Η Ποίηση ως κοινωνικόν κάτοπτρον – Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη

Συνηθίζουμε να εξετάζουμε τα λογοτεχνικά κινήματα τόσο ως αναγνώστες όσο και ως δημιουργοί και ιδιαίτερα ως αναφορά σημερινή τα ποιητικά λογοτεχνικά κινήματα, αυστηρώς υπό λογοτεχνικά κριτήρια.

Την υφολογική και μορφολογική τους δομή, την ενοιολογική τους συνάφεια, τον ειρμό, τις ιδέες που εμπνέονται και τα πρότυπα που γεννούν και αποδίδουν στο χαρτί και γενικώς υπό κριτήρια που θυμίζουν πολλάκις, τους ιστορικούς της λογοτεχνίας που προσπαθούν να εντάξουν το τάδε ή το δείνα ποιητικό έργο, σε κάποια συγκεκριμένη σχολή ή ρεύμα στην φιλότιμη δίχως αμφιβολία προσπάθεια τους να κατανοήσουν τις εποχές που ο άνθρωπος αποτυπώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του διαμέσου ενός ποιητικού έργου.

Η αλήθεια είναι πως τούτη η συλλογιστική ατραπός προσεγγίσεως (και μιλώ υπό την ιδιότητα του ποιητού στο παρόν), δεν είναι πάντοτε η ενδεδειγμένη προκειμένου να αντιμετωπίσουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να διακρίνεται από μίαν αυτοτέλεια ή όχι και ιδιαίτερα ένα ποιητικό λογοτεχνικό έργο, διότι ένα ποίημα μπορεί ανέτως να συνταιριάζει εξαίσια στοιχεία εντελώς διαφορετικών λογοτεχνικών ρευμάτων και σχολών και να μην καθορίζεται επαρκώς ως ανήκον αμιγώς στο κάθε τέτοιο κίνημα και ρεύμα που προσπαθεί να κατηγοριοποιήσει χωρίς πάντα να το καταφέρνει μια πνευματική παραγωγή ο μελετητής.

Πέραν τούτης της ουσιώδους θεωρώ διαπιστώσεως όμως που έρχεται σε κάποια αντίθεση με το όλο πνεύμα του κειμένου εδώ, πρέπον ώστε να έχουμε μια καλύτερη και πιο σαφή εικόνα ως προς τις πνευματικές ποιητικές δημιουργίες, είναι το να αντιμετωπίσουμε τα λογοτεχνικά ρεύματα ως απόνερα των κατά καιρούς κοινωνικών ρευμάτων και αν όχι απλώς ως απόνερα (κάτι το οποίο δηλώνει μίαν μονόδρομη φορά από την κοινωνία προς την λογοτεχνία), σίγουρα ως κινήματα τα οποία με την σειρά τους γέννησαν και κοινωνικά ρεύματα διότι όλα αυτά δεν μπορούν παρά να δρούν αλληλένδετα μέσα στο διάβα της ιστορικής διαδρομής της ανθρωπότητας.

Για να έχουμε λοιπόν μια σαφέστερη εικόνα περί της ποιητικής δημιουργίας ανά τους αιώνες (ή τουλάχιστον τα ιστορικά διαστήματα της ανθρωπότητος , όπου διατηρούμε γραπτές καταγραφές) αλλά ακόμη ακόμη και προφορικές παραδόσεις που δρούν και τούτες ως ηχώ ενός παρελθόντος κόσμου, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τα λογοτεχνικά αυτά στοιχεία μίας κοινωνίας όχι μόνον με κριτήρια αυστηρώς λογοτεχνικά, διότι τούτο θα ήτο μια ελλειπής σαφώς αντιμετώπιση, αλλά ως υποσύνολο της ίδιας της κοινωνίας που τα δημιούργησε και να εντοπίσουμε κάθε φορά το διαδραστικό παίγνιον αναμεταξύ κοινωνίας και λογοτεχνίας και εν προκειμένω της ποίησης που μας απασχολεί στο παρόν .

Αν πάρει κάποιος πιο συγκεκριμένα λόγου χάριν, το παράδειγμα του Παρνασσισμού, του Ρομαντισμού, ή του Συμβολισμού – Νεοσυμβολισμού, όπου διέτρεξαν τους προηγούμενους αιώνες την λογοτεχνία μας, θα διαπιστώσει πως όλα τούτα τα κινήματα σαφώς επηρεάστηκαν από τις κοινωνικές συνθήκες που τα επέβαλαν στην λογοτεχνία και μάλιστα πολλά εξ αυτών των κινημάτων όχι μόνον γεννήθηκαν από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και ως αντίδραση του ενός προς το άλλο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αντιθετικό δίπολο Παρνασσισμός (δεύτερο μισό του 19ου αιώνα) – Ρομαντισμός (πρώτο μισό του 19ου αιώνα που εδράζεται και στον 18ο), όπου κατά περίεργο τρόπο το ένα (ο ρομαντισμός) θα γεννηθεί από τις κοινωνικές συνθήκες ως προσπάθεια του να εκφύγουν οι δημιουργοί και εκφραστές του, από την σκληρή πραγματικότητα της ταχύτατης αστικοποίησης των μεσσαιωνικών – φεουδαρχικών κοινωνιών (κυρίως της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης) που δημιούργησαν κοινωνικές αντιθέσεις και ως φυσικό επόμενο επαναστατικά κινήματα και να προβούν σε μια προσπάθεια εξιδανικευτικής αποτύπωσης της ζωής και να καθοριστούν από έναν υπεραισθαντισμό που θα έμελλε δυστυχώς ή ευτυχώς, να ξεπεραστεί όταν και οι κοινωνικές συνθήκες θα το επέτρεπαν.

Γέννημα του Ρομαντικού κινήματος κατά μια έννοια δέ, θα καταστεί και ο Γαλλικός (κυρίως) Παρνασσισμός, ως μια αντίδραση “εκ των έσω” των λογοτεχνικών κύκλων στην υπερβολική ως και υπερβατική θα την χαρακτήριζε κανείς, προσπάθεια του πρότερου ρομαντικού κινήματος. Αργότερα ο ρομαντισμός θα επανέλθει κάπως υπό την μορφή του Συμβολισμού – Νεοσυμβολισμού όχι όμως διατηρώντας τον υπεραισθαντισμό που τον διέκρινε αλλά μια κριτική, επαναστατική φωνή ενάντια στα κοινωνικά οράματα που κατέπεσαν και το κλείσιμο του ανθρώπου των αρχών του 20ου αιώνα στο εγώ του που ενισχύεται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που επιβάλλει την αποχή από την θύελλα του έξω κόσμου. Διαφορετική λογοτεχνική συμπεριφορά απέναντι σε παρόμοια κοινωνικά φαινόμενα.

Φυσικά τα περισσότερα εξ αυτών των κινημάτων σαφώς γεννήθηκαν κυρίως στις κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης και τα δείγματα της δικής μας γραφής, δεν αποτελούν παρά πολλές φορές υφολογικές αποτυπώσεις αντιγραφής και όχι γνήσια λογοτεχνικά ρεύματα που γεννιούνται και αποθνήσκουν εκ των κοινωνικών συνθηκών και αυτό λόγω των επαφών που κάποιοι λογοτέχνες μας, είτε ως μονάδες, είτε ως σχολές ποιητικές, διατήρησαν την επαφή με αυτά, μελετώντας έργα από το πρωτότυπο, αγγλικό, γερμανικό ή γαλλικό (κατά κύριο λόγο) κείμενο.

Αυτό το γεγονός της μη αυτοτέλειας των νεοελληνικών λογοτεχνικών ρευμάτων που ήσαν περισσότερο αντικατοπτρισμοί των ρευμάτων και σχολών της Ευρώπης (διότι ας μην απατώμεθα όταν μιλούμε για πνευματική παραγωγή κατά τον 18ο ή και τον 19ο τουλάχιστον αιώνα, μιλούμε για την κεντρική Ευρώπη όπου ζούσε μέσα σε ένα αέναο ανακάτεμα της κοινωνικής και της λογοτεχνικής κατ’ επέκταση τράπουλας) δεν υπήρξαν σχεδόν ποτέ αυθεντικές παραγωγές διαμορφούμενες εκ των κοινωνικών συνθηκών, αποτελεί δέ τούτο όμως μια προβληματική, η οποία δεν είναι σαφώς της παρούσης.

Αυτό που θα πρέπει να κρατηθεί από τούτο το μικρό κείμενο για τον αναγνώστη, είναι η διαπίστωση πως τα λογοτεχνικά ρεύματα και σχολές τόσο εκεί που γεννήθηκαν όσο και εκεί όπου αντιγράφηκαν με πιστότητα ή όχι και τόσο, βρήκαν στέρεο έδαφος και αιτία ύπαρξης στις κοινωνίες και πως όλα αυτά που παροσπαθούμε ίσως επί ματαίω να κατατάξουμε σε κατηγορίες προκειμένου διαμέσου της ομαδοποίησης τους να τα κατανοήσουμε καλύτερα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά από αντικατοπτρισμοί, των εκάστοτε κοινωνιών δίχως ως προανέφερα να αποκλειστεί πλήρως η περίπτωση του ένα λογοτεχνικό έργο να διαπερνά τα φιλολογικά και λογοτεχνικά αυστηρώς κριτήρια διατηρώντας μια αυτοτέλεια διαμέσου ακριβώς της ποικιλομορφίας που το διακρίνει.

Μόνον (πέραν των εξαιρέσεων ως τονίστηκε που διέπονται και από μια διαχρονικότητα) λοιπόν, ως κάτοπτρον της κοινωνίας θεωρώ πως μπορούμε να μελετήσουμε στην πληρότητα τους το φαινόμενο της ποιητικής παραγωγής και όχι μόνον υπό αυστηρώς λογοτεχνικά κριτήρια, διότι στην δεύτερη περίπτωση (όπου συνήθως αυτό συμβαίνει), χάνουμε σαφώς την πλήρη διάσταση της πνευματικής παραγωγής ως εκφραστή της κοινωνίας και ως κοινωνικό φαινόμενο, ένα φαινόμενο που το γέννησε, το άνδρωσε και το λησμόνησε ή το μετασχημάτισε όταν οι συνθήκες άλλαξαν, η ίδια η κοινωνία των ανθρώπων ακολουθώντας το κατά του Ηρακλείτου ρηθέν “Τα πάντα ρει και ουδέν μένει”. Και τούτη την διάσταση και προβληματική προσπάθησα εν συντόμω και ευελπιστώ επαρκώς για τον αναγνώστη, να αναπτύξω στο παρόν.