Η ανάπηρη συμφωνία της Γλασκώβης, οι φτωχές χώρες και η αισιοδοξία του Γιουβάλ Νώαχ Χαράρι

Του Ελισσαίου Βγενόπουλου

«Καλοδεχούμενα βήματα προς τα εμπρός, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό». Η κλιματική καταστροφή εξακολουθεί να χτυπά την πόρτα, παρά την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας στην COP26 στη Γλασκώβη», αναφέρει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.
Περιγράφοντας στους στόχους "που δεν επιτύχαμε σε αυτή τη διάσκεψη", υπογραμμίζει κυρίως "το τέλος των επιδοτήσεων των ορυκτών καυσίμων, την έξοδο από τον άνθρακα,
τον ορισμό μιας τιμής για τον άνθρακα" και την οικονομική βοήθεια στις πιο φτωχές χώρες.
"Τα κείμενα που εγκρίθηκαν είναι ένας συμβιβασμός. Αντικατοπτρίζουν τα συμφέροντα, την κατάσταση, τις αντιφάσεις και τη φάση στην οποία βρίσκεται σήμερα η πολιτική βούληση στον κόσμο. Δυστυχώς η συλλογική πολιτική βούληση δεν ήταν αρκετή προκειμένου να ξεπεραστούν βαθιές αντιφάσεις", επισημαίνει.
«Είναι καιρός να περάσουμε σε λειτουργία επείγουσας ανάγκης, οι παρούσες δεσμεύσεις για μειώσεις εκπομπών δεν επιτρέπουν να επιτευχθεί ο στόχος της συμφωνίας του Παρισιού να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας αρκετά κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή, και ακόμη κάτω από τον ιδανικό στόχο του 1,5 βαθμού Κελσίου».
«Ο εύθραυστος πλανήτης μας κρέμεται από μια κλωστή», είπε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ.
Οι εκπρόσωποι από σχεδόν 200 χώρες κατέληξαν σε συμφωνία η οποία, μεταξύ άλλων, ενισχύει τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη στον 1,5 βαθμό Κελσίου.

«Είναι χαλαρή, είναι αδύναμη, και ο στόχος του 1,5 βαθμού Κελσίου κρατιέται μόλις εν ζωή, αλλά υπάρχει μια ένδειξη για το τέλος της εποχής του άνθρακα. Και αυτό είναι σημαντικό», σχολίασε η Τζένιφερ Μόργκαν, επικεφαλής της Greenpeace International.
Στο κείμενο περιγράφεται ο στόχος του περιορισμού της υπερθέρμανσης πιο καθαρά από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Για πρώτη φορά, βασικό ψήφισμα περιέχει μάλιστα ένα απόσπασμα για τη σταδιακή κατάργηση του άνθρακα. Την τελευταία στιγμή, η σχετική διατύπωση αποδυναμώθηκε σημαντικά με την επιμονή της Ινδίας και της Κίνας και οι συμφωνίες για την κλιματική βοήθεια είναι επίσης αμφιλεγόμενες.
Πολλές χώρες στην ολομέλεια ήταν βαθιά απογοητευμένες ή θυμωμένες κάποιες εξοργισμένες για την αλλαγή στη διατύπωση σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση του άνθρακα και την απομάκρυνση από τις επιδοτήσεις και για άλλα ορυκτά καύσιμα.

Ωστόσο ο Γιουβάλ Νώαχ Χαράρι ο Ισραηλινός ιστορικός και καθηγητής του τμήματος ιστορίας στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ μιλώντας στο The New York Times Magazine εμφανίζεται αισιόδοξος, υποστηρίζοντας πως διαθέτουμε και τον χρόνο και τα μέσα για να το ξεπεράσουμε εγκαίρως. Επικαλούμενος τις πιο ολοκληρωμένες μελέτες επί του θέματος, αναφέρει πως για να μην καταστεί η κλιματική αλλαγή κλιματική καταστροφή, αρκεί η ανθρωπότητα να αρχίσει να επενδύει κάθε χρόνο το 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ για την ανάπτυξη φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών και υποδομών. «Το καλό με το 2% είναι ότι παρόλο που πρόκειται για πολλά λεφτά, είναι απολύτως εφικτό. Εάν ήταν 20% θα σας έλεγα να το ξεχάσετε, είναι πολύ αργά. Αλλά 2%;
Αυτό που πρέπει να κάνει ο μέσος πολιτικός είναι να μετατοπίσει το 2% του προϋπολογισμού από εδώ, εκεί. Ξέρουμε πώς να το κάνουμε αυτό. Πρέπει να απέχουμε από την αποκαλυπτική σκέψη σύμφωνα με την οποία είναι πολύ αργά και ο κόσμος οδεύει προς το τέλος του και να προσεγγίσουμε μια πρακτική αντίληψη: 2% του προϋπολογισμού, περί αυτού πρόκειται», υπογράμμισε. Όσον αφορά το ότι η ιστορία του 2% δεν είναι ιδιαίτερα συναρπαστική, όπως επισήμανε ο συνομιλητής του, ο Χαράρι παραδέχτηκε πως, όντως, δεν είναι μία πολύ εντυπωσιακή ιστορία, αλλά αυτό ακριβώς είναι όλη ουσία. «Είναι μια ελπιδοφόρα ιστορία. Γιατί δεν καλούμαστε να αλλάξουμε ολόκληρη την οικονομία και να πάμε να ζήσουμε σε σπηλιές. Πρέπει μόνο να μετατοπίσουμε το 2%. Αυτό είναι όλο.
Οπότε θεωρώ πως το μήνυμα είναι ισχυρό μήνυμα. Και υπάρχουν και άλλες ιστορίες.
Λαμβάνοντας υπόψη το κίνημα της Γκρέτα Τούνμπεργκ και το νεανικό κίνημα στο σύνολό του, αυτό που λένε οι νέοι άνθρωποι στη διεθνή κοινότητα είναι ότι θυσιάζονται στον βωμό της δικής της απληστίας και ανευθυνότητας. Πλέον δεν πρόκειται για κάτι ασαφές, όπως οι εκπομπές CO2 στην ατμόσφαιρα. Πρόκειται για ένα ανθρώπινο δράμα στο πλαίσιο του οποίου οι ηλικιωμένοι θυσιάζουν τους νέους», υπενθύμισε ο ισραηλινός στοχαστής.
Οι βιομηχανικές χώρες είχαν ήδη υποσχεθεί το 2009 ότι θέλουν να δώσουν 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από το 2020 και μετά για να βοηθήσουν τις φτωχότερες να καταργήσουν σταδιακά τα ορυκτά καύσιμα και να προσαρμοστούν στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Πρόκειται για βοήθεια, αλλά πολύ περισσότερο για δάνεια και επενδύσεις, για παράδειγμα, σε σύγχρονες τεχνολογίες και δομές. Επικερδείς επιχειρήσεις για εταιρείες από βιομηχανικές χώρες είναι σίγουρα εφικτές. Ωστόσο, η υπόσχεση δεν εκπληρώθηκε.
Το πώς θα συνεχιστούν τα πράγματα θα ξεκαθαρίσει πλέον μέχρι το 2024 . Το σημαντικό είναι το κριτήριο: οι ανάγκες όσων επηρεάζονται. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλότερες χρηματοοικονομικές ροές καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες ανεβάζουν τις ανάγκες τους σε τρισεκατομμύρια.
Για χρόνια, οι αναπτυσσόμενες χώρες απαιτούν έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορούν να αντισταθμιστούν οι ζημιές και οι απώλειες που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή,  αλλά οι βιομηχανικές χώρες φοβούνται ότι θα μπορούσαν να προκύψουν απρόβλεπτα υψηλές οικονομικές απαιτήσεις.
Ένα είναι βέβαιο, οι φτωχότερες χώρες χρειάζονται πολύ μεγαλύτερη βοήθεια για το κλίμα.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, οι οικονομικές απαιτήσεις για προστασία από τις κλιματικές επιπτώσεις είναι έως και δέκα φορές υψηλότερες από τις προγραμματισμένες.
Έπειτα από μια αποτυχία των δύο τελευταίων Cop, αυτή της Γλασκώβης κατάφερε τουλάχιστον να επικαιροποιήσει τους κανόνες χρήσης της Συμφωνίας του Παρισιού, κυρίως για τη λειτουργία των αγορών άνθρακα που θεωρείται ότι βοηθούν να μειωθούν οι εκπομπές. Ωστόσο για το άλλο σύνθετο θέμα της βοήθειας προς τις φτωχές χώρες, δεν βρέθηκε λύση. Οι φτωχές χώρες του νοτίου ημισφαιρίου που είναι οι λιγότερο υπεύθυνες για την υπερθέρμανση αλλά στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεών της, απαιτούσαν μια ειδική χρηματοδότηση «απωλειών και ζημιών» τις οποίες υφίστανται ήδη.
Δηλαδή πάλι χαμένες είναι οι φτωχές χώρες με λίγες ελπίδες να κερδίσουν μέρος από αυτά που δικαιούνται. Ίσως η λύση να βρίσκεται στην ιδέα του 2% του Ισραηλινού διανοητή.