Η τελευταία επιστολή του Κολοκοτρώνη- Του Κυριάκου Δ. Σκιαθά για το πατρινόραμα

*Ο Κυριάκος Σκιαθάς 
είναι Εκπαιδευτικός, 
Αναλυτής - Συγγραφέας

 

Στην Αθήνα, στα τέλη του 1842, προκλήθηκε θόρυβος γύρω από το όνομα του πολέμαρχου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε Σύμβουλος Επικρατείας. Αφορμή στάθηκε ο διορισμός ενός από τους συνεργάτες του αρχηγού των τουρκοπροσκυνημένων, στην εποχή του Ιμπραήμ πασά, Αχαιού Δημήτριου Νενέκου.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. 
Ελαιογραφία
 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο,
 Αθήνα)

 

Ο Νενέκος καταγόταν από τη Ζουμπάτα Αχαΐας, και ανήκε στην υπηρεσία του κοτζάμπαση της Πάτρας Αθανάσιου Κανακάρη – Ρούφου και του γιου του Μπενιζέλου. «Προ της επαναστάσεως ήτο μικρός κλέφτης, και ως τοιούτος τότε εγνωρίζετο», γράφει ο Φωτάκος. Ήταν όμως αρχομανής, και το 1822 σκότωσε τον οπλαρχηγό Σπανοκυριάκο αντίζηλο του στο καπετανιλίκι. Είχε μεγάλη επιρροή στα Αρβανιτοχώρια της Πάτρας, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο Ιμπραήμ και τον πήρε με το μέρος του. Του έδωσε χρήματα, χωράφια, άλογα, βόδια και απάλλαξε αυτόν και τους συγγενείς του από τους φόρους. Ο Αιγύπτιος αρχηγός ακολούθησε στην Πελοπόννησο το παράδειγμα του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα, που με ήπιο τρόπο είχε πετύχει  την υποταγή της περιοχής. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου η Επανάσταση βρισκόταν σε κρίσιμη περίοδο. Ο Ιμπραήμ πάσχιζε με τους ανθρώπους του να μαζέψει προσκυνοχάρτια. Να δείξει στους ξένους ότι ο Μοριάς ήταν προσκυνημένος.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με διαταγή του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ έστειλε αρχιερείς στον ελλαδικό χώρο να πείσουν τους επαναστάτες να προσκυνήσουν. Την κατάσταση «βοηθούσαν» οι κοτσαμπάσηδες με τους καπεταναίους τους και τα μέλη της Αντικυβερνητικής Επιτροπής, που αντενεργούσαν κατά του Γέρου του Μοριά. «Οι κοτζαμπάσηδες ήλπιζον το προσκύνημα να μετατρέψουν εις ωφέλειαν των αφού εξέλειπεν ο Κολοκοτρ.», σημειώνει ο Σπηλιάδης. Ο Γενικός Αρχιστράτηγος Church αγανακτισμένος από τις φατριαστικές ενέργειες της Αντικυβερνητικής Επιτροπής έγραψε στον Κολοκοτρώνη: «Αυτή δε είναι Κυβέρνησις, είναι μια κοινή φατρία αξία της κοινής αποστροφής, για την αβελτηρίαν της. Πόσα δεν υπέφερα και υποφέρω παρ’ αυτών των Κυρίων και ως Αρχιστράτηγος και ως άνθρωπος…»

O Κολοκοτρώνης πολέμησε το προσκύνημα προσφέροντας στην πατρίδα ίσως τη μεγαλύτερη εκδούλευσή του. «Δεν εστεκόμουν πουθενά, πότε εις την Καλαμάταν πότε εις την Μεσσηνίαν, εις Λεοντάρι, Πάτρα, Καλάβρυτα, ποτέ δεν εξεκαβάλληγα… Από την πολλή καβάλλα αρρώστησα, εφούσκωσαν τα πόδια μου και τα αχαμνά μου…». Επανειλημμένως κάλεσε τον Νενέκο να επιστρέψει στους κόλπους της Επανάστασης. Αυτός όμως δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώσει την αφοσίωση του στον Ιμπραήμ. Τον Ιούλιο του 1827 ο Αιγύπτιος αρχηγός ερχόμενος από την Πάτρα στα Καλάβρυτα στο δρόμο, φτάνοντας στο χάνι του Βερβαινίκου παραδρόμησε και χωρίσθηκε από τη φρουρά του. Με συνοδό μόνο τον Τούρκο τσιμπουκοδότη του πλανήθηκε στο γειτονικό δάσος. Εκεί τον βρήκαν ο Νενέκος με 54 προσκυνημένους και του στάθηκαν για φρουρά όλη τη μέρα. Στη θέση «βρύση του Δεσπότη» ο Αιγύπτιος αποκαμωμένος από την καλοκαιρινή ζέστη κοιμήθηκε προστατευμένος από τους τουρκολάτρες.

Όταν ξύπνησε, ο Νενέκος με τους συντρόφους του, του έδωσαν φαγητό και μέχρι την ώρα της επιστροφής στο στρατόπεδο του, που ήταν στα Σάλμενα, αποτέλεσαν τη φρουρά του. Ο Αχαιός οπλαρχηγός απεμπόλησε μια σπάνια ευκαιρία να σκοτώσει ή να αιχμαλωτίσει τον Αιγύπτιο στρατηλάτη, να βοηθήσει τον Αγώνα και να κερδίσει επάξια τον τίτλο του σωτήρα του Έθνους. Αντ’ αυτού το όνομα του έγινε συνώνυμο του προδότη. Ο Ιμπραήμ επιστρέφοντας ασφαλής στο στρατόπεδο, τον επαίνεσε μπροστά στους αγάδες και για τις υπηρεσίες του έστειλε αναφορά στον Σουλτάνο, που τον ονόμασε Μπέη και έκτοτε οι Τούρκοι τον έλεγαν Μπέη Νενέκο. Όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε το γεγονός οργίστηκε μπήκε στο μοναστήρι της Κανδήλας, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας ορκίστηκε το θάνατο του λέγοντας ότι «αν τον εύρισκε πουθενά με τα ίδια του χέρια τον εφόνευε», ιστορεί ο Φωτάκος.  Στη συνέχεια, έδωσε γραπτή διαταγή στον ξάδερφο και συγχωριανό του Νενέκου Αθανάσιο Σαγιά να τον σκοτώσει.

Πέρασε ο καιρός, ήρθε ο Ιωάννης Καποδίστριας αλλά ο Νενέκος συνέχισε την αντεθνική του δράση, ως συνεργάτης των Τουρκοαιγυπτίων. Στις 26 Μαρτίου 1828 πήγε μαζί με Τούρκους και σκλάβωσε μια οικογένεια Καρυτινή, που έμενε από παλιά στην Πάτρα και πήρε και 6000 σφαχτά. Ο Κολοκοτρώνης αγανακτισμένος έγραψε στον Σαγιά: «Άπιστε, γιατί δεν τον σκοτώνεις, που ακόμη με τους Τούρκους είναι, αφού ήλθε ο Κυβερνήτης;». Τότε αυτός έσμιξε με τον τουρκολάτρη Νενέκο και τον σκότωσε. Σύμφωνα με τον Στέφανο Θωμόπουλο η εκτέλεση έγινε κατά τη διάρκεια μιας βάπτισης. Ο σκοτωμός του προκάλεσε και την αντίδραση των κοτσαμπάσηδων της Αχαΐας, που ήταν οπλαρχηγός τους. «Εις τα 1828 έγιναν παράπονα», λέει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Πράγματι αυτοί με πρώτο τον Μπενιζέλο Ρούφο (μετέπειτα δυο φορές πρωθυπουργό της Ελλάδας και αρκετές υπουργό) κατηγόρησαν στον Καποδίστρια, που παράπλεε στον Κορινθιακό κόλπο, τον Κολοκοτρώνη και τον Σαγιά για τη δολοφονία του Μπέη – Νενέκου. Ο Καποδίστριας δεν έδωσε σημασία στις καταγγελίες τους βάζοντας πρόσκαιρα τέλος σε μια από τις πιο στενάχωρες εθνικά στιγμές της εξέγερσης, που ήταν το μόλυσμα του προσκυνήματος.

 

Ιωάννης Φιλήμων (1798-1874)
Εθνικόν Ημερολόγιον, 
Αθήνα, 1863

 

 

Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1842 ο σκοτωμός του Νενέκου ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα. Ο διορισμός ενός από τους τουρκοπροσκυνημένους συντρόφους του απασχόλησε τον τύπο της εποχής και ξαναθύμισε την περίπτωση του Ζουμπατιώτη καπετάνιου. Το όνομα του Κολοκοτρώνη έγινε αντικείμενο αντιπαράθεσης στα κεντρικά θέματα των κομματικών εφημερίδων. Οι περισσότεροι κειμενογράφοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τον Γέρο του Μοριά και τη μεγάλη προσφορά του στην καταπολέμηση του προσκυνήματος. Δεν έλειψαν όμως και οι απολογητές των αντεθνικών πράξεων του προδότη Νενέκου. Ο πολέμαρχος αν και είχε όλα τα δίκαια με το μέρος του, δεν του άρεσε τώρα στα στερνά του η διαμάχη γύρω από το όνομα του. Άλλωστε, προαισθανόμενος ότι το τέλος του δεν ήταν μακριά, το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου είχε πάει στη γενέτειρα του, στον αγαπημένο του Μοριά, ακόμη ταξίδεψε μέχρι την Ύδρα και συγχωρέθηκε με όλους, εχθρούς και φίλους.

 

Χαρακτηρισμένος Ναπαίος (ρωσόφιλος), έστειλε στις 4 Δεκεμβρίου 1842, επιστολή (την τελευταία του) στην εφημερίδα Αιών, κομματικό όργανο των Ναπαίων για να βάλει τέλος στη διαμάχη γύρω από το όνομα του. Με τον εκδότη της εφημερίδας Ιωάννη Φιλήμονα  ο Κολοκοτρώνης γνωριζόταν από παλιά. Τον είχε «ξυλοφορτώσει» και φυλακίσει για λίγες ώρες το Νοέμβριο του 1825, όταν αυτός δεν τον ενημέρωσε για την είσοδο του στην αιγυπτιοκρατούμενη Τριπολιτσά, ύστερα από εντολή της κυβέρνησης. Στα κατοπινά χρόνια οι δύο τους έγιναν στενοί φίλοι. Ο Γέρος του Μοριά έγραφε στην επιστολή:

«Είδον ν’ αναφέρετε υπερ’ εμού. Σας ευχαριστώ δι’ όσους αναφέρεται επαίνους. Επίσης ευχαριστώ και τον συντάκτην του Φίλου του Λαού τον Ιατρόν κ. Α. Ζυγομαλά που αναφέρουν κακά. Σας εκφράζομαι δε ότι, αν έπραξα καλά ή κακά δια την Πατρίδα, η αλάνθαστος Ιστορία θα κρίνη. Ή αν έβλαψα ή εζημίωσα τινά, δύναται να με ενάξει εις τα Δικαστήρια. Το μόνον δε όπου θα σας παρακαλέσω είναι να μην αναφέρεται του λοιπού ούτε λέξιν περί του ονοματός μου, και ό,τι θέλουσιν ας γράφωσιν οι άλλοι, μοι είναι αδιάφορον. Καθότι μία κοινή παροιμία λέγει ότι ο κάλπικος παράς και ο χαμένος λόγος εις τον οικοκύρην μένει.

Εν Αθήναις, την 8 Δεκεμβρίου 1842                                                                 Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ»

 

Ανδρέας Ζυγομαλάς 
(1803-1876)

 

 

Η εφημερίδα Φίλος του Λαού ήταν όργανο του γαλλικού κόμματος με εκδότη τον Ανδρέα Ζυγομαλά, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Πάντοβα και Παρίσι, με υποτροφία του Κοραή και του Καποδίστρια.

Δύο μήνες μετά από την τελευταία δημόσια παρέμβαση του, στις 4 Φεβρουαρίου 1843, έντεκα το πρωί Τσικνοπέμπτης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε σε ηλικία 73 χρόνων, από αποπληξία (εγκεφαλική αιμορραγία) και εντάχθηκε στο εθνικό πάνθεο. Το βράδυ της προηγούμενης ημέρας είχε παρευρεθεί στη επετειακή δεξίωση που γινόταν στο Παλάτι για την άφιξη (αποβατήρια) της βασίλισσας Αμαλίας στην Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1837. Ο αρχιστράτηγος που είχε βρεθεί σε μεγάλα κέφια έφαγε, ήπιε, χόρεψε, γλέντησε με τη ψυχή του και «ετοιμάστηκε» για το μεγάλο ταξίδι…

 

Η κηδεία του έγινε με μεγαλοπρέπεια και την παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Στο νεκροκρέβατο «ήτο κεκοσμημένος με την στολήν του Αντιστρατήγου, έφερε το ξίφος, το οποίον είχε εις την αρχήν της επαναστάσεως… και εις τους ποδας τζαρούχια, το παλαιόν αυτού υπόδημα, υποκάτω δε των ποδών ετέθη Τουρκική σημαία».

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, νεκρός. 
Σκίτσο φιλοτεχνημένο
 εκ του φυσικού από τον καλλιτέχνη
 P. Bonirote, 1843.
Τύπωμα, (Εθνικό Ιστορικό 
Μουσείο, Αθήνα).