fbpx

Για την κατάσταση στην Κύπρο

Άρθρο του Σίμου Ανδρονίδη

Υποψήφιου διδάκτορα στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 

Πριν από λίγες ημέρες, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επισκεπτόμενος την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, έκανε λόγο συγκεκριμένα, για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος πάνω στη βάση της δημιουργίας δύο ξεχωριστών κρατών[1] που θα παραπέμπουν στις δύο κοινότητες που διαβούν στο νησί, ήτοι τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους.

Κατά τον πρόεδρο Ερντογάν, «σήμερα στην Κύπρο υπάρχουν δύο διαφορετικοί λαοί, δύο δημοκρατικά καθεστώτα και δύο διαφορετικά κράτη. Όπως έχει αναφέρει και ο Τατάρ, θα πρέπει πια να γίνει η διαπραγμάτευση για μια λύση με δύο κράτη σε βάση κυρίαρχης ισότητας».[2]

Η επίλυση πάνω σε αυτή την βάση, που εν προκειμένω, τείνει προς την κατεύθυνση επιβεβαίωσης της διχοτόμησης, η οποία περιβάλλεται με τον μανδύα της ‘λογικής’ λύσης, αξιο-θεμελιώνεται και περαιτέρω, αναπαράγεται, πάνω στον άξονα της αντίληψης που θέλει την Κύπρο να κατοικείται από δύο «διαφορετικούς λαούς», οι οποίοι και αποκλίνουν ως προς τα επιμέρους κοινωνικά, εθνοτικά και πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, ενώ παράλληλα, για την Τουρκική[3] και την Τουρκοκυπριακή πλευρά, η λύση των δύο κρατών στην Κύπρο έχει ‘ωριμάσει’ πλέον και συνεπεία των αποτυχημένων προσπαθειών στο παρελθόν.  Εδώ η ευθύνη επιρρίπτεται στην Ελληνοκυπριακή πλευρά, κύρια για την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν[4] στο δημοψήφισμα του 2004.

Μετά την αναβλητικότητα που παρατηρήθηκε στις συνομιλίες του 2017 στο Κραν Μοντανά, με τις άμεσες συνομιλίες και συζητήσεις εκεί να μην αποκτούν την κοινωνική και πολιτική δυναμική του 2004, η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχει λάβει κάποια πρωτοβουλία για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων πρωταρχικά μεταξύ των δύο μερών, περισσότερο εστιάζοντας στρατηγικά στην κατά τι άμβλυνση των επιπτώσεων που δύναται να έχει μεσο-μακροπρόθεσμα η παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο, όπως εκφράζεται και μέσω της πραγματοποίησης γεωτρήσεων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η πραγματοποίηση μίας σειράς ερευνών και γεωτρήσεων από κοινού πλέον με την αναφορά της λύσης στη βάση των δύο κρατών, συνιστούν δείγμα και του εντεινόμενου στρατηγικού ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την Κύπρο και των δυνατοτήτων ‘επιτήρησης’ της περιοχής της Νοτιοανατολικής Μεσογείου που διαθέτει.

Πλέον, το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί πως την Κυπριακή Δημοκρατία, έχοντας σχέση με την ή τις αντιδράσεις που δύναται να προβάλλει απέναντι στην επισημοποίηση της διχοτόμησης που έλαβε χώρα ‘μετά βαΐων και κλάδων’ στην Αμμόχωστο, εκεί όπου αναδεικνύεται μία ιδιαίτερου τύπου, ‘επενδυσιολαγνεία’ που θέλει να μετατρέψει την Αμμόχωστο σε ‘ευημερούσα’ πόλη. Άμεσα η Κυπριακή κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλία διαπραγματεύσεων και συζητήσεων με την Τουρκοκυπριακή πλευρά, επιμένοντας πάνω στους συμφωνημένους, ιστορικά, όρους της επίλυσης του Κυπριακού, που είναι η συγκρότηση μίας διζωνικής και δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας, καταθέτοντας την διαπραγματευτική της στρατηγική και τις επιμέρους πτυχές της, στα διάφορα διεθνή φόρα, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), αξιοποιώντας παράλληλα και οποιαδήποτε ευκαιρία κοινοποίησης των θέσεων που τυχόν της παρουσιαστεί.

Θέτοντας παράλληλα ως σημείο αναφοράς, την αμφισβήτηση αυτού του τύπου της λύσης που προωθεί η Τουρκία και η νέα Τουρκοκυπριακή διοίκηση, κίνηση που πρέπει να συμπληρωθεί με ανοίγματα στους Τουρκοκυπρίους που ήδη έχουν εκδηλώσει αντιδράσεις για την συγκεκριμένη προοπτική επίλυσης, η οποία και σπεύδει να επικυρώσει την πολιτική των ‘σκληρών συνόρων’ στο νησί. Και όρος-κλειδί δύναται να καταστεί η πρωτοβουλία ή αλλιώς, η λήψη πρωτοβουλιών με διακύβευμα την απόρριψη διχοτομικών θέσεων και την ανάδειξη της διζωνικής και δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας, όχι με όρους ελάχιστου κοινού παρονομαστή, αλλά βιώσιμου μέλλοντος και για τις δύο κοινότητες.

Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να πιάσει εκ νέου το νήμα της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποκτηθεί η απωλεσθείσα κοινωνική, πολιτική και διπλωματική δυναμική που θα μπορέσει να ωθήσει ένα βήμα μπροστά τις διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών. Το ζήτημα δεν καθίσταται η ‘επιδιαιτησία,’ αλλά η απόκτηση και η διατήρηση αυτής της δυναμικής, κάτι για το οποίο είναι κρίσιμης σημασίας η πολιτική των ανοιγμάτων[5] και η συγκρότηση διπλωματικών συμμαχιών. Ως προς την ανάληψη πρωτοβουλιών, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη καθυστερήσει, αρκούμενη στο να ‘εκπλήσσεται δυσάρεστα.’

[1] Πρόκειται για ένα σημείο τομής όσον αφορά τις εξελίξεις και τα συμβάντα στην Κύπρο, που με διαφορετικούς όρους και αναλογίες-δυναμικές,  υπενθυμίζει και νοερά, το υπόδειγμα του Σουδάν (τύπος σύγκρουσης) και της διχοτόμησης του.

[2] Βλέπε σχετικά, ‘Στρατηγική διχοτόμησης από Ερντογάν στην Κύπρο,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 17/11/2020, https://www.kathimerini.gr/politics/561160882/stratigiki-dichotomisis-apo-erntogan-stin-kypro/

 

[3] Για μία ανάλυση που εστιάζει στην παρουσίαση των ανακατατάξεων που συμβαίνουν στο Τουρκικό κομματικό-πολιτικό σύστημα, στην κριτική του πολιτικοϊδεολογικού, Κεμαλικού φορτίου της Κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, και στην ορθή αμφισβήτηση του (μονολιθικού) λόγου περί «Τουρκία του Ερντογάν», βλέπε σχετικά, Σαββίδης Φίλιππος, ‘Είναι η Τουρκία μόνο του Ερντογάν;’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 11/12/2020, σελ. 16.

[4] Για τον διεθνολόγο Αλέξη Ηρακλείδη, «το σχέδιο Ανάν ήταν το πλέον λεπτομερές και συνολικό σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού από το 1964 μέχρι σήμερα, (σ.σ: 2006) από τότε δηλαδή που ο ΟΗΕ ανέλαβε μεσολαβητικό ρόλο στο Κυπριακό». Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2006, σελ. 399., όπου και μία κατατοπιστική ανάλυση των προβλέψεων του Σχεδίου Ανάν το οποίο και απέρριψαν οι Ελληνοκύπριοι, στερούμενοι της δυνατότητας να εργασθούν για την άμβλυνση και την επίλυση των όποιων δυσλειτουργιών του σχεδίου, εντός μίας επανενωμένης Κύπρου.

[5] Που θα προτάσσουν την άσκηση πιέσεων και προς την Τουρκική-Τουρκοκυπριακή πλευρά. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος μπορεί να είναι η ανάσχεση της εκ των υστέρων νομιμοποίησης της αντίληψης που εξέφρασε ο πάλαι ποτέ Τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ και περικλειόταν ουσιαστικά στο ό,τι το Κυπριακό ‘επιλύθηκε’ το 1974, με την Τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού.