Η Τελευταία Μονομαχία – κριτική

Του Ελισσαίου Βγενόπουλου

Κανείς δεν μπορεί να τσαλαβουτήξει μέσα στη λάσπη και να βγάλει σκηνές διαμάντια, κανείς δεν μπορεί να βάλει την κάμερα κάτω από τις οπλές των αλόγων κι αυτή να καλπάζει στο ρυθμό τους σαν να είναι προέκταση των υπέροχων αυτών ζώων, κανείς δεν μπορεί να στήσει καλύτερα μια μάχη και να μοιάζει «ρεαλιστικότερη» κι από ότι συνέβη σε ολόκληρο τον εκατονταετή πόλεμο, κανείς δεν μπορεί να κινηματογραφήσει καλύτερα ήρωες με το σπαθί στο χέρι, την πανοπλία στο στήθος και τη θέληση στο βλέμμα, από τον 84χρονο  Ρίντλει Σκοτ.
Έχει κάνει 25 ταινίες, 3.000 διαφημιστικά έχει τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Έφτασε 40 ετών για να αποφασίσει να μας διηγηθεί μια πραγματική ιστορία και όχι να μας «ψήσει»
να αγοράσουμε κάτι ή να μας «πουλήσει» κάτι άλλο, αλλά άπαξ και το αποφάσισε, τα κινηματογραφικά είδη χόρεψαν μαζί του όπως μόνο ο Βρετανός σκηνοθέτης ήθελε και ήξερε. Μπορεί να μην άνοιξε καινούργιους δρόμους στην κινηματογραφική τέχνη, αλλά πήρε όλα τα παλιά υλικά των μεγάλων κινηματογραφιστών και γονάτισε στην αγωνία, στην απόλαυση, στην καρτερία, στην ευχαρίστηση τους θεατές όπου γης της «μεγάλης σκοτεινής κυρίας», της κινηματογραφικής αίθουσας.
Η Γαλλία στο βούρκο του 14 ου αιώνα. Ο ιππότης Ζαν ντε Καρούζ επιστρέφει από σκληρές μάχες και ένδοξους πολέμους και μαθαίνει ότι η σύζυγός του, Μαργκερίτ έχει βιαστεί από  το φίλο τους Ζακ Λε Γκρις. Ο ιππότης ζητά από το βασιλιά να επιτρέψει να μονομαχήσουν οι δυο άνδρες. Η άμοιρη Μαργκερίτ αν χάσει στη μονομαχία ο άνδρας της, θα καεί στη φωτιά για ψευδή κατηγορία. Έτσι, στις 29 Δεκεμβρίου 1386, θα οργανωθεί στο Παρίσι η τελευταία νόμιμη «judicial duel», μονομαχία, ο νικητής για όλους του μεταφυσικούς λόγους που σκέφτηκε ο διεστραμμένος νους των διοργανωτών τέτοιων μονομαχιών αποδεικνύεται και αθώος. Όσο πιο δυνατός και τυχερός ήταν κανείς σ’ εκείνους τους λασπωμένους καιρούς τόσο και πιο αθώος και δίκαιος ήταν. Ήμαρτον και θοῦ, κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου μαζί και ταυτοχρόνως.

Σπαταλάει ο Ρίντλει Σκοτ μια μεγάλη ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Ακίρα Κουροσάβα και τον «Ρασομόν» του, γιατί βυθίστηκε στα λασπόνερα της πολιτικής ορθότητας και της
απλοϊκότητας. Μα με τη λάσπη μπορείς να ξεπλύνεις την καλοσύνη; Και πόσο μονοκόμματη, μονοδιάστατη και γρανιτένια πρέπει να είναι η κακία για να χορτάσει ο ακόρεστος βαριεστημένος νους του υποτιμημένου θεατή; Η φαλλοκρατία πάντως δεν έπαθε την παραμικρή γρατζουνιά από τα βέλη του βρετανού σκηνοθέτη. Για να καταπολεμηθεί κάθε αρνητική έννοια, όπως η φαλλοκρατία, η φαυλοκρατία, η πατριαρχία, ο ρατσισμός, ακόμη και ο φασισμός και να πληγεί σοβαρά, δεν θέλει βολές άψυχες άκαμπτου διδακτισμού και νόστιμης αυστηρότητας, χρειάζεται το νυστέρι της ανθρώπινης ευφυΐας και της καλλιτεχνικής οξύνοιας και ευαισθησίας να βυθιστεί βαθιά σ’ αυτά τα αποστήματα και να τα διαλύσει, για να έχουμε πραγματικό, ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Οι ηθοποιοί από τον Ντέιμον τον σκληρό, βίαιο και μονοκόμματο πολεμιστή μέχρι τον Ντράιβερ τον δαιδαλώδη, καιροσκόπο και ζυγισμένο τυχοδιώκτη, την «κυρίαρχη του παιχνιδιού» Τζόντι Κόμερ, την 28χρονη Βρετανή νικήτρια στα Emmy και τα Bafta για το τηλεοπτικό της tour de force στο «Killing Eve» αλλά και τον Μπεν Άφλεκ μας οδηγούν εκεί που έχει αποφασίσει ο Βρετανός σκηνοθέτης να μας καταπιεί η ιστορία του, να μας σύρει πίσω στον λασπωμένο Μεσαίωνα, να μας «ξοδέψει» σε μονομαχίες, σε μάχες, να μας «σπαταλήσει» σε καπηλειά και τσακωμούς και να μας στείλει πίσω στον καναπέ μας αμόλυντους, καθαρούς σαν να έχουμε ακούσει ένα παραμύθι που παρ’ όλο που έχει επαναλήψεις, παρ’ όλο που είναι κοντά τρεις ώρες δεν θα μας χάλαγε να είχε λίγο ακόμα.