fbpx

ΕΥΑ ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ: Μια Κυρία της Τέχνης- ένας γλυκός Άνθρωπος

Της συγγραφέως,
Μαρίας Παναγιωτακοπούλου

 Η φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου βαθιά, καθαρή, αυστηρή αλλά οικεία.

-Παρακαλώ;

-Η κυρία Εύα Κοταμανίδου;

-Η ίδια.

Ένα κενό σιωπής, λίγο τρακ, συστάσεις… και κάπως έτσι άρχισε η συνεργασία με τη μεγάλη κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου, την Εύα Κοταμανίδου, τη σπουδαία αυτή ιέρεια της Τέχνης.

Μία παράσταση για τη μικρασιατική καταστροφή ήταν η αφορμή να ξεκινή- σει μια συνεργασία που κράτησε 20 σχεδόν χρόνια. Δεν ξέρω γιατί πίστευα ότι δε θα ήταν προσιτή, ότι πιθανόν να ήταν κάπως, μια ντίβα ας πούμε παλιάς κοπής, που θα χρειαζόταν προσπάθεια για να πειστεί. Έκανα λάθος και την 1η Δεκεμβρίου του 2002, η κυρία Εύα Κοταμανίδου συμμετείχε με την επιβλητική της φωνή στην παράσταση «Πώς να σε ξεχάσω Σμύρνη αγαπημένη», που είχα γράψει το κείμενο.

Πέρασαν ακριβώς 10 χρόνια από τότε και ένα αφιέρωμα, που ετοιμάζαμε με τον Σάκη Παπαδημητρίου για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και ιδιαίτερα στις ταινίες του που γυρίστηκαν στο Αίγιο, μας έκανε να επικοινωνήσουμε και πάλι μαζί της. Η πρωταγωνίστρια του «Θίασου» δεν ήταν δυνατόν να λείπει από αυτό το αφιέρωμα, και σκεφτήκαμε να την καλέσουμε να έρθει στο Αίγιο να πει δυο λόγια.

 

Με τον διακεκριμένο Αιγιώτη συνθέτη, Σάκη Παπαδημητρίου

 

Κι αν δεν ήθελε να έρθει, λόγω της ηλικίας της, ή της υγείας της, τουλάχιστον να έλεγε κάποια πράγματα που θα μπορούσαμε να ηχογραφήσουμε.

-Πότε θέλετε να συναντηθούμε; Αύριο το πρωί είναι καλά; μας ρώτησε και μεις ξαφνιαστήκαμε από τη διάθεσή της και το πόσο σύντομα ήθελε να βρεθούμε.

Λίγες μέρες μετά μας δέχτηκε στο σπίτι της. Ήταν Κυριακή 12 Νοεμβρίου του 2012.

-Πού είναι ακριβώς το σπίτι σας; τη ρωτήσαμε.

– Δαφνομήλη…… στον 5ο, στον Λυκαβηττό. Να με πάρετε τηλέφωνο να σας πω ακριβώς πού θα έρθετε. Μην κάνετε το λάθος και στρίψετε αλλού. Από την Ωριγένους να κατεβείτε και μετά δεξιά….

Είχε τόση αγωνία μήπως χαθούμε στα δρομάκια του Λυκαβηττού.

-Μην ανησυχείτε κυρία Εύα, θα το βρούμε.

-Και να παρκάρετε στην πυλωτή και να αφήσετε ένα σημείωμα στο τζάμι του αυτοκινήτου «είμαστε στην κ. Εύα Κοταμανίδου», και μην ξεχάσετε στον 5ο. Α! Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να μου φέρετε και την εφημερίδα μου, καθώς θα έρχεστε; Το «Βήμα» παρακαλώ.

Κάθε πρωί έβγαινε γύρω στις 11 να πάρει την εφημερίδα της, όπως μας είπε αργότερα, κι όποτε κάποιος την επισκεπτόταν, το εκμεταλλευόταν για να γλυτώσει την ανηφόρα προς το σπίτι της.

Φτάσαμε ακριβώς στις 11, με την εφημερίδα, που μας ζήτησε. Πράγματι αφήσαμε το αυτοκίνητο στην πυλωτή, γράψαμε το σημείωμα, πατήσαμε το κουδούνι και η φωνή της ακούστηκε: «Στον 5ο».

Στριμωχτήκαμε στο μικρο ασανσέρ, όπου ακουγόταν κλασική μουσική (!) – σίγουρα είχε βάλει το χέρι της η κυρία Εύα στην επιλογή των κομματιών- και φτάσαμε στον 5ο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και η κυρία Εύα, χαμογελαστή αλλά σοβαρή και με βλέμμα, που σου δημιουργούσε ταυτόχρονα άνεση και αμηχανία μας καλωσόρισε.

-Περάστε, καθίστε όπου βολεύεστε.

Φορούσε μια όμορφη μακριά ρόμπα και μας οδήγησε στο όμορφο σαλόνι του σπιτιού της, που ήταν πνιγμένο σε βιβλία, φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής. Φωτογραφίες παντού δικές της σε νεαρή ηλικία, από το θέατρο και το κινηματογράφο. Και μια γωνιά γεμάτη φωτογραφίες με αγαπημένα πρόσωπα της οικογένειάς της.

Ένα τζάκι στο βάθος, -δε φαινόταν να το ανάβει- και βιβλία πολλά, άλλα στη βιβλιοθήκη στον τοίχο, άλλα ακουμπισμένα κάτω στο πάτωμα και στα τραπέζια, που έδειχναν έναν άνθρωπο μορφωμένο, έναν άνθρωπο του πνεύματος. Αυτός ήταν ο κόσμος της.

Πάνω στο τραπεζάκι αναμμένα κεριά, μια κούπα καφές και φυσικά το σταχτοδοχείο με ένα τσιγάρο αναμμένο με κραγιόν στην άκρη, γιατί μπορεί να ήταν με τη ρόμπα της η κυρία Εύα, ήταν όμως μακιγιαρισμένη και περιποιημένη, όπως αρμόζει σε μια ντίβα ηθοποιό.

Τράβηξε την κουρτίνα και απλώθηκε η Αθήνα πιάτο μπροστά μας.

-Είμαι πολύ τυχερή. Ζω σε αυτό το σπίτι κι απολαμβάνω τη θέα. Βλέπω μακριά, πολύ μακριά.

Καθίσαμε και η αλήθεια είναι ότι τι να πεις με αυτήν τη γυναίκα που θαυμάζεις από παιδί, που την έχεις ταυτίσει με την πόλη σου, που τη βλέπεις να κατεβαίνει το πλακόστρωτο ή να αγναντεύει στο λιμάνι το καράβι που φεύγει με τους εξόριστους, στον «Θίασο».

 

-Πέρασα πολύ ωραία στο Αίγιο όταν γυρίζαμε τον Θίασο με τον Αγγελόπουλο. Θα έχει αλλάξει από τότε σίγουρα, αλλά ακόμα θυμάμαι το ταβερνάκι στη θάλασσα κάτω, που τρώγαμε τα μεσημέρια. Ωραίο μέρος, ωραίοι άνθρωποι.

-Άλλαξαν πολλά της είπα, αλλά το ταβερνάκι υπάρχει ακόμα.

-Αλήθεια;

-Θα πάμε όταν θα έρθετε στο Αίγιο. Γέλασε δυνατά.

-Ναι αλλά κάποιος πρέπει να έρθει να με πάρει. Εγώ δεν μπορώ, δεν οδηγώ.

Μεγάλωσα πια!

Αυτό ήταν το άγχος της. Δε χρειάστηκε να την πείσουμε να έρθει, το μόνο που την απασχολούσε ήταν το πώς θα έρθει.

-Μην ανησυχείτε θα σας φέρει κάποιος από τους συντελεστές.

  • Ωραία! Αλλά θα του πω εγώ πώς θα έρθει μέχρι εδώ για να μη χαθεί. Μια ανασφάλεια και μια σιγουριά συνάμα!

Άναψε και πάλι τσιγάρο και καταλάβαμε τη στενή σχέση που είχε μαζί του.

  • Χρόνια τώρα η συντροφιά μου, μας είπε χαμογελώντας πονηρά.

 

Πρόβες με τον Σάκη Παπαδημητρίου

 

Μιλήσαμε πολλή ώρα εκείνο το πρωινό. Για όλα! Για το θέατρο και τον κινηματογράφο, για τους σπουδαίους ρόλους που έπαιξε. Μας μίλησε και για τη μεγάλη της αγάπη, τη διδασκαλία στο Θέατρο Τέχνης και για τους μαθητές της, για τους οποίους ένιωθε περήφανη.

Φύγαμε χαρούμενοι περισσότερο όχι γιατί καταφέραμε τη συμμετοχή της σε αυτό που ετοιμάζαμε, όσο γιατί συναντήσαμε έναν άνθρωπο που ακόμα και στην καθημερινότητά του δεν είχε χάσει τίποτα από τη μαγεία του και την εικόνα που είχαμε σχηματίσει όταν τη βλέπαμε στην οθόνη ή στη σκηνή. Κι αυτό δε χάθηκε ποτέ σε όλα τα χρόνια που συνεργαστήκαμε.

Συναντηθήκαμε λίγες ημέρες αργότερα, στις 16 Νοεμβρίου του 2012, στο Αίγιο, στην αίθουσα του κινηματογράφου, που έγινε το αφιέρωμα για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Μόλις μπήκε στην αίθουσα -μια μικροσκοπική γυναίκα στην ουσία- όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και τη χειροκροτούσαν. Ήταν για όλους η σπουδαία ηθοποιός, η μεγάλη κυρία του Θεάτρου και του κινηματογράφου. Το είδα το βλέμμα της εκείνη τη στιγμή. Ικανοποίηση και κολακεία μαζί. Και μίλησε η κυρία Εύα για τις εμπειρίες της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, για τα γυρίσματα στο Αίγιο, για το κρύο που έκανε μια μέρα που έπρεπε η σκηνή να ολοκληρωθεί. Καθήλωσε με την αφήγησή της, γιατί ήξερε πολύ καλά να μαγεύει το κοινό της. Και την επόμενη το μεσημέρι πήγαμε σε εκείνο το ταβερνάκι που 40 χρόνια πριν θυμόταν ότι έτρωγαν μετά τα γυρίσματα του «Θίασου».

 

Από τότε συνεργαστήκαμε πολλές φορές με την Εύα Κοταμανίδου. Το 2013 μαζί με τον Ηλία Λογοθέτη, τη Μαρία Ζαχαρή, τον Χρόνη Αηδονίδη, τον Βασίλη Λέκκα παρουσιάσαμε το βιβλίο μας «Όπλα, παλάσκες και στη γραμμή» στο βιβλιοπωλείο «Ιανός».

-Μαρία μου, ένα ουίσκι θα ήθελα, μου είπε όταν έφτασε στο βιβλιοπωλείο. Το χρειάζομαι τώρα. Η καρδιά μου μάλλον το χρειάζεται, συνέχισε γελώντας.

Κάθε φορά από τότε ήξερα ότι η κυρία Εύα ήθελε λίγο ουισκάκι πριν ξεκινήσουμε και πάντα φρόντιζα γι’ αυτό.

 

Τον Απρίλιο του 2018, Μεγάλη Δευτέρα, στην οικία Κατακουζηνού στο Σύνταγμα, παρουσιάσαμε το μουσικό αναλόγιο «Γολγοθάς», σε ποίηση του Γιάννη Κουτσοχέρα και μουσική του Σάκη Παπαδημητρίου.

-Με συγκινεί η Μεγάλη εβδομάδα, μας είπε, αν και δεν είμαι θρησκευόμενη. Μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία, που πήγαινα παιδάκι κι έλεγα τα εγκώμια τη Μεγάλη

 

 

Το 2016 συμμετείχε στην παράστασή μας «Από τη Σαπφώ στην Κική Δημουλά» όπου διάβασε ποίηση της Κικής Δημουλά, που είχε μελοποιήσει ο Σάκης και τραγουδούσε η Μαρία Φαραντούρη.

Της είχα στείλει ταχυδρομικά τα ποιήματα, που θα έπρεπε να διαβάσει και λίγες ημέρες αργότερα πήγαμε στο σπίτι της πάλι για πρόβα. Είχε ετοιμάσει το ντοσιέ της και το κείμενο το είχε «δουλέψει» μου είπε αρκετά. Έσκυψα να δω! Τονισμένες όλες οι λέξεις με ψιλές, δασείες περισπωμένες, χωρισμένες οι συλλαβές και οι λέξεις με κάθετες γραμμές, εκεί που ήθελε να τονίσει, και πότε πότε το σημάδι του βραχύ και του μακρού πάνω από τα φωνήεντα. Ένα κωδικοποιημένο κείμενο έτσι όπως αρμόζει σε έναν ηθοποιό που σέβεται τον λόγο. Μια παρτιτούρα ήταν τώρα το κείμενο, που την καθοδηγούσε στην ερμηνεία της. Άρχισε να διαβάζει και η φωνή της, άσχετα αν ήταν στο μικρό σαλόνι του σπιτιού της, ακούστηκε δυνατή, σαν να ήταν σε σκηνή θεάτρου.

Σαν να ερμήνευε έναν ρόλο και το κοινό την παρακολουθούσε. Απόρησα, συγκινήθηκα, θαύμασα την υπευθυνότητά της, το ταλέντο της, το πάθος της.

Διάβαζε, σημείωνε, εξηγούσε, διόρθωνε. Έκανε παρατηρήσεις και μας δίδασκε σαν να ήταν στη Σχολή και μάθαινε στους μαθητές της πώς να διαβάζουν ένα κείμενο κι ας είμαστε μόνο εγώ και ο Σάκης κι ας της λέγαμε ότι διαβάζει υπέροχα. Όχι ήθελε πάλι και πάλι πρόβα. Άναβε το τσιγάρο της, έπινε μια γουλιά καφέ και συνεχίζαμε. Ακούραστη! Ο Σάκης με την κιθάρα τής σιγοψιθύριζε τον ρυθμό των τραγουδιών γιατί ήθελε η απαγγελία της να ακολουθεί αυτόν τον ρυθμό, ώστε να μη φαίνεται ασύνδετη. Και πάλι σημείωνε και κάθε τόσο μας ρωτούσε «μήπως θέλετε έναν καφέ, ένα τσάι;»

Τη μέρα της παράστασης είχε πολύ άγχος, όχι αν θα διαβάσει καλά. Ανησυχούσε μήπως δεν ήταν στον ρυθμό σε ένα ποίημα που συνυπήρχε η ανάγνωση η δική της με το τραγούδι.

-Μαρία πρέπει να κάνουμε πρόβα πάλι σε αυτό το κομμάτι για να είμαι σίγουρη, μου λέει. Πες σε παρακαλώ στη Φαραντούρη και στον Σάκη να το δούμε λίγο, γιατί δε νιώθω ασφάλεια.

Πάντα όμως λίγο πριν την παράσταση τα πράγματα δεν κυλάνε όπως ακριβώς θέλουμε. Συμβαίνουν απρόοπτα, περίεργα που δεν μπορείς να φανταστείς, άσχετα αν ο Θεός της Τέχνης με κάποιον μαγικό τρόπο τα λύνει στο τελευταίο δευτερόλεπτο. Έτσι κι εκείνη τη στιγμή ήταν αδύνατον να γίνει πρόβα. Τη βλέπω λοιπόν σε μια γωνιά μόνη της να διαβάζει και να τραγουδάει ταυτόχρονα το ποίημα και με το χέρι της να κρατάει τον ρυθμό.

-Σε τσάμικο, είπες ότι είναι αυτό το κομμάτι Σάκη, έτσι;

Σχεδόν το χόρευε και κάπως έτσι την ώρα της παράστασης το είδα το πόδι της κάτω από το αναλόγιο, που το κουνούσε, πιθανόν στα βήματα του τσάμικου, για να μη χάσει τον ρυθμό. Κι ήταν συγκλονιστική! Δυο ιέρειες άλλωστε της Τέχνης εκείνο το βράδυ, η Εύα Κοταμανίδου και η Μαρία Φαραντούρη μετουσίωσαν με την ερμηνεία τους την ποίηση της Κικής Δημουλά σε κάτι εντελώς μαγικό.

Το 2018 έγραψα ένα βιβλίο με τίτλο «Γυναικών καθρέφτισμα». Μιλούσε για τη σχέση δυο γυναικών, μιας μάνας και μιας κόρης. Σκέφτηκα αμέσως την κυρία Εύα, όταν θα γινόταν η παρουσίαση στον «Ιανό». Ενθουσιάστηκε με το κείμενο.

-Πολύ ωραία γραφή Μαρία, μου είπε, όταν της το έστειλα να το διαβάσει. Θα σου διηγηθώ κάποτε και τη δική μου ιστορία, μοιάζει με αυτήν της ηρωίδας σου.

Μου έκανε εντύπωση ο σεβασμός της στο κείμενο. Με ρωτούσε πώς ήθελα να ακουστεί, αν το λέει σωστά, έτσι όπως το είχα σκεφτεί. Αν είναι δυνατόν, της έλεγα να με ρωτάτε εμένα εσείς αν το λέτε σωστά.

-Μαρία καλός ηθοποιός είναι αυτός που υπακούει στο κείμενο και το υπηρετεί έτσι όπως το έχει σκεφτεί ο συγγραφέας. Υπηρέτης είναι ο ηθοποιός όχι αφεντικό, μου είπε, κι εγώ τα ’χασα.

Πόσο μοναδικά ερμήνευσε τον χαρακτήρα αυτόν τελικά, τη Γυναίκα-μάνα! Είχε τη στόφα της ηθοποιού που αρκούσε μόνο η φωνή της για να καθηλώσει. Που κάθε λέξη την ερμήνευε, δεν την έλεγε απλά. Και η ερμηνεία της αντανακλούσε το ήθος που είχε ως άνθρωπος. Συγκινήθηκα όταν την άκουσα, γιατί μου θύμισε τη δική μου μάνα. Είχε και η ίδια αρκετές φορές συγκινηθεί όταν κάναμε πρόβες και μας είχε μιλήσει για τη ζωή της, την προσφυγική της οικογένεια, τα δύσκολα παιδικά χρόνια, τη μάνα της.

  • Έχασα τη μάνα μου, μου είπε, το 1970, από καρδιά. Ήταν μόλις 56 χρονών. Εγώ έπαιζα στο θέατρο Τέχνης και μου το είπε ο αρραβωνιαστικός της αδερφής μου, όταν τελείωσε η παράσταση. Έχασα τον κόσμο από μπροστά μου. Όρμησα πάλι στη σκηνή, αγκάλιασα μια κολώνα και έκλαιγα απαρηγόρητη για ώρα πολλή.

2019: Η μεγάλη ηθοποιός στη σκηνή του θεάτρου “Αγορά” της Πάτρας

 

Το «Γυναικών καθρέφτισμα» σε μορφή μουσικού αναλογίου με την Εύα Κοταμανίδου στον ρόλο της Γυναίκας-μάνας και τη Μαρία Ζαχαρή στον ρόλο της Γυναίκας-κόρης παρουσιάστηκε στον «Ιανό» και μετά στην Ελευσίνα.

Την επόμενη χρονιά, το 2019, τον Μάρτιο,  διασκεύασα το κείμενο και με τη μορφή πλέον θεατρικής παράστασης παίχτηκε στο Αίγιο και στην Πάτρα, στο θέατρο «Αγορά». Νομίζω πως ήταν και η τελευταία της παρουσία στη σκηνή.

Στον  ρόλο  της Γυναίκας-κόρης ήταν η ηθοποιός Ειρήνη Γρέκα και τα τραγούδια της παράστασης ερμήνευε η Έλενα Λεώνη. Η μουσική ήταν του Σάκη Παπαδημητρίου. Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνο το βράδυ, τρομάξαμε να φτάσουμε στο θέατρο.

-Θα έχουμε κόσμο, μας ρώτησε, με τέτοια βροχή;

Είχε αγωνία! Το θέατρο γέμισε, το κοινό την καταχειροκρότησε και η κυρία Εύα, σεμνή και ευγενής, όπως πάντα, μίλησε σε όλους, φωτογραφήθηκε με όλους.

Μόλις τελείωσε το θέατρο -έβρεχε ακόμα ασταμάτητα- σκεφτήκαμε να πάμε κάπου να φάμε.

-Παιδιά να πιούμε ένα ουισκάκι θέλω, να χαλαρώσω. Αυτό θέλω, είπε.

Η ώρα ήταν 12 και τα μπαρ και τα μεζεδοπωλεία σχεδόν μισόκλειστα. Άλλωστε Μάρτιος ήταν, σχεδόν χειμώνας ακόμη.

  • Να εδώ ωραία φαίνεται, μας λέει, μόλις περάσαμε μπροστά από ένα μπαρ-εστιατόριο.
  • Ωραία είναι, της λέω, άλλα υπάρχει ένα πρόβλημα. Δε θα μπορείτε να καπνίσετε μέσα. Θα πρέπει να βγαίνετε έξω. Απαγορεύεται το κάπνισμα σε εσωτερικούς χώρους.

-Ω ναι, λέει, δεν το σκέφτηκα. Αν δεν καπνίζω, τότε δεν έχει νόημα. Και τώρα τι κάνουμε; Κάπου να πάμε, μη χωρίσουμε έτσι.

Είχε πραγματικά ανάγκη να χαλαρώσουμε, να μιλήσουμε.

-Θα πάμε στο σπίτι, της λέω, που έχουμε και ουίσκι και θα μπορείτε να καπνί σετε, όσο θέλετε. Μόνο φαγητό δεν έχουμε, αλλά κάτι θα βρούμε.

Φώτισε το πρόσωπό της. Εκείνο το βράδυ ήταν ξεχωριστό. Και τι δε μας είπε; Ιστορίες από τη ζωή της, από το θέατρο και τον κινηματογράφο. Για τα παιδικά της χρόνια, για τον γάμο της, για τις δυσκολίες στα γυρίσματα των ταινιών του Αγγελόπουλου, για τη συμμετοχή της στην πολιτική, για την Αριστερά, τη μεγάλη πορεία για τον Ιρλανδό φυλακισμένο, απεργό πείνας, τον Μπόμπι Σαντς, το 1975.

Μας μίλησε για τη ζωή της σήμερα, για τις αγαπημένες της αδερφές και την ανιψιά της, που τη νοιάζεται, για τη χειρότερη στιγμή της ζωής της που ήταν ο θάνατος της μητέρας της, αλλά και την πιο ευχάριστη, όταν μάθανε ότι ο «Θίασος» πήρε το βραβείο της Fipresci, δηλ. των κριτικών στις Κάννες.

Θυμήθηκε που σαν παιδί πήγαινε στον κινηματογράφο «Ηρώδειο» στη γειτονιά της, στη Νέα Φιλαδέλφεια και ο Φρανσουά που τον είχε, μόλις την έβλεπε της φώναζε: «Πιτσιτσίνι πάλι εδώ είσαι;»

Για τη μέρα που ο Κουν της ανακοίνωσε ότι τη θέλει να παίξει στο Θέατρο Τέχνης και από τη χαρά της έφυγε από τον ΟΤΕ, που δούλευε, και ούτε παραίτηση δεν πήγε να κάνει.

-Θα γράψω ένα βιβλίο για τη ζωή σας, της είπα. Θα έρθω να μου τα πείτε όλα και να φτιάξουμε το δικό σας βιβλίο ζωής.

Χάρηκε πολύ.

-Αλήθεια το λες; μου είπε. Όποτε θέλεις να έρχεσαι στο σπίτι να σου λέω, γιατί εγώ δεν μπορώ να γράψω πια. Κι έχω και πολλές φωτογραφίες, να διαλέξουμε.

Εκείνο το βράδυ φάγαμε έναν τόνο πατατάκια, ό,τι τυρί υπήρχε στο ψυγείο, όλους τους ξηρούς καρπούς και ήταν πολύ χαρούμενη που απολάμβανε το ουίσκι της και το τσιγάρο της. Και δεθήκαμε περισσότερο. Μιλήσαμε,γελάσαμε τραγουδήσαμε, φάγαμε, ήπιαμε και έφυγε από πάνω της αυτή η αυστηρή, δωρική εικόνα κι έγινε μια γλυκιά, φιλική, έξω καρδιά και γεμάτη χιούμορ γυναίκα, που θαύμαζες τη σκέψη της, τον λόγο της, την ευφυΐα της και το ταμπεραμέντο της.

Φεύγοντας μας πήρε όλους μια αγκαλιά. Από τότε την κυρία Εύα την ένιωσα πιο κοντινό μου άνθρωπο. Της τηλεφωνούσα συχνά να δω τι κάνει, πώς πάνε οι ίλιγγοι, που την ταλαιπωρούσαν και κάθε φορά μου θύμιζε την υπόσχεση, που της είχα δώσει, να γράψω τη ζωή της σε ένα βιβλίο.

Δεν προλάβαμε κυρία Εύα, όμως ίσως κάποια στιγμή τα καταφέρω!

 

 

«Σκληρός, ψυχρός, αδυσώπητος, μακράν ανθρωπίνων συναισθημάτων και ευαισθησιών, ο αιώνιος, ακατάβλητος χρόνος, άλλοτε χωρίς προειδοποίηση κι άλλοτε με σαδισμό στην επίπονη πορεία του βασάνου της αρρώστιας και του πόνου, ψυχικού ή σωματικού, μας παρακολουθεί, μας περιμένει με το δρεπάνι υψωμένο, μέχρι το τελικό μοιραίο θανατηφόρο χτύπημα.

Πάντα τροπαιούχος, πάντα καταλύτης της ζωής, από ένα μόνο ηττάται. Απ’ την ατέρμονη μνήμη. Αυτή τον ξεπερνάει. Η μόνη που τον νικάει!»

 

(Εύα Κοταμανίδου, εφημ. τα Νέα/το πνεύμα του τόνου, 9/12/2008)