερα, να τής  εξασφαλίσει δηλαδή στέγη.

 

Ἐδω και καμιά δεκαριά χρόνια,  ὁ Δήμος  Πατρέων οδηγήθηκε σέ διάλυση  αυτής τής σχέση και τα Ἁρσάκεια Σχολεία  πήγαν και εγκαταστάθηκαν εκτός Πατρών. Το γεγονός δεν καταγγέλθηκε τότε γι΄αὐτό πού ήταν: σκοταδισμός! Ένα καλό σχολείο, πού έχει λειτουργήσει στην πόλη ἐκατό και πλέον χρόνια, δεν το αφήνει ὁ Δήμος  να τού φύγει.  Το κρατά! Βρίσκει συνδυασμούς, συμβιβασμούς, κάνει θυσίες, πιέζει, αλλά το κρατά, γιατί σχολείο σημαίνει φωτισμός και αυτόν τον χρωστά στους δημότες.

 

Εντούτοις, το Αρσάκειο έφυγε και τα διαδοχικά Δημοτικά Συμβούλια παράτησαν το κτίριο να σαπίζει.

 

Σήμερα καλούμαστε  να πανηγυρίσουμε  την μετατροπή του σέ έδρα τού Δήμου και σέ  κέντρο πολιτισμού. Ποιου πολιτισμού; Ἡ πράξη αυτή καθ’ αυτήν  αποτελεί μνημείο οπισθοδρομικότητας και βαρβαρότητας:

Ὀπισθοδρομικότητος γιατί, ἐνῶ όλη ἡ υφήλιος στρέφεται πρός ηλεκτρονική εργασία  από το σπίτι και συνακόλουθα στον περιορισμό των γραφείων, ὁ Δήμος Πατρέων, έβαλε όπισθεν ολοταχώς  εμπνεόμενος ίσως από τον Ἐρντογάν με τα παλάτια του.

Και βαρβαρότητας. Το 1940 το Αρσάκειο έπαψε να είναι σχολείο γιατί παρουσιάστηκε ἡ ανάγκη να νοσηλευτούν οἱ τραυματίες πού μεταφέρονταν αθρόοι από το μέτωπο. Αύτη ήταν ἠ προτεραιότητα και σ’  αυτήν ανταποκρίθηκαν τότε οἱ πάντες. Σήμερα υπάρχει πιεστική ανάγκη  να αραιώσουν τα παιδιά στα σχολεία, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τα μαθήματα χωρίς να αρρωσταίνουν τα ίδια και οἱ δάσκαλοί τους.

Αυτή είναι ἡ προτεραιότητα και ο Δήμος όφειλε να κινηθεί για να την καλύψει: Να βρει δηλαδή και να παραχωρήσει αίθουσες κατάλληλες για διδασκαλία.  Ἀντ’ αυτού, μάς καλεί να επικροτήσουμε το υπέροχο στρογγυλοκάθισμα καμπόσων υπαλλήλων του στο Σχολείο πού κατήργησε! Και το χειρότερο είναι πώς  αυτή η βαρβαρότης χειροκροτείται.»

 

Από την βράβευσή της, το 2005, από τον τότε Δήμαρχο Ανδρέα Καράβολα

 

«Τι νοσταλγώ από την Πάτρα των νεανικών μου χρόνων…»

 

«Με ρωτάτε τί νοσταλγώ από την Πάτρα των νεανικών μου χρόνων. Νοσταλγώ εκείνον τον κόσμο πού ενίσχυε και ἐν πολλοίς συντηρούσε τα τρία Δημοτικά ’Ιδρύματα,  Βρεφοκομείο, Νοσοκομείο, Γηροκομείο, που στην οικονομική κρίση τού 1930 έστηνε  επί χρόνια τα μεγάλα Μπαζάρ στο Δημοτικό Θέατρο και ενίσχυε χρηματικά όλα τα Ιδρύματα, πού στην Κατοχή οργάνωσε  παιδικές κατασκηνώσεις, συσσίτια και πρεβαντόριο, πού στους σεισμούς τού 1953 μάζεψε μέσα σέ μια βδομάδα δέκα τόνους ρούχα, τα συσκεύασε και τα έστειλε στους σεισμοπλήκτους τής Ζακύνθου και τής Κεφαλονιάς∙  νοσταλγώ τούς Πατρινούς, πού το θεωρούσαν αυτονόητο ότι όφειλαν  να δώσουν  -από το περίσσευμα, άλλα και από το υστέρημά τους-, να προσφέρουν χρόνο, χρήματα, πείρα για να καλυφθεί ἡ πιεστική ανάγκη σέ κάθε ώρα  κρίσης.

Ήταν τότε  μια αριθμητικά  μικρή ομάδα, άλλα είχε την δύναμη και μπορούσε να δίνει εκείνη τον τόνο. Ἡ πόλη ακολουθούσε και συνεργαζόταν και μάθαινε.

Δεν αμφιβάλλω ότι και σήμερα τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν,  και μάλιστα περισσότεροι, καθώς έχει αυξηθεί ὀ πληθυσμός. Άλλα ἡ παράδοση έχει διακοπεί, ἡ συνοχή έχει χαθεί και πει πλέον οἰ σημερινοί δεν διαθέτουν την ανάλογη οικονομική επιφάνεια. Είναι πια σκόρπιοι και ανήμποροι.»

 

  • Ποια παιδικά αναγνώσματα, επηρέασαν την ευαίσθητη παιδική ηλικία σας στην Πάτρα; Ποιους από αυτούς τους συγγραφείς «κουβαλάτε» ακόμα μέσα σας και γιατί;

 

«Ο  Ξενόπουλος, με την εξαίρετη «Διάπλαση των Παίδων» με δίδαξε μια στρωτή  δημοτική χωρίς ακρότητες και σέ πολλά καθοδήγησε τη σκέψη μου. Από τις συλλογές διηγημάτων του Ζαχαρία Παπαντωνίου και του  Ανδρέα Καρκαβίτσα, διδάχθηκα λογοτεχνικό ύφος και την ζωντάνια τής περιγραφής, αντιστοίχως. Την αγάπη για την Ιστορία μας και για την πατρίδα μας, την στάλαξαν μέσα μου ὁ Βαλαωρίτης και ἡ Πηνελόπη Δέλτα και φυσικά τα ίδια τα γεγονότα τού ελληνοιταλικού πολέμου. Τον  «Ὗμνον προς την Ἐλευθερίαν», τού Σολωμού,  τον ήξερα από στήθους ολόκληρόν και ακόμη θυμάμαι τίς περισσότερες από τίς 158 στροφές του.»

 

  • Αξίζει τελικά ένας τόσο μεγάλος συγγραφικός πλούτος από μέρους σας, για ένα τόσο μικρό αναγνωστικό κοινό, όπως αυτό που αριθμεί η Ελλάδα; Τι φταίει γι’ αυτή την θλιβερή πραγματικότητα;

«Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι πράγματι μικρό. Προσωπικά δεν έχω παράπονο από την μερίδα που κατέχω, αντιθέτως μάλιστα.  Το γενικό φαινόμενο όμως  θα έπρεπε να απασχολήσει κυρίως τούς εκπαιδευτικούς μας, τους μόνους πού έχουν την δυνατότητα να διδάξουν την αγάπη για το βιβλίο αφού επί  δώδεκα χρόνια έχουν τα παιδιά μας στα χέρια τους.

Αλλά το πρόβλημα έχει πολλές πλευρές και δεν έχει μελετηθεί ούτε συστηματικά ούτε μακροχρόνια. Γιατί δεν ευδοκιμούν οἰ δανειστικές βιβλιοθήκες; Ποια βιβλία πουλιούνται και ποια όχι; Ποιο είδος -λογοτεχνία; πολιτική; ιστορία; κλπ.-ενδιαφέρει τον κόσμο,  και ποιο όχι. Ποιοι είναι οἱ αγοραστές –φύλο και ηλικίες; Τί γίνεται σέ άλλες χώρες; Και άλλα πολλά.  Δεν έχουμε τα στοιχεία  και έτσι δεν πολύ ξέρουμε γιατί μιλάμε.

Έπειτα, έχουμε κι εμείς οἱ συγγραφείς την ευθύνη μας. Πόσο καλά γράφουμε; Τί θέλουμε να υπηρετήσουμε όταν καταπιανόμαστε να γράψουμε; Πόσο βαρετοί είμαστε; Πόσο πρόχειροι;

 

-Στο βιβλίο σας «Οι ουλάνοι στη Λάρισα», αναδεικνύετε τον ρόλο των ψευδών ειδήσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά ήταν τόσο παλιά υπόθεση η ποδηγέτηση των ανθρώπων μέσω των fake news;

«Ω και πολύ-πολύ παλαιότερη! Αλλά και κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι κυβερνήσεις των δύο πιο ισχυρών κοινοβουλευτικών κρατών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, προκειμένου να αιτιολογούν τίς πράξεις τους, ἐπεδόθησαν στην κατασκευή ψευδών ειδήσεων σέ μία κλίμακα πρωτοφανή.

Οἱ Ουλάνοι πού δήθεν είχαν πλακώσει στην Λάρισα και έρχονταν καλπάζοντας να καταλάβουν την Αθήνα, δεν ήταν καν το πιο χοντρό ψέμα τής εποχής. Τα αισθήματα τού κόσμου χειραγωγήθηκαν τότε συστηματικά, ασύστολα και συνωμοτικότατα. Χρειάστηκε να περάσουν 100 χρόνια, για να αρχίσει -μόλις τώρα-  να αποκαλύπτεται σιγά σιγά εκείνη ἡ κολοσσιαία εγκληματική απάτη.

Ας προσέξουμε όμως, γιατί  εδώ και πέντε τουλάχιστον δεκαετίες, έχουμε μπει σε μία καινούργια φάση παραπληροφόρησης με πρωταγωνιστές όχι πλέον κυβερνήσεις, άλλα τα πιο  έγκριτα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, όπως το BBC. Οἱ ειδήσεις τώρα δεν κατασκευάζονται, αλλά επιλέγονται. Αυτές πού βολεύουν την εικόνα την κρινόμενη ως «πολιτικώς ορθή», αυτές  κυκλοφορούνται. Εκείνες πού δεν βολεύουν, ἤ πού είναι σαφώς αντίθετες, απλούστατα αποσιωπώνται.

Έτσι μάς γίνεται ασφαλώς και ανώδυνα μία γερή  πλύση εγκεφάλου. Όποιος ξαφνιάζεται από την δήλωσή μου αυτή, ας διαβάσει το εξαιρετικά τεκμηριωμένο βιβλίο του  παλαιού στελέχους του BBC,  Robin Aitkins  “The Noble Liar”. Είναι ένα από τα πολλά πού αρχίζουν πλέον και καταγγέλλουν αυτήν την τακτική, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική.»

 

-Εμφιλοχωρούν ιδεοληψίες και παραμορφωτικοί φακοί στην ανάγνωση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ποιοι ευθύνονται γι’ αυτή την παραχάραξη της ιστορικής μνήμης;

 

«Θα έλεγα ότι «το κατεστημένο», οἱ ιστορικοί πού ακούγονται περισσότερο, πού κατέχουν τίς περισσότερες πανεπιστημιακές έδρες, πού έχουν την ευχερέστερη πρόσβαση στις εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, πάσχουν από πνευματική αρτηριοσκλήρυνση. Έχουν  μία και μόνον ανάγνωση τής Ιστορίας, με ήρωες  τον Μαυροκορδάτο και  τον Βενιζέλο. Τελεία και παύλα.

Κάθε γεγονός πού δεν βολεύει, απλώς το παραμερίζουν και το  αγνοούν. Κάθε άλλη ερμηνεία, όσο καλά και αν είναι τεκμηριωμένη, την θάβουν. Τρανή απόδειξη ἡ  πρόσφατη μελέτη τής Μαρίας Δεληβοριά, «Ὁ Αγώνας και ἡ υπονόμευσή του» . Με λεπτομερή στοιχεία ἠ  Μαρία Δεληβοριά στηρίζει την θεωρία ότι ἡ Επανάσταση τού 1821 προδόθηκε από την Κυβέρνηση Κουντουριώτη-Μαυροκορδάτου και ότι αυτό καταμαρτυρούσε ήδη τότε  ὀ Σολωμός γράφοντας το ποίημά του «‘Ἡ γυναίκα τής Ζάκυνθος.»

Τι  απάντησε ἡ επιστημονική κοινότητα; Κατέρριψε τα επιχειρήματά της; Πείσθηκε; Επεσήμανε παραλείψεις,  τέλειες και λογικά άλματα; Όχι. Απλώς σιώπησε. Την κούρασε ἡ πυκνή επιχειρηματολογία; Βαρέθηκε να το  διαβάσει; Ποιος να το ξέρει; Ἡ σιωπή  θάβει το βιβλίο και έτσι τούς επιτρέπει  να  συνεχίζουν  τίς ίδιες βαρετές πιά υμνολογίες.

Αλλά όλα στον κόσμο αλλάζουν. Δεν βλέπω γιατί αυτός ο λήθαργος της  ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα θα ξεφύγει από τον γενικό κανόνα,  και θα συνεχίσει να μάς κρατά σε νάρκη επ’ άπειρον.»

 

Η Αθηνά Κακούρη, με την οικογένειά της στα Αραχωβίτικα

 

«Η υστεροφημία μου δεν με απασχολεί…»

 

– Πόσο σας απασχολεί η υστεροφημία σας; Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται οι επόμενες γενιές;

«Θα ήθελα να ελπίζω ότι για μερικά χρόνια ακόμη θα εξακολουθήσουν  αρκετοί Έλληνες να ψυχαγωγούνται με βιβλία μου, ρίχνοντας έτσι γόνιμες ματιές στο παρελθόν τους. Τα αστυνομικά μου διηγήματα καθρεφτίζουν την Ελλάδα των μέσων τού 20ου αιώνα, όχι επειδή είχα καταπιαστεί να κάνω ηθογραφία ἤ κοινωνικό μυθιστόρημα κάτω από τη μάσκα τού αστυνομικού, αλλά γιατί περιέγραφα αυτά πού έβλεπα τότε γύρω μου, χωρίς καθόλου να υποψιάζομαι το πόσο εύθραυστη ήταν εκείνη ἠ πραγματικότητα.

Τα μυθιστορήματά μου αναφέρονται όλα χρονικά σέ παλαιότερες εποχές, από τίς παραμονές τής Επανάστασης μέχρι το πικρότατο 1917. Στο καθένα από τα καθαρώς ιστορικά, το «1821, Ἠ Αρχή που δεν ολοκληρώθηκε», «Τα Δύο Βήτα» και το «Ουλάνοι στη Λάρισα», φέρνω μία παραλλαγή στην ανάγνωση τής πρόσφατης Ιστορίας μας:

Στο πρώτο τον κεντρικό ρόλο τού Ιωάννη Καποδίστρια,  στο δεύτερο ένα διαφορετικό τρόπο ανάλυσης  τής διχοστασίας Βενιζέλου-Βασιλιά στις παραμονές τής απόβασης των Συμμάχων στην Καλλίπολη (1915) και στο τρίτο, την εξαγορά των εφημερίδων και τον ρόλο των κατασκευασμένων ειδήσεων στην Ελλάδα μεταξύ 1915 και 1917 με τούς πολιτικούς τους αντίκτυπους.

Η υστεροφημία μου δεν με απασχολεί, γιατί εξαρτάται από  πολλά, τα οποία δεν έχω απολύτως καμία δυνατότητά  να  ελέγξω. Άλλα με απασχολεί και πολύ μάλιστα, το τί κάνω τώρα: Επιλέγω εποχές και γεγονότα πού αξίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη μου;

Του στήνω μία κατά το δυνατόν πιστή εικόνα τού παρελθόντος μας, δηλαδή πόσο καλά υπηρετώ την αυτογνωσία μας. Και επίσης με απασχολεί η ποιότητα τής δουλειάς μου, αν δηλαδή γράφω όσο πιο εύληπτα και κομψά μπορώ.»

 

Με την αείμνηστη αδελφή της Μαρία Βουδούρογλου (κέντρο) και την Όλγα Νικολοπούλου, συνιδιοκτήτρια του ιστορικού πολιτιστικού χώρου «Πολύεδρο»

 

«ΜΕ ΦΟΒΙΖΕΙ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

-Τι σας φοβίζει περισσότερο για την Ελλάδα του μέλλοντος;

Το ότι τα παιδιά μας, μάς εγκαταλείπουν για να εγκατασταθούν σέ άλλες χώρες. Όπου, σημειωτέον, πληρώνονται μεν περισσότερο, αλλά στην μεγάλη τους πλειοψηφία ζουν πολύ χειρότερα απ’ ό,τι στην πατρίδα τους και δίχως ρίζες. Είναι γενιές ανεγκέφαλων –θα συνέλθουν άραγε κάποτε; Και πού σφάλλαμε εμείς, οι γονείς τους, πού τα κάναμε τόσο κοντόφθαλμα και τόσο σκληρόκαρδα; Ερωτηματικά πολύ, μα πολύ  πικρά…»

 

 

«ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΕΝΙΑ ΛΕΞΕΩΝ, ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΕΧΟΥΜΕ!»

 

– Η λεξιπενία και η ξενομανία μαστίζει την ελληνική κοινωνία. Ποιοι ευθύνονται γι αυτό; Υπάρχει περιθώριο αντίδρασης;

Δεν έχουμε πενία λέξεων – τεμπελιά έχουμε. Αν διαβάσουμε κείμενα όπως π.χ. τού  Μιχάλη Κοπιδάκη με το θαυμαστό του λεξιλόγιο, θα δούμε πώς οἱ λέξεις υπάρχουν, αλλά δεν τίς ξέρουμε.

Όσο για την ξενομανία, είναι ένα πολύ διαδεδομένο και πολύ ανησυχητικό φαινόμενο. Παντού ξενόγλωσσες επιγραφές, ξενόγλωσσοι τίτλοι εντύπων, ξενόγλωσσες διαφημίσεις…. Μού  έρχεται να ξεφωνίσω σαν τον Ανατολίτη τής «Βαβυλωνίας»: «Μπαμπά σου γκλώσσα ντέν ξέρει, μπρέ;» Και ονειρεύομαι έναν νέον Ψαθά πού θα διακωμωδήσει αυτόν τον Σουσουδισμό και θα μάς φέρει στα συγκαλά μας»