Γρηγόριος Ξενόπουλος, ένας ευπατρίδης των νεοελληνικών γραμμάτων

Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη

Μουσικοσυνθέτης
Μέλος Κοσμητείας Σχολών Φιλολογικού Συλλόγου «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»
Μέλος Τακτικόν Φιλολογικού Συλλόγου «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»
Μέλος Τακτικόν της Εθνικής Εταιρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών

Μέσα σε τούτο τον ορυμαγδό της κακής τέχνης του λόγου, μέσα σε τούτο τον κόσμο που χάνεται λατρεύοντας εντελώς λάθος πρότυπα ζωής, μέσα σε αυτόν τον κακώς εννοούμενο κόσμο μιάς ελευθεριότητας  ενδεδυμένης την προβιά της “Ελευθερίας του λόγου”, η οποία βρίσκει την έκφραση της και στα γράμματα αλλά και σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής, οφείλουμε συχνά να αντρέχουμε στην μνήμη.

Στην μνήμη την συλλογική που γίνεται θαρρείς και δική μας προσωπική ενθύμηση για το ωραίον, για το ιδεατόν, για το τέλειο, για το άπιαστο, το χιμαιρικό. Στην μνήμη που ενίοτε μας επαναφέρει στην τάξη.

Διότι αυτό που αποκαλούμε “Συλλογική μνήμη”, δεν είναι παρά το σύνολο, το όλον της μνήμης των ανθρώπων που έζησαν και ζούν σε αυτόν τον τόπο, στον κάθε τόπο, στον κάθε χρόνο συν τις ιδέες μας τις αρχετυπικές για το ιδανικό, το άριστο, το ανώτερο εγώ, που καμιά φορά βρίσκεται κρυμμένο καλά στο παρελθόν, δίχως αυτό να αποκλείει και το σήμερα, αλλά θα έλεγε κανείς πως μόνον η οπτική αλλάζει απο καιρού εις καιρόν αναφορικώς για το πως βλέπουμε την ζωή, τον κόσμο γύρω μας.

Αυτή η νοερή ανασκαφή στο παρελθόν και στον κόσμο ανθρώπων που εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν ανασαίνουν και δεν ζούν στον κόσμο της ύλης, μα παρά ταύτα διαμέσου των γραπτών τους καταφέρνουν να επιβιώνουν ακόμη και σήμερα και να μας συγκινούν, φέρνοντας σε μας τον αέρα της εποχής τους, ανθρώπων που έχουν περάσει απο πολλού χρόνου στον κόσμο εκείνον των σκιών, είναι πολλές φορές ένα λιμάνι σωστικό και για τις δικές μας ψυχικες  ισορροπίες.

Είναι ο τρόπος που διαλέγουμε ορισμένοι οχι πρκειμένου να κρυφτούμε απο το σήμερα, αλλά να εντρυφήσουμε στο χθές και με αυτή την γνώση του, καθώς και τις δικές μας πεποιθήσεις, να φτίαξουμε ένα καλύτερο παρόν και μέλλον.

Με εκνευρίζει πάντοτε όταν μιλάς στους κύκλους των λογοτεχνών για ονόματα που συγκίνησαν και διαμόρφωσαν ολάκερες  γενιές ανθρώπων και εποχές και να σου απαντούν πως “Μα αυτός είναι ξεπερασμένος, τώρα ζούμε σε μοντέρνους καιρούς με αυτόν ασχολείσαι ακόμη ;”.  Το νέο δεν είναι πάντοτε το καλό όπως και το παλιό δεν είναι πάντοτε το κακό.

Τούτη η γνώση που μας προσφέρει η σπουδή μας επάνω στο παρελθόν και εν προκειμένω στην λογοτεχνία των περασμένων δεκαετίων, θεωρώ πως μας βοηθά ώστε να συγκρίνουμε, να ανατάξουμε και να βελτιώσουμε διαμέσου αυτής της διαδικασίας το δικό μας παρόν, το δικό μας μέλλον επάνω σε πιο σταθερές βάσεις, επάνω σε πιο ουσιαστικές γραμμές και δεν πρέπει να θεωρηθεί αυτή η στάση ορισμένων ως μία στείρα αναπόληση καιρών που έχουν πλέον χαθεί και που τίποτε δεν τους θυμίζει γύρω.

Μία απο τις σημαντικότερες μορφές του παρελθόντος αυτού κόσμου (στην οποίαν προτίθεμαι στο παρόν εντελώς συνοπτικό κείμενο να αναφερθώ μόνον στην συγγραφική του ιδιότητα), ο οποίος όμως παραμένει και επιμένει να είναι ακόμη διαχρονικά επίκαιρος, δεν είναι άλλος απο τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Ο Ξενόπουλος, αποτελεί δικαίως μία απο τις κορυφές των νεοελληνικών μας γραμμάτων όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δύο αυτούς αιώνες της νεότερης Ελλάδος. Και δικαίως διότι η θεματολογία του η τόσο εμπνευσμένα δοσμένη προς το κοινό ακόμη και στην απλουστέραν του μορφή ενός “αναγνώσματος του λαού” απο τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του, είναι μία θεματολογία που μας απασχολεί ακόμη και σήμερα και μέλλει να μας απασχολήσει και εις το διηνεκές.

Πέρα απο το οτι υπήρξε πολυγραφότατος με δεκάδες έργα τα οποία παρουσιάστηκαν και στο θεατρικό σανίδι, το ραδιόφωνο ή ακόμη ακόμη και στην Ελληνική τηλεόραση στις καλύτερες τις στιγμές του παρελθόντος, ο Ξενόπουλος καταφέρνει να περάσει στον δέκτη, αναγνώστη, ακροατή, θεατή του έργου του, όλα εκείνα τα μηνύματα μιάς ηθογραφίας και ενός κοινωνικού αφηγήματος με έναν τέτοιο εύστοχο τρόπο, που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να μας κινεί το ενδιαφέρον. Ο Έρωτας σε όλες του τις εκφάνσεις, οι κοινωνικές σχέσεις αναμεταξύ των ανθρώπων, το σμίλεμα των χαρακτήρων των έργων του κι όλα τούτα δοσμένα με έναν εντελώς αξιοπρεπή τρόπο, έναν τρόπο που δικαίως θα τον χαρακτήριζε κάποιος ως τον αισθαντικότερο όλων, με τέτοιαν τέχνη δοσμένο που θαρρείς πως όταν διαβάζεις ένα έργο του, μπαίνεις απο την πρώτη στιγμή στον κόσμο των εικόνων του Ξενόπουλου, σε ένα εντελώς διαφορετικό ηθογραφικό τοπίο απο τα σημερινά δεδομένα μα συνάμα και οικείο,  εκεί που όλα εξελίσσονται ακριβώς εμπρός στα μάτια σου για να σταματήσουν να εξελίσσονται,  μόλις κλείσεις το βιβλίο και να επανέλθουν με αμείωτη ένταση όταν το ξανανοίξεις για να συνεχίσεις την ανάγνωση, δίχως σχεδόν ποτέ οι ιστορίες του να καταντούν βαρετές,  κάτι που είναι σίγουρο πως αποτελεί μία ένδειξη ενός μεγάλου συγγραφέα.

Και ο Ξενόπουλος είναι μεγάλος συγγραφέας οχι μόνον διότι καταφέρνει να διατηρεί αμείωτη την ένταση στα έργα του, αλλά και διότι είναι ένας άνθρωπος των γραμμάτων με πολύ μεγάλη ποικιλία στην  θεματογραφία του που δεν αντιγράφει τον εαυτόν του και που μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταφέρει τον αναγνώστη στο κλίμα, το πλαίσιο της ιστορίας του ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου και που για αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του, απευθύνεται σε όλους.

Αντλεί το ίδιο εύκολα τα θέματα του τόσο απο τα σαλόνια της εποχής του όπως στο έργο του “Ανάμεσα σε τρείς γυναίκες” όσο και απο τα χαμόσπιτα κάποιας φτωχογειτονιάς όπως στο εργο του “Μάνα και θυγατέρα”, Ο Ξενόπουλος κτίζει τόσο αντιθετικούς χαρακτήρες και διατηρεί μία τέτοια πλοκή που δεν αφήνει σχεδόν κανέναν αδιάφορο. Θα μεταχειριστεί αρχικά την καθαρεύουσα όντας γεννημένος το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αλλά το μεγαλύτερο έργο των βιβλίων του θα τα γράψει για τον απλό λαό στην δημοτική, θα αγαπηθεί και θα διαβαστεί πολύ και θα εμπνευστεί σε πολλά έργα του απο την πατρίδα του, την νήσο των ποιητών, Ζάκυνθο.

Παρά τον έντονο τοπικιστικό χαρακτήρα που διανθίζει τα έργα του σε αρκετά μεγάλο βαθμό, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ο Ξενόπουλος ένας τοπικιστής λογοτέχνης, θα τον χαρακτήριζα ως έναν άνθρωπο λάτρη του ωραίου, ο οποίος με απλή στρωτή και ανεπιτήδευτη γλώσσα θα μεταφέρει τα μηνύματα του στον αναγνώστη, θα συγκινήσει με τους πολλές φορές ανύπαρκτους στην πραγματική ζωή ήρωες  και τις ανατροπές στην πλοκή του και θα περάσει απο την ιστορία των νεοελληνικών μας γραμμάτων ως μία απο την σημαντικότερες σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα γραφίδες του καιρού του, διατηρώντας όμως πάντοτε λόγω της ενασχόλησης του με θέματα διαχρονικά, την επικαιρότητα του ακόμη και στις μέρες μας.

Γενικώς ο Ξενόπουλος πρέπει να μελετηθεί εκ νέου τόσο απο τον απλό κόσμο όσο και απο τους ειδικούς εντός ή εκτός των εισαγωγικών, διότι δεν παύει ποτέ να αποτελεί μία ηλιακτίδα ποιότητας που με τον ρομαντισμό του (που σε καμιά περίπτωση δεν καταντά βαρετός και αιθεροβάμων) αλλά και με τις έντονες δόσεις του ρεαλισμού στα έργα του σε αγαστή συνεργασία, κέρδισε μία ξεχωριστή θέση τόσο στην αιωνιότητα όσο και στην ιστορία της λογοτεχνίας στην χώρα μας, αλλά το κυριότερο,  στις καρδιές και την ψυχή ενός ολάκερου λαού.

Θα πρότεινα δέ σε όσους γράφουν και ιδιαίτερα όσους προσπαθούν να γράψουν πεζά, να διαβάσουν πρωτίστως Γρηγόριο Ξενόπουλο ώστε να έχουν ένα σταθερό ποιοτικό μέτρο στην γραφή τους, διότι στον τόπο μας η αλήθεια είναι πωςγράφονται πάρα πολλά, αλλά διαβάζονται  παρα πολύ λίγα.

Σύντομο Βιογραφικό(Απο την Wikipedia)

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 − 14 Ιανουαρίου 1951) ήτανΖακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό, Η Διάπλασις των Παίδων, κατά την περίοδο 1896 – 1948. Κατά την αρχισυνταξία του Ξενόπουλου στο περιοδικό ήταν και ο βασικός του συντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του  Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό. Ήταν ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού  Νέα Εστία, το οποίο εκδίδεται ακόμα και σήμερα. Το 1931 έγινε ακαδημαϊκός. Μαζί με τους  ΠαλαμάΣικελιανό  και  Καζαντζάκη  ίδρυσε τηνΕταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας ήταν και πρώτος πρόεδρος (1934-37).