Η Σούλα Μπόζη γράφει αποκλειστικά στο “πατρινόραμα” Δεκεμβρίου

«Η ιστορική και κοινωνική σκιαγράφηση της Κωνσταντινούπολης»

Γράφει η Σούλα Μπόζη

Η Κωνσταντινούπολη, αρχικά ως πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αποτελούσε διοικητικό κέντρο ενός απέραντου γεωγραφικού χώρου και αργότερα της Βυζαντινής και Οθωμανικής κυριαρχίας. Από τη Ρώμη κληρονόμησε αφενός τον ιστορικό της ρόλο, αλλά και την αστική δομή τις τεράστιες διαστάσεις μια πρωτεύουσας, όπου η εμπορική ζώνη της στεγάστηκε από το Βυζάντιο ως τις μέρες μας στους ίδιους χώρους.

 

Η Κωνσταντινούπολη, αρχικά ως πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αποτελούσε διοικητικό κέντρο ενός απέραντου γεωγραφικού χώρου και αργότερα της Βυζαντινής και Οθωμανικής κυριαρχίας. Από τη Ρώμη κληρονόμησε αφενός τον ιστορικό της ρόλο, αλλά και την αστική δομή τις τεράστιες διαστάσεις μια πρωτεύουσας, όπου η εμπορική ζώνη της στεγάστηκε από το Βυζάντιο ως τις μέρες μας στους ίδιους χώρους. (Η έκταση που περικλείουν τα Θεοδοσιανά τείχη, είναι περίπου 1400 εκτάρια. Την ίδια εποχή η Θεσσαλονίκη είχε έκταση 270 εκτάρια και η Τραπεζούντα 90 εκτάρια). Η αγορά ξεκινούσε από την πλατεία του Εμίνονου, όπου επί Οθωμανών ήταν η έδρα του αρχιτελώνη, όπου στεγάζονταν τα τελωνεία και έφθανε στο ΟυνΚαπάν με τις αποθήκες των αλεύρων και λίγο παραπέρα τον έφορο των ψαράδων να εποπτεύει το θαλάσσιο εμπόριο. Περισσότερο από 1500 χρόνια στους ίδιους χώρους συνεχίζει να λειτουργεί αδιάλειπτα η αγορά τροφίμων για τους πολυάριθμους κατοίκους της ιστορικής και νεότερης Κωνσταντινούπολης.

Το Φανάρι έως τις αρχές του 19ου αι. ήταν η σημαντικότερη συνοικία της Πόλης. Από τις αρχές του 19ου αι. η δημιουργία της αστικής κοινότητας Σταυροδρομίου-Πέραν (1804), εξελικτικά πήρε τη μορφή κοσμοπολίτικου κέντρου, όπου την κατοικούσαν κυρίως οι Ρωμιοί, οι Λεβαντίνοι, οι Αρμένιοι, οι Εβραίοι και ελάχιστοι Οθωμανοί τιτλούχοι. Στα μέσα του 19ου αι. το Πέραν ήταν η πλουσιότερη συνοικία της Κωνσταντινούπολης.

Εξετάζοντας την κοινωνική σύνθεση της  παρατηρούμε ότι αποτελείται από Έλληνες τραπεζίτες και μεγαλέμπορους, των οποίων τα γραφεία και οι τράπεζες στεγάζονται στο Γαλατά, καθώς και ανώτερους κρατικούς λειτουργούς, γιατρούς, δικηγόρους, αρχιτέκτονες, κ.ά. Η Ρωμαΐκη κοινότητα έδωσε ιδιαίτερη προτεραιότητα στην εκπαίδευση, την κοινωνική πρόνοια και την ποιοτική αναβάθμιση του πνευματικού και κοινωνικού βίου των μελών της. Στους κόλπους της στέγαζε δημοτικά και ιδιωτικά σχολεία, τρία παρθεναγωγεία με πρώτη τη «Σχολή των Απόρων Κορασίδων» (1849), η οποία στα τέλη του 19ου αι. μετονομάζεται στο νέο της κτήριο, «Κεντρικό Παρθεναγωγείο», το «Παρθεναγωγείο Παλλάς» (1974) και το «Ζάππειο Εθνικό Παρθεναγωγείο (1875). Επίσης αρρεναγωγεία, «το Ζωγράφειο Γυμνάσιο» (1808), το «Ελληνογαλλικό Λύκειο Χατζηχρήστου» (1867), το οποίο από το 1930 συγχωνεύεται με το Ζωγράφειο και μετονομάζεται σε Ζωγράφειο Λύκειο, η Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου (1909).

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η εύρωστη ελληνική μειονότητα που έμεινε στην Πόλη αν και συνέχιζε να έχει βαρύνουσα θέση στην οικονομία της χώρας, βιώνει μέσα σε έντονη εσωστρέφεια καταβάλλοντας προσπάθειες να προσαρμόζεται στις εκάστοτε αντίξοες συνθήκες, όπως ο ειδικός νόμος περί απαγόρευσης άσκησης ορισμένων επαγγελμάτων, η επιστράτευση των 20 ηλικιών, ο έκτακτος φόρος περιουσίας, τα Σεπτεμβριανά γεγονότα του 1955, οι ομαδικές απελάσεις Ελλήνων υπηκόων του 1964, οι απαγορεύσεις ελεύθερων κοινοτικών εκλογών, αρνητικές ρυθμίσεις στο χώρο της εκπαίδευσης κ.ά. Δίχως να της επιτρέπεται να διαμαρτυρηθεί, τελικά οδηγήθηκε στις μέρες μας σε ακραία συρρίκνωση…

Πόση νοσταλγία και τρυφερότητα περιέχουν οι μνήμες, οι εικόνες, ακόμα και τα αξέχαστα, υπέροχα ηλιοβασιλέματα της Πόλης. Το κυρίαρχο χρώμα της Πόλης δεν είναι το λευκό της Αθήνας, της Αίγινας, του Αιγαίου. Είναι οι πολλές εναλλαγές του γκρίζου. Την αυγούλα ο ουρανός φέρνει χρυσαφιές και ρόδινες ανταύγειες στο υπόλευκο γκρίζο. Τις καλοκαιρίες οι αποχρώσεις του γκριζογάλανου εναλλάσσονται ως τη δύση του ηλίου και τότε συμβαίνει κάτι το μοναδικό. Αλλεπάλληλες αποχρώσεις από το κόκκινο στο ροδί, το μωβ, το γκρι- μπλε και όταν φθάσει στο φωτεινό σκούρο μπλε, έχει δύσει ο ήλιος…

 

ΕΛΛΗΝΊΔΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΌΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΏΝΑ, ΑΠΌ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΌΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΠΌΡΕΣ ΕΛΛΗΝΊΔΕΣ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΉΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΠΑΊΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΌΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΏΝ (1839-1905).

 

 

ΚΑΛΛΙΌΠΗ ΆΘ. ΚΕΧΑΓΙΆ: Μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες του 19ου αιώνα

Η ατομικότητα της Καλλιόπης Άθ. Κεχαγιά, που πρωτοεμφανίζεται στην κοινωνική ζωή της μόλις ελευθερωμένης Ελλάδας, δίνει νέο ρυθμό στο σχολείο, προβάλλει νέα ιδανικά στη Γυναίκα. Προ της Κεχαγιά, η μόρφωση της Ελληνίδας έτεινε αποκλειστικά να δημιουργήσει «χριστιανές και Eλληνίδες μητέρες». Η Κεχαγιά, που ζητεί τον ελεύθερο σχηματισμό του χαρακτήρα στο παιδί και σεβασμό στην ατομικότητά του, πρώτη ύψωσε την Eλληνίδα γυναίκα σε άτομο. Ένδεκα ετών μόλις – 1850 – πρωτοήλθε με τους γονείς της από την Προύσα στην Αθήνα και πρωτοφοίτησε στο μοναδικό τότε σχολείο της αείμνηστης Χίλλ. Στα 1854 έμπαινε στο Αρσάκειο, απ’ όπου, μετά δύο χρόνια, την κάλεσαν οι συγγενείς της στο Λονδίνο. Εκεί φοιτά σε αγγλικό σχολείο. Σαν ξαναγύρισε στην Αθήνα, στα 1857, η Χίλλ, που την λάτρευε και την αποκαλούσε «κόρη της» την πήρε εσωτερική, για να διδάσκει αγγλικά και συγχρόνως να ετοιμάζεται για το πτυχίο της. Μες στο σαλόνι της Χίλλ, που είχε το προνόμιο η Κεχαγιά μόνη να παρευρίσκεται σαν ήταν ξένοι, γνωρίσθηκε με τον Σπένσερ και άλλους σοφούς, περαστικούς από την Αθήνα, που την τιμούσαν έπειτα, ως τα τέλη του βίου της με τακτική αλληλογραφία. Την εποχή εκείνη ένα πτυχίο διδασκαλικό εθεωρείτο εξαιρετικό προσόν. Και η Κεχαγιά στα 1859, αφού εξετάσθηκε από Ειδική γι’ αυτήν σχηματισμένη Επιτροπή με πρόεδρο τον Σκαρλάτο Βυζάντιο, διευθυντή τότε της δημοτικής εκπαιδεύσεως, πήρε «ανώτερο πτυχίο» . Η πλατιά εγκυκλοπαιδική της μόρφωση, η οξύ αντίληψή της, η απέραντη μνήμη της, η παροιμιώδη επιμέλεια της, συνδυασμένα με μία χειμαρρώδη και χαριτωμένη ευφράδεια, προκαλούσαν τον θαυμασμό και την αγάπη, και γρήγορα την ανάδειξαν μέσα στην Κοινωνία.

 

Γράφει η Σούλα Μπόζη

 

Σαν πήρε το πτυχίο της, ανέλαβε – 1858 – 1860 – την υποδιεύθυνση του Παρθεναγωγείου Χίλλ. Στα 1860 έφυγε δεύτερη φορά στην Ευρώπη, περιόδευσε, συμπληρώνοντας τις γνώσεις της. Ξαναγυρνώντας μετά 5 χρόνια στην Αθήνα, ανέλαβε την διεύθυνση του εκπαιδευτικού μέρους του Παρθεναγωγείου Χίλλ και εισήγαγε το εκπαιδευτικό της σύστημα, που είχε διαμορφώσει στοργικά μες στην ψυχή της για την Ελληνίδα. Κατάργησε το αλληλοδιδακτικό κ’έδωκε τη μεγαλύτερη σημασία στα εγκυκλοπαιδικά.

Όταν στα 1867, η αείμνηστη Χίλλ, αναχωρούσε για την Αμερική «στο αγαπημένο της παιδί, την Καλλιόπη» μεταβίβασε το Παρθεναγωγείο της. Η Κεχαγιά, πιστεύοντας πως μια γυναίκα παντρεμένη μπορεί επιβλητικότερα να εκπροσωπεί το σχολείο και επειδή η ίδια χρηματικά κεφάλαια δεν είχε, έλαβε συνεταίρο της την πολυαγαπημένη της Αικατερίνη Χρηστομάνου-Λασκαρίδου.

Τόση δε αίσθηση έκαμε στους επίσημους κύκλους το παιδευτικό της πρόγραμμα, που ριζικά ανέτρεπε το μέχρι τότε σύστημα, ώστε η Κυβέρνησης με έγγραφό της την κάλεσε να συνεργασθεί με το Υπουργείο της Παιδείας για την αναδιοργάνωση των Παρθεναγωγείων του Κράτους, τότε γενικεύθηκε η κατάργηση του αλληλοδιδακτικού στην Ελλάδα.

Το ιδανικό όμως της Κεχαγιά ήτο ευρύτερο και το κυνηγούσε με όλες τις ηθικές και υλικές θυσίες της. Από το 1872 – 75 ως απόστολος του ιδανικού της εξυψώσεως της γυναίκας παρουσίασε σε 75 διαλέξεις, στις αίθουσες του Αρσακείου, και του Παρνασσού όλες τις παιδαγωγικές, καλλιτεχνικές και φιλολογικές της αντιλήψεις. Στα 1871 ιδρύει στην Αθήνα τον «Υπέρ της γυναικείας Παιδεύσεως Σύλλογον Κυριών», συντάσσει η ίδια το Καταστατικό του και θεμελιώνει την επόμενη εργασία της μαζί με τις κ. Ελένη Σκουζέ, Σοφία Δούμα, Έλ.Πάλλη, Κουρκουμέλη, Ρέϊνεκ, Ζωχιού, Εύρ.Δεληγιάννη, Σοφία Σχλίμαν, Ελένη Βαρβάκη, Εύφρ. Βουδούρη, Αικ. Μερκάτη, Μ. Βερνουδάκη και άλλες, το «Εργαστήρι των Άπορων Γυναικών», που πρωτοεμφανίζει και ενισχύει την εγχώρια βιοτεχνία, οργανώνει το συσσίτιο του Εργαστηρίου και την έκθεση των προϊόντων που παράγουν.

Τον ίδιο καιρό, στην Πόλη γίνεται μια νέα ζύμωση. Δίπλα στον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως και στους τοπικούς συλλόγους που ιδρύουν οι Ηπειρώτες, οι Μακεδόνες, οι Θράκες και οι Μικρασιάτες, στα 1875 ιδρύεται ο «Υπέρ της γυναικείας παιδεύσεως Σύλλογος» της Πόλης από τους Ηρακλή Βασιάδη, Χριστάκη και Ξενοφ. Ζωγράφο, Κ. Καραθεοδώρη, Σπύρο Μαυρογένη, Ταμβάκο, Τζαννή Στεφάνοβικ, το Ζωηρό Πασά, τον
Αλεξανδρίδη και το Σταύρο Βουτυρά. Ο σύλλογος αποφασίζει την ίδρυση ενός μεγάλου Παρθεναγωγείου, η οποία πραγματοποιείται χάρη στις ηγεμονικές χορηγίες του Κωνσταντίνου Ζάππα.

Η Κεχαγιά ήταν η «ενδεδειγμένη» διοργανώτρια. Την καλούν με επιτροπή, που της κομίζει στην Αθήνα τη γραπτή πρόσκληση των ιδρυτών. Δέχεται, κι’ ένα απόγεμα Κυριακής σπεύδει στην πολυαγαπημένη της φίλη την Ευφρασία Κοκκίδου-Κετσέα να αναγγείλει την απόφασή της. Εκεί συναντά και την αγαπημένη της κ. Σωτηρία Κλεομένους-Άλιμπέρτη, που μόλις είχε επιστρέψει απ’ την Ιταλία. Την προσκαλεί και της αναθέτει την υποδιεύθυνση
του Ζαππείου και την εκλογή των βοηθών. Μαζί με τη μακαρίτισσα Χαρίκλεια Πλιάτσικα-Ζεγγίνη, την Ελένη Άλιφέρη-Χατζηλαζάρου ως νηπιαγωγό και τη Φωτεινή Συάκου, ως οικονόμο, φθάνουν τον Αύγουστο του 1875 στην Κωνσταντινούπολη. Αναλαμβάνουν τον γιγάντιο αγώνα, να οργανώσουν στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο νηπιαγωγείο, πεντατάξιο σχολείο, τριτάξιο γυμνάσιο και τριτάξιο διδασκαλείο. Και σε όλο τον αγώνα αυτόν, μια αξιοπρεπής επιμονή και καρτερία υπέροχη λαμπρύνει την φυσιογνωμία της Κεχαγιάς. Η ίδια πείθει τον Κ. Ζάππα να χορηγήσει χρήμα για να κτισθεί το Ζάππειο της Πόλης – Κτίριο με 6 πατώματα και περισσότερες από 96 ευρυχωρότατες αίθουσες, δύο μουσεία ορυκτολογικά, χημείο κτλ- και να επιπλωθεί. Και όταν μετά 13 χρόνια, κουρασμένη, με κάποια προβλήματα υγείας, αποχωρεί για να ξεκουραστεί, την διαδέχεται στην διοίκηση
μαθήτρια της η οποία είχε σπουδάσει και αυτή στην Ευρώπη, όπως επίσης και ολόκληρο το γυναικείο προσωπικό του Ζαππείου να αποτελείται από μαθήτριες της. Φεύγει από την Πόλη.

Πηγαίνει στην Ελβετία για τη θεραπεία της, συνεχίζει μετά στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Μόναχο, στη Δρέσδη, στη Λειψία και την Αγγλία και καταλήγει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου επισκέπτεται σχολεία, νοσοκομεία, φρενοκομεία, φυλακές γυναικών, πανεπιστήμια, από την κατωτάτη ως την ανωτάτη παίδευση, από το απλούστερο έως το τελειότερο σωφρονιστικό μέσο και μελετά τα διάφορα παιδαγωγικά συστήματα.

Ξαναγυρίζει στην Αθήνα στα 1890 με πλατύτερα φτερά και σε συνεργασία με τον «Υπέρ της γυναικείας Παιδεύσεως Σύλλογον» της στις 22 Αύγ. του ιδίου έτους, ιδρύει το Πρότυπον ‘Ελληνικό Παρθεναγωγείο της. Το διοργανώνει και το διευθύνει μέχρι που το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας – 1898 – αναγνωρίζοντας την εξαιρετική της μόρφωση και ικανότητα, τη διορίζει Γενική Επόπτρια των σχολείων και
Διδασκαλείων της Φιλεκπαιδευτικής – αξίωμα, που «δημιουργήθηκε γι’αυτήν και καταργήθηκε με το θάνατο της». Το Πρότυπο Ελληνικό Παρθεναγωγείο της το παραδίδει τότε στην κ. Μ. Αλεξανδρίδου και εκείνη, αργότερα στις αδελφές Τριανταφυλλίδη.

Και τώρα, δίπλα στην ευρύγνωμη παιδαγωγό, υψώνεται η κοινωνιολόγος Κεχαγιά. Η ψυχή της είχε φθάσει στο ανώτερο κατώφλι της σύγχρονης της σκέψης. Η παιδαγωγική, οι φυλακές, η γυναικεία βιοτεχνία είναι οι γενικές περιοχές του ενδιαφέροντός της. Στην Αθήνα και κατά τις επισκέψεις της στις φυλακές του Κράτους, εντυπωσιάζετε τρομερά με τα άτοπα που συμβαίνουν μέσα σ’ αυτές: Η συμβίωση μεγάλων καταδίκων με παιδιά μικρότερα των 14 χρόνων, το ζήτημα της νοσηλείας των καταδίκων, που πέθαιναν ανάμεσα στους ζωντανούς συμποινίτες των, αφρόντιστοι, από ακαθαρσία, πείνα, έλλειψη γιατρού και γιατρικών, απ’ την ακατανόμαστη κατάσταση της φρίκης, που συνάντησε και, η φρικτότερη ακόμη θέση των καταδίκων γυναικών, που μες στις υγρασίες και στις ακαθαρσίες των κελιών κυλούσαν και τα βρέφη τους, όλα αυτά της δίνουν αφορμή να ετοιμάσει ένα ευρύτατο δημιουργικό πρόγραμμα, που στόχευε να σώσει τους νεαρούς κατάδικους και τις καταδικασμένες γυναίκες από το διπλό κίνδυνο της υγείας και της διαφθοράς και να δημιουργήσει ειδικά νοσοκομεία φυλακών για τους φυλακισμένους.

Και για να θεμελιώσει όλα αυτά, ιδρύει στα 1891 την «Έν Χριστώ Άδελφότητα». Τον ίδιο χρόνο ιδρύει δοκιμαστικά μέσα στις σωφρονιστικές φυλακές Συγγρού το «Τμήμα Παίδων» και ως Πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου της Αδελφότητος, επί 6 χρόνια ολόκληρα αγωνίζεται, έως το Μάρτη του 1897, που το όνειρο της πραγματώνεται. Με το ιδιαίτερο εκείνο χάρισμα, που είχε να εμπνέει και να προκαλεί τις όμορφες σκέψεις και αποφάσεις στην ψυχή των άλλων, καλλιέργησε τη δωρεά του οικοπέδου απ’ το Δήμο Αθηναίων, τη δωρεά του Γ. Άβερωφ – 200 χιλ.δρ. για το κτίριο και άλλες 60 χιλ. για τις εγκαταστάσεις του – επιστατεί μαζί με τις ακούραστές της συνεργάτιδες, τις κ. Έλμίνα Νάζου και Εύφροσύνη Πλατύκα στο σχέδιο του κτιρίου, στο κτίσιμο, στην αγορά των υλικών, στην εγκατάσταση των επίπλων.

Συντάσσει κατά το Βελγικό σύστημα τον εσωτερικό Κανονισμό του Εφηβείου Άβέρωφ– που συζητήθηκε στο Υπουργείο της Δικαιοσύνης από ειδικούς μαζί και την Κεχαγιά επί τρείς μήνες –, ψηφίζεται σχετικός νόμος ο οποίος εξασφαλίζει στο Δ. Συμβούλιο της Αδελφότητος την επιτήρηση του Εφηβείου.

Όταν μετά έξι χρόνια, μες στα οποία δοκιμάζει όλη τη δυσφορία των τριγύρω της κοινωνικών προκαταλήψεων που κάνουν τον αγώνα της δύσκολο, βγαίνει νικήτρια. Δεν κουράζεται, δεν σταματά.

Στα 1896 βοήθησε στην ίδρυση του Συλλόγου «Έργάνη – Αθήνα» στο Άγρίνι και ως πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του στην Αθήνα προκηρύσσει την Α’. Πανελλήνιο Έκθεση Γυναικείας Βιοτεχνίας, που έγινε το Μάη 1898 στο Αγρίνι. Προεδρεύει στο Α’ . Γυναικείο Συνέδριο στο Άγρίνι το 1898 όπου συζητήθηκε ποια πρέπει να είναι η θέση της Ελληνίδας στην οικογένεια και στην κοινωνία.

Στα 1897, με την συνεργασία μορφωμένων κυριών και της κ. Βικτωρίας Στρέϊτ, διοργανώνει σε 5–6 πόλεις της Θεσσαλίας «Εργαστήρια» εγχωρίων πανικών. Προσελκύεται έτσι ο πληθυσμός, που είχε διασκορπισθή από τον πόλεμο και ξαναπαίρνουν τη ζωή τους οι καταστραμμένες πόλεις Λάρισα, Τύρναβος και άλλες. Στα 1902 διοργανώνει τη Β’. Πανελλήνια Έκθεση Γυναικείας βιοτεχνίας στη Χαλκίδα, στην οποία συγκεντρώθηκε πλούτος από αριστουργήματα Ελληνικής γυναικείας εργασίας, επίσης οι πόλεις του εξωτερικού Ελληνισμού στέλνουν στην έκθεση θαυμάσιες γυναικείες εργασίες που τοποθετούνται δίπλα στις άλλες εργασίες.

Η Κεχαγιά πέθανε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 1905. Στον τάφο της τρείς φίλοι αντάξιοι των ιδανικών της, ο Σταύρος Βουτυράς, η Ευφρασία Κετσέα και ο Αριστ. Κουρτίδης εκφώνησαν τον επικήδειο λόγο.

 

 

Το βιβλίο της Σ. Μπόζη: “O ΓΕΥΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ”

 

Η πλούσια και ανεξάντλητη διατροφική παράδοση των Ρωμιών της Πόλης, όπως και οι αντίστοιχες παραδόσεις και μνήμες των Μικρασιατών, ολοκλήρωσαν τον κύκλο των επισιτιστικών παραδόσεων μιας τεράστιας σε έκταση γεωγραφικής περιοχής, όπου έζησε και πρόκοψε ο Ελληνισμός αδιάλειπτα επί χιλιετίες. Μετά την καταστροφή του 1922 και τη συνθήκη της Λωζάνης (1924), οι Μικρασιάτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις προγονικές τους εστίες. Παρά τις κακουχίες, την απόρριψη και την υποτίμηση που βίωσαν τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, μετέφεραν στην Ελλάδα μια πλούσια πολιτισμική παράδοση, εμπειρίες, γνώσεις και πρακτικές πρωτόγνωρες για την τότε νεοελληνική πραγματικότητα, αναζωογονώντας την με νέα έθιμα, συνταγές και συμπεριφορές γύρω από την «ιεροτελεστία του τραπεζιού». Αναμφισβήτητα, η Πολίτικη κουζίνα με τις τοπικές κουζίνες της Θράκης, της Ιωνίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου, εμπλούτισε, μετά το 1922-1924, τον κορμό της λιτής νεοελληνικής κουζίνας με νέες πρωτόγνωρες γεύσεις.

 

* WHO IS WHO

Η Σούλα Μπόζη είναι ερευνήτρια λαογραφίας – συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Πόλη. Απόφοιτη του Ζαππείου Παρθεναγωγείου, σπουδάστρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πόλης, επίσης σπούδασε θεατρολογία και ενδυματολογία. Από το 1967 ξεκίνησε την επιτόπια έρευνα και καταγραφή της Μικρασιάτικης και Πολίτικης λαογραφίας. Από το 1980 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Παρέδωσε κύκλους σεµιναρίων για την ιστορία των ελληνικών παραδοσιακών γεύσεων στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών (2000) και στη σχολή Le Monde (2004). Έχει εργαστεί ως ειδική σύµβουλος σε ντοκιµαντέρ και ταινίες, όπως στην «Πολίτικη κουζίνα» (2002) έχει µεταφράσει βιβλία στα ελληνικά από τα τουρκικά και το αντίστροφο. Είχε µόνιµη στήλη στο ένθετο περιοδικό Gourmet της εφηµερίδας Ελευθεροτυπία. Από το 1993 διευθύνει το Κέντρο Λαογραφικών και Ιστορικών Ερευνών «Βοσπορίς», το οποίο καταγράφει τον υλικό και πνευµατικό βίο των Κωνσταντινουπολιτών και Μικρασιατών. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο.