fbpx

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Μια από τις αγνοημένες μορφές του ’21

*  Του Λεωνίδα Μαργαρίτη

Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος

 

 

Για τους σημερινούς νεοέλληνες ονόματα όπως του Γεωργίου Σισίνη, του Παναγιώτη Καρατζά, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου ίσως δεν τους λένε τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Κι όμως η Επανάσταση του 21 ή δεν θα γεννιότανε ή δεν θα είχε τα αποτελέσματα που είχε .

Η Ιστορία και οι ιστορικοί έχουν αδικήσει κάποια ονόματα αγωνιστών, αφού δεν έχουν προβάλει ανάλογα την τόσο σημαντική προσφορά τους, ενώ αντίθετα κάποιους αγωνιστές που προσέφεραν ολόκληρη την σημαντική για την εποχή τους περιουσία τους και την ίδια τη ζωή τους έχουν παραγκωνισθεί και αγνοηθεί ακόμη και από τη σύγχρονη πολιτεία.

  Μια από τις αγνοημένες μορφές, τις πλέον ηρωικές και εκείνες τις μορφές που πρόσφεραν στον αγώνα τα πλούτη τους υπήρξε και ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.

  Υπολογίζεται πως με την έναρξη του ξεσηκωμού η περιουσία του έφθανε στο μυθώδες ποσό των 3.000.000 γροσίων, την οποία διέθεσε εξ ολοκλήρου για τον υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνα.

  Ο Παπαδιαμαντόπουλος ασχολιόταν εκείνη την περίοδο με το γενικό εμπόριο αλλά και ειδικότερα με το εμπόριο της σταφίδας. Ταξίδευε στα Ευρωπαϊκά λιμάνια για υποθέσεις του και είχε αντιπροσώπους και ανταποκριτές του στην Κωνσταντινούπολη, τη Μασσαλία, το Λιβόρνο, την Τεργέστη, τη Σμύρνη την Αλεξάνδρεια την Αγκώνα, τη Μάλτα, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο.

  Εκτός από τα δικά του προϊόντα, εμπορευόταν και αγροτικά προϊόντα παραγωγής των τούρκων γαιοκτημόνων όπως του Βαλή της Θεσσαλονίκης και του Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου στους οποίους είχε εμπνεύσει την εμπιστοσύνη τους. Το 1821 ήταν ιδιοκτήτης τριάντα καταστημάτων στην πόλη των Πατρών και κατείχε τη μισή κτηματική περιουσία της περιοχής Σαραβαλίου. Είχε ιδρύσει ακόμη και Τράπεζα στην πόλη όπου κατέθεταν τις οικονομίες τους σημαντικές οικογένειες των Πατρών, όπως οι γνωστές οικογένειες Ρούφου, Λόντου και Καλαμογδάρτη. Διέθεσε σημαντικά ποσά στους Γαλαξιδιώτες για την απόκτηση πλοίων, μάλιστα υπήρξε μέτοχος 16 πλοίων.

 Αν και θεωρείται πατρινός ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος γεννήθηκε σύμφωνα με αυτόγραφο του γιου του Παναγιώτη στην Κόρινθο το Μάρτη του 1766.

 Πρόγονοί του υπήρξαν Ηπειρώτες προεστοί από το χωριό Πλαίσια Καστανοχωρίων. Ο προπάππος βιλαέτης Γεώργιος Μαργαρίτης, μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας κρεμάστηκε από τους Τούρκους στο νάρθηκα του ναού του χωριού του μετά από ψευδείς καταθέσεις εχθρών του. Ο γιος του Γεωργίου, Διαμάντης, παππούς του Ιωάννη, εύπορος ιερωμένος και προεστός, όπως ο τραγικός του πατέρας του, κυνηγημένος από τους Τούρκους, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον τόπο του με την οικογένειά του και να εγκατασταθεί στο Αιτωλικό. Σε μια ανακοίνωση του Φωτίου Ευαγ. Σαφαρίκα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ (Φύλλο 24-7-1960) με τον τίτλο «Το πατρογονικό αρχοντικό του Ζαν Μορεάς» μνημονεύεται ανάμεσα στα άλλα και το περιστατικό της αναχώρησης του παπα-Διαμάντη Μαργαρίτη από τον τόπο του με την παράθεση μίας άγνωστης πληροφορίας σύμφωνα με την οποία: «…αφού πλήρωσε αρκετά φλουριά έφυγε την νύχτα με άλογα πεταλωμένα ανάποδα για να μην ανακαλύψουν τα ίχνη του οι Τούρκοι»

Στο Αιτωλικό που και εγκαταστάθηκε, έχτισε το ναό των Ταξιαρχών κι έγινε εφημέριός του. Όταν μάλιστα απεβίωσε τον ενταφίασαν έξω από αυτό το ναό.

 Ο παπά-Διαμάντης άφησε δύο γιους, τον Αναστάσιο και τον Γεώργιο, (πατέρα του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου).

Ο Αναστάσιος εγκαταστάθηκε στην πόλη των Πατρών και ο Γεώργιος στην πόλη της Κορίνθου. Και τα δυο του παιδιά διακρίθηκαν για τις ικανότητές τους στο εμπόριο. Όταν αργότερα συναντήθηκαν στην Πάτρα για λίγο τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να αλλάξουν το επώνυμό τους και από Μαργαρίτης να το μετατρέψουν σε Παπαδιαμαντόπουλοι, δηλαδή παιδιά του Παπαδιαμάντη, όπως συνηθίζουν να συνθέτουν τα επώνυμά τους κυρίως οι Πελοποννήσιοι.

Ο Γεώργιος που είχε εγκατασταθεί στην Κόρινθο γνώρισε την κόρη ενός ιερέα και πρόκριτου την οποία και παντρεύτηκε. Από το γάμο του απέκτησε ένα γιό και μια κόρη, τον Ιωάννη (για τον οποίο μιλούμε σήμερα) και την Ανθή.

 Όμως τα παιδιά αυτά έμειναν ορφανά από νωρίς. Ο Ιωάννης έμαθε τα κοινά γράμματα και αρχές αριθμητικής, ενώ η Ανθή τον γαλούχησε στην ευσέβεια και στη λατρεία των ιερών δογμάτων της Χριστιανικής Θρησκείας. Έτσι ο Ιωάννης έζησε ολόκληρη τη ζωή του πάντα θρησκευόμενος αυστηρά και παραδειγματικά με βαθύτατη προσήλωση στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

          Μόλις ενηλικιώθηκε ο Ιωάννης το πρώτο του μέλημα ήταν να αποκαταστήσει όπως άλλωστε συνηθίζονταν την αγαπημένη ορφανή από γονείς αδελφή του.

Εικοσάχρονος ακόμη πάντρεψε την αδελφή του Ανθή δίδοντάς της για προίκα ολόκληρη την πατρική και μητρική περιουσία και το 1786 ήλθε και εγκαταστάθηκε κι αυτός στην πόλη των Πατρών για να εργαστεί κοντά στον έμπορο θείο του Αναστάσιο.

 Από εκείνη την ηλικία επέδειξε εργατικότητα, επιμέλεια και ζήλο για το εμπόριο.

 Δεν πέρασε πολύς καιρός και το ως τότε μέτριο κατάστημα του θείου του με τη δική του συμβολή άρχισε να προοδεύει.

 Ο Ιωάννης μετά από οχτώ περίπου χρόνια εργασίας κατάλαβε πως δεν ήταν φτιαγμένος για υπάλληλος.

 Αφού εξέθεσε στο θείο του τον προβληματισμό του έλαβε την ευχή του και το ποσό των 1.500 γροσίων για τις ως τότε υπηρεσίες του και άνοιξε δικό του κατάστημα.

 Το έτος 1794 ο Δημήτριος Ανάγνου, ένας πλούσιος έμπορος και κτηματίας των Πατρών συνεταιρίζεται μαζί του κι απλώνει τον κύκλο των εργασιών του σ’ ολόκληρη την Αυτοκρατορία αλλά και πέρα από τα όριά της. Ο Βαλής της Θεσσαλονίκης, ο Μπέης της Κορίνθου αλλά και πολλοί πλούσιοι Οθωμανοί του εμπιστεύονται ολόκληρη την παραγωγή των αγροτικών τους προϊόντων για να τη διαθέσει εκείνος κατά βούληση. Οι έλληνες έμποροι της Επτανήσου και της Ευρώπης του αναθέτουν την πώληση των προϊόντων τους με προμήθεια, ενώ ο ίδιος τους στέλνει από την Πάτρα προς πώληση σταφίδα, λάδι και άλλα προϊόντα με τους ίδιους όρους που εκείνοι του αναθέτουν την πώληση των δικών τους προϊόντων.

 Έτσι αναπτύσσεται ένας μεγάλος εμπορικός κύκλος, ο οποίος δίνει νέα ζωή στο λιμάνι των Πατρών και έχει σοβαρό αντίκτυπο στην οικονομική και κατ’ επέκταση την κοινωνική ζωή της πόλεως και της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, μ’ αυτή την εμπορική κίνηση και την ανάπτυξη της πόλεως η Πάτρα θα γίνει το σημαντικό εθνικό κέντρο το οποίο θα διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση.

 Με την ανάπτυξη του εμπορίου ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος διαπιστώνει ότι πλέον έχει ανάγκη από πλοία για να πραγματοποιεί απ’ ευθείας και χωρίς την μεσολάβηση των προξενείων Αγγλίας και Ολλανδίας το ανταλλακτικό εμπόριο και να επιτυγχάνει φθηνούς ναύλους.

Ήθελε να δημιουργήσει ένα ναυτικό στόλο που να μπορεί να ταξιδεύει ακόμη και στην Αμερική.

 Ο σημαντικός αυτός έμπορος σε μικρό σχετικό χρόνο πέτυχε το σκοπό του και έγινε ιδιοκτήτης πολλών μεγάλων πλοίων, ιδιαίτερα του Γαλαξιδιώτικου στόλου. Ιδρύει στη συνέχεια ιδιωτική τράπεζα με αντιπροσώπους στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της Ανατολής και της Δύσης.

 Τίμιος στις συναλλαγές του και αδέκαστος στις συμφωνίες του, όπως άλλωστε αποκαλύπτουν πηγές του πολύτιμου αρχείου του, αποκομίζει σημαντικά κέρδη.

 Στις 21 Ιουνίου 1800 παντρεύεται στην Πάτρα την κόρη του προκρίτου της Αχαΐας Ιωάννη Καλαμογδάρτη Ελένη. Από το γάμο αυτό απόκτησε πολλά παιδιά εκ των οποίων επέζησαν ο Κωνσταντίνος, Παναγιώτης, Σπύρος, Δημήτρης, Αδαμάντιος (πατέρας του ποιητή Ζαν Μωρεάς) και Αναστάσιος.

Όπως αναφέρει στο έργο του «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»(Τόμος Ε΄ σελ.330-333 Αθήνα 1872) «…δια του γάμου τούτου προσεπηύξησε τας εμπορικάς και πολιτικάς αυτού σχέσεις. Εν βραχεί δε διαστήματι χρόνου εκτήσατο μεγάλην χρηματικήν περιουσίαν και δια του πλούτου και της ευγενούς συμπεριφοράς και μεγαλοδωρίας αυτού κατόρθωσε να απολαύση τοσαύτης αγαθής υπολήψεως παρά τοις Οθωμανοίς ώστε δια της μεσολαβήσεως αυτού εξωμαλύνοντο μεν αι μεταξύ Οθωμανών και πάντων των εν Πάτραις εμπόρων και προεστώτων υφιστάμεναι δοσοληψίαι και διενέξεις, ηλαττούντο δε οι φόροι, οι βαρύνοντες τας κατωτέρας τάξεις, αναδεχομένου αυτού να καταβάλλη διπλασίους φόρους και προτρέποντος εις τούτο δια του παραδείγματος τοιαύτης μεγαλοδωρίας και άλλους πολλούς ευκατάστατους συμπολίτας αυτού. Ούτω δε δεν εβράδυνε γνωστός μεν να γίνη εν πλείσταις πόλεσι της Τουρκίας και της Ευρώπης δια τας μεγάλας εμπορικάς επιχειρήσεις αυτού, να αναδειχθή δε εις των σπουδαιοτέρων και διακεκριμένων ανδρών απάσης της Πελοποννήσου…εντός μεν αληθούς μεγάρου κατώκουν διαρκώς δώδεκα υπάλληλοι του εμπορικού γραφείου του, έκαστος μάλιστα εις ίδιον δωμάτιον, εν δε τω ιπποστασίω υπήρχαν πάντοτε πέντε μεγαλοπρεπείς της ιππασίας ίπποι και πέντε καλοί ημίονοι προς τε την οικιακήν χρήσιν και προς μεταφοράν των εμπορευμάτων από του εν τω παραλίω τελωνείω εις το εν τη πόλει εμπορικόν κατάστημα και τας λοιπάς αποθήκας.

Παρά δε την οικίαν διετήρει δια μεγάλης δαπάνης και κήπον, περιέχοντα τα καλλίτερα και σπανιώτερα των ανθέων και δένδρων, είχε δε εν αυτή τη πόλει και δύο έτι κήπους και εν εκάστω τούτων και οίκον. Εκείνος δε, εν ω κατώκει, ήτο άριστα κεκοσμημένος δια πολυτελών χρυσοΰφαντων, ευρωπαϊκών τε και άλλων ξενικών επίπλων… Εν δε τω Μητροπολιτικώ ναώ είχε καλώς εσκευασμένα τρία στασίδια εν μεν δι’ εαυτόν, παρά τον του Μητροπολίτου επίσημον θρόνον, και δύο δια τους μεγαλύτερους αυτού υιούς, εις μικράν τινά απόστασιν από του πατρός, πλέον δε παρ’ άπαξ του μηνός έδιδε και μεγαλοπρεπέστατα συμπόσια εις τους αρχιερείς, τους προεστούς, τους προξένους και τους διερχομένους δια Πατρών διακεκριμένους ξένους και εις ταύτα παρεκάθηντο συνήθως οι διακεκριμένοι ιερείς, μουσικοί, ιατροί, διδάσκαλοι και υμνωδοί ή τραγωδισταί της πόλεως, οίτινες περί το τέλος του συμποσίου έψαλλον μετ’ ενθουσιασμού πρώτον με εκκλησιαστικούς τινάς ύμνους και δοξαστήρια, μετά ταύτα και εκ των ασμάτων Ρήγα του Φερραίου και άλλων τα ενθουσιαστικώτερα άνευ τινός φόβου…»

 Ο βίος του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου υπήρξε ηγεμονικός και δαπανούσε σημαντικά ποσά σε συμπόσια, βαφτίσια και στεφανώματα. Ο Παπαδιαμαντόπουλος γράφει ο Γούδας δεν εγεννήθη φαίνεται ίνα φειδωλεύηται εις τας δαπάνας, αλλ’ ίνα θησαυρίζει εντίμως και ίνα δαπανά μεγαλοπρεπώς. Όσοι ξένοι έτυχε να φιλοξενηθούν από τον Παπαδιαμαντόπουλο έμεναν κατάπληκτοι από την εγκάρδια υποδοχή και την γενναιόδωρη και ασύγκριτη φιλοξενία του. Η φορεσιά του ήταν επιβλητική. Φορούσε καλπάκι σαμαρόγουνα, τσιακτσήρι και μεστοπάπουτσα. Ήταν άνθρωπος με αδρά χαρακτηριστικά και ακέραιο χαρακτήρα.

 Από το 1811 διέλυσε την εταιρεία με τον Ανάγνου και συγκέντρωσε στα χέρια του όλη την εμπορική κίνηση της Πελοποννήσου και της Δυτικής Ελλάδος. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Ελλάδος. Από επίσημα έγγραφα του αρχείου του, κατά την κήρυξη της Επανάστασης του 21 η περιουσία του ανερχότανε στα 3.000.000 γρόσια. Εκτός από το ρευστό χρήμα είχε στην ιδιοκτησία του τριάντα εργαστήρια, πέντε αρχοντικά, δύο αποθήκες οίνου, δύο ελαιοτριβεία, δεκαέξι μεγάλα πλοία Γαλαξιδιώτικα και το μισό της έκτασης της περιοχής του Σαραβαλίου.

 Όλα αυτά μαζί με τη ζωή τη δική του και της οικογενείας του ο Παπαδιαμαντόπουλος ορκίσθηκε να θυσιάσει χάριν της Ελληνικής Λευτεριάς.

 Η μύηση του Παπαδιαμαντόπουλου στη Φιλική Εταιρείας έγινε στη Πάτρα το 1819.Τη μύηση αυτή περιγράφει στο έργο του «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» (τόμος α σελ.407 Αθήναι 1859) ο Ιωάννης Φιλήμων.

 Ο Παπαδιαμαντόπουλος λόγω της απεριόριστης εμπιστοσύνης, εκτιμήσεως και σεβασμού που έχαιρε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη διορίζεται μέλος της Εφορείας Πατρών και γενικός ταμίας των κοινών χρημάτων.

 Από τις αρχές του 1821 που αρχίζουν οι Τούρκοι να υποπτεύονται τις κινήσεις των Ελλήνων ο Παπαδιαμαντόπουλος προσπαθεί ν αποπροσανατολίσει τους τούρκους και καταφέρνει να τους αποκοιμίσει δίδοντάς τους μακροπρόθεσμα δάνεια ύψους 150.000 περίπου γροσίων.

Στις 26 Ιανουαρίου του 1821 συμμετέχει στη σύσκεψη της Βοστίτσας στο Αίγιο όπου και συζητήθηκε έντονα το θέμα του χρόνου κήρυξης του αγώνα.

 Την 1η Φεβρουαρίου του 1821 εισφέρει στην Κάσα της Εταιρείας του Γένους» το ποσό των 7.000 γροσίων. Αμέσως καταρτίζει ένα σώμα ενόπλων από πενήντα έμμισθους στρατιώτες και τους θέτει υπό την ηγεσία των πατρινών καπεταναίων Παναγιώτη Καραντζά και Παναγιώτη Ανδριτσόπουλου.

 Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι ο Παπαδιαμαντόπουλος είχε εκτιμήσει πρώτος τις ικανότητες και τα προτερήματα του οπλαρχηγού φιλικού Παναγιώτη Καραντζά.

 Όταν προχώρησαν αρκετά οι προετοιμασίες των Φιλικών, όλα έδειχναν πως η Πάτρα θα ήταν η πόλη από την οποία θα ξεκινούσε η επανάσταση.

 Στις 21 Μαρτίου 1821 ένοπλοι τούρκοι στρατιώτες, μεθυσμένοι σ’ ένα ρακοπωλείο της αγοράς απέναντι από το αρχοντικό του Παπαδιαμαντόπουλου έβαλαν φωτιά και σκότωσαν τον καταστηματάρχη. Άρχισαν αμέσως με άγριες κραυγές να περικυκλώνουν το αρχοντικό για το οποίο είχαν υποψίες πως μέσα σ’ αυτό έκρυβαν όπλα. Οι πόρτες του αρχοντικού ήταν αμπαρωμένες και οι Τούρκοι πυροβολούσαν στα παράθυρα. Με τους πυροβολισμούς αυτούς σκότωσαν το Διαμάντη Παπαδιαμαντόπουλο, θείο του Ιωάννη, ένα πανύψηλο και γεροδεμένο γέροντα. Όσοι βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή στο αρχοντικό απέκρουσαν τους τούρκους μαζί με τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και με συνθηματικούς πυροβολισμούς ειδοποίησαν το ένοπλο σώμα των καπεταναίων Καρατζά και Ανδριτσόπουλου. Όπως γράφει ο Γούδας, όταν ο Παπαδιαμαντόπουλος είδε νεκρό το θείο του, αποφάσισε να δώσει το σύνθημα της Επανάστασης.

 Όταν έφτασαν από διάφορα σημεία της πόλεως Έλληνες στρατιώτες οι Τούρκοι υποχώρησαν και αναγκάστηκαν να κλειστούν στο Φρούριο.

 Eίναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων ημερών της σύγκρουσης στο Τάσι, οι μάχες, οι σφαγές, οι πυρπολήσεις και οι εν γένει εγκληματικές ενέργειες των Τούρκων. Το ίδιο βράδυ της πρώτης σύγκρουσης ο Παπαδιαμαντόπουλος πήγε το Μοναστήρι του Ομπλού και την άλλη μέρα κατέβηκε έφιππος στην πόλη των Πατρών μαζί με τον Νικόλαο Λόντο και άλλους ενόπλους και έκαναν όλοι τους το γύρο της πόλεως κρατώντας την πρώτη επαναστατική κόκκινη σημαία με ένα μαύρο σταυρό στη μέση.

 Ο Πουκεβίλ στο ιστόρημά του για την Επανάσταση σημειώνει πως το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821 οι Τούρκοι πυρπόλησαν το αρχοντικό του Παπαδιαμαντόπουλου. Από τότε άλλαξε ο τρόπος ζωής του Παπαδιαμαντόπουλου. Φόρεσε την κλέφτικη καπότα και τα τσαρούχια. Κοιμότανε στο ύπαιθρο ή σε καλύβες χωριάτικες και γνώρισε πολλές κακουχίες και στερήσεις. Έμεινε χωρίς οικογένεια κι όλα του τα σπίτια τα κάψανε οι Τούρκοι. Η καρδιά του πυρπολήθηκε από τον πόθο για την Ελευθερία την οποία όρισε ως ένα εκ των πόλων του διλήμματος «Ελευθερία ή Θάνατος».Άνθρωπος οξύνους, ικανός, μετριόφρων με έντονη θρησκευτικότητα γεμάτος αυταπάρνηση.

 Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, ανοίγει τις αποθήκες του και μοιράζει στους στρατιώτες κρασιά, λάδια και τυριά. Χαρακτηριστική είναι η ανέκδοτη έκθεση του γιου του Παναγιώτη την οποία έγραψε την 21-6-1827 και απευθύνεται προς την Γενική Συνέλευση των Ελλήνων με την επιγραφή «Λογαριασμός των όσων ο μακαρίτης Πατήρ μου εζημιώθη ένεκα της Επαναστάσεως, εκτός των οσπιτίων, μαγαζίων, σταφίδων, αμπελώνων, ελαιοδένδρων και ελαιοτριβείων, εκτός λέγω των οποίων ελάμβανε από αυτού εισοδημάτων και εστερήθη δια εννέα χρόνους (…..) των όσων ακόμη συνεισέφερεν εις το Έθνος, εις διαφόρους και πολλάς μεγάλας ανάγκας του, των μισθών του από τους οποίους δεν έλαβε ποτέ οβολόν…» Πήρε μέρος στην πολιορκία του Κάστρου της πόλεως των Πατρών. Στις 26 Μαρτίου 1821 υπέγραψε ως «μινίστρος» των εξωτερικών της Ελλάδος την ιστορική εγκύκλιο προς τας Αυγούστας Αυλάς των Κρατών της Ευρώπης. Στις 19 Απριλίου 1821 διορίζεται γενικός φροντιστής του στρατοπέδου Παλαιών Πατρών. ΄Ορίζεται εισφορά και μετρά στο ταμείο του αγώνα 17.500 γρόσια. Τον ίδιο καιρό ταξιδεύει στη Ζάκυνθο και ναυλώνει το πλοίο του καπετάνιου Κεφαλλονίτη Διονυσίου Φωκά και τον μεταφέρει στις Σπέτσες προκειμένου να κινητοποιήσει τις Εθνικές ναυτικές δυνάμεις και να ενισχύσουν τον αγώνα με την αποστολή πολεμοφοδίων. Μετά τις Σπέτσες με το ίδιο πλοίο και με συνταξιδιώτη τον Δημήτρη Περούκα πηγαίνει στην Αγκώνα της Ιταλίας όπου με δικές του δαπάνες προμηθεύεται πολεμοφόδια και απευθύνει έκκληση για βοήθεια στους ομογενείς της Ευρώπης.

 Στις 30 Ιουνίου 1821 επιστρέφει στο Μεσολόγγι φέρνοντας πολεμοφόδια με το πλοίο του Πανά. Οι Άγγλοι συλλαμβάνουν τα Ελληνικά πλοία στον Πατραϊκό και ο Παπαδιαμαντόπουλος με μικρά ιστιοφόρα αναγκάζεται να μεταφέρει τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια στο στρατόπεδο της Πάτρας. Μετά από αυτή την περιπέτεια τον συναντάμε στα Τρίκορφα και το Σεπτέμβρη του 1821 στα Καλάβρυτα.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1821 διορίζεται «μέλος της Εθνικής Βουλής, παραστατικόν της Πελοποννήσου» για την Α΄ Συνέλευση της Επιδαύρου. Η Κυβέρνηση του αναθέτει τις πλέον δύσκολες αποστολές, όπως την παραλαβή του Φρουρίου του Ναυπλίου το Δεκέμβρη 1821.΄Οπου βρεθεί εμψυχώνει τους αγωνιστές παρακινεί για δράση, ενθουσιάζει για επιτυχίες, νουθετεί στους άπειρους και συγκρατεί τους ανταγωνισμούς και τα βίαια πάθη των συναγωνιστών του. Επιδεικνύει αξιοζήλευτη φρόνηση και δραστηριότητα όπως στη διαχείριση των πλοίων Ύδρας και Σπετσών και της είσπραξης των εισφορών της Ηλείας. Το Νοέμβριο του 1822 ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Αθανάσιος Κανακάρης του ζητά να δώσει στην Ύδρα 6.200 γρόσια και όπως πάντα ο Παπαδιαμαντόπουλος είναι έτοιμος και πρόθυμος σε κάθε νέα έκτακτη εισφορά που θα του ζητηθεί.

 Την 1η Μαρτίου 1823 εκλέγεται πανηγυρικά Βουλευτής Πατρών και αργότερα μέλος της επιτροπής εθνικού δανείου. «Οσάκις η Κυβέρνηση, γράφει ο Γούδας, είχε ανάγκην είτε διαπραγματεύσεως ξένων δανείων, είτε συντάξεως νόμων οικονομικών, είτε διαχειρίσεως χρημάτων, ενεπιστεύετο ταύτα εις την πρόνοιαν, εις τον ακραιφανή πατριωτισμόν, την τιμιότητα και εις τον μειλίχιον τρόπον του Παπαδιαμαντόπουλου και των ομοίων τούτου…»

 Στις 17 Μαΐου 1824 το Βουλευτικό Σώμα του γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής «…εκ μέρους του Έθνους {το βουλευτικό Σώμα} σας ευχαριστεί δια τους μεγάλους πόνους, όπου αγογγύστως υποφέρετε εξ αρχής του ιερού τούτου αγώνος, και προ της συστάσεως της διοικήσεως, και μετά την σύστασιν κατά την πρώτην και δευτέραν ταύτην περίοδον της χωρίς να απομακρυνθείτε διόλου από τας υπηρεσίας…»

 Τον Ιούλιο του 1824 με εντολή της Κυβέρνησης θα πάει μαζί με τον Μπενιζέλο Ρούφο στην Πάτρα για να ειρηνεύσουν του αντιμαχόμενους πατριώτες. Η παρουσία του φέρνει παντού την ομόνοια και την γαλήνη. Όλοι τον σέβονται και τον τιμούν απεριόριστα. Επιστρέφει στο Ναύπλιο. Σε ένα γράμμα της συζύγου του με ημερομηνία 14-10-1824 που βρίσκεται στο αρχείο Παπαδιαμαντοπούλου στη Βιβλιοθήκη της Βουλής προκύπτει ότι εκείνη την περίοδο βρίσκεται στο χωριό Πόρτες. Στο γράμμα αυτό η σύζυγος του τον πληροφορεί « πως ακόμα δεν εδιορθώθησαν τα εσωτερικά του Μορέως, ογλήγορα ελπίζω να διορθωθούν. Οι Τούρκοι όπως καθημερινώς ευγαίνουν εις τον κάμπον Γαστούνη, ως τις προάλλες ευγήκαν και εσκότωσαν 53 Έλληνες από αυτούς ήταν 17 Πατρινόπουλα, εσκοτώθηκαν και Τούρκοι πολλοί. Εμείς εδώ βαστούμεν τα στενά και όσες φορές αυθαδίασαν οι Τούρκοι, εκτυπήθησαν και εχαλάσθησαν χωρίς να κάμουν την παραμικράν βλάβην…»

 Την 12η Μαρτίου 1825 το Εκτελεστικό Σώμα διορίζει τριμελή προσωρινή επιτροπή από τους Βουλευτές Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (πρόεδρο), Γεώργιο Καναβό και Δημήτριο Θέμελη για την διεύθυνση των πολεμικών και πολιτικών πραγμάτων της Δυτικής Ελλάδος. Όπως γράφουν τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ του Μεσολογγίου της 15 Απριλίου 1825 στη πρώτη σελίδα, η τριμελής επιτροπή έφτασε στο Μεσολόγγι στις 12 Απριλίου.

 Η τελευταία, ανάμεσα στη Φρουρά του Μεσολογγίου, περίοδος της ζωής του Παπαδιαμαντόπουλου είναι εκείνη που θα δείξει το ασύγκριτο μεγαλείο της αυταπάρνησης και του πατριωτισμού του.

 Είναι η περίοδος εκείνη κατά την οποία ο πολιτικός αρχηγός των Ελευθέρων Πολιορκούμενων θα βαδίσει αλύγιστος προς τη θυσία και το ολοκαύτωμα.

 Η αλληλογραφία του Παπαδιαμαντόπουλου με την Ελληνική Διοίκηση, με τους Ζακυνθίους Φιλικούς και τη σύζυγο του καθώς και άλλα επίσημα έγγραφα προς τους κατοίκους της Δυτικής Ελλάδος αποτελούν ένα αξιόλογο και πολύτιμο αρχειακό υλικό των πολιορκούμενων Μεσολογγιτών και παράλληλα έναν αποδεικτικό και αξιόπιστο μάρτυρα της ιδιαίτερης προσωπικότητας του Παπαδιαμαντόπουλου.

 Όλες οι επιστολές του Παπαδιαματόπουλου μαρτυρούν τον προσωπικό του λόγο και παρουσιάζουν την αξιοζήλευτη προσωπικότητα του.

 Αξιοπρόσεχτο είναι και το γράμμα του προς τη σύζυγο του με ημερομηνία 23- Απριλίου 1825. Μεταξύ των άλλων αναφέρει και τα εξής χαρακτηριστικά «…Μην στενοχωρείσθε, όταν εγώ δια την τιμήν μας, δια την ζωήν σας και την ησυχίαν σας απεφάσισα να βασανίζωμαι και κινδυνεύω το άτομο μου, και δι’ αγάπην της πίστεως και πατρίδος αγωνίζομαι όσον δύναμαι… Πλην οικονομία, οικονομία, οικονομία όσον δύνασθε διότι εξοδεύομεν και δεν εισοδεύομεν και όταν οικονομώμεν δεν πεινούμεν και ο φρόνιμος άνθρωπος κατά τον καιρόν και την περίστασιν πορεύηται και οι υιοί μας ας μη φαντάζονται διότι τα αγαθά μας έμειναν θύμα εις την Πάτρα, και εκτός τούτου πέντε χρόνια όπου εξοδεύομεν την μία μεριά η αφεντιά σας και την άλλην εγώ αδιακόπως και θησαυροί αν ήτον του Κροίσου ήθελον σωθούν και ας στοχασθούν ότι ο πατήρ τους δεν τρέχει εις εμπορικάς επιχειρήσεις, αλλ’ εις πολιτικάς και πολεμικάς κινδυνεύει και εξοδεύει αδιακόπως δια την πατρίδα…»

 

 Οι Τούρκοι είχαν φθάσει απέναντι από τα τείχη του Μεσολογγίου και η ναυτική και στρατιωτική βοήθεια της Κυβερνήσεως ακόμη δεν είχε φανεί.

 Σε άλλο γράμμα προς τη σύζυγο του ο Παπαδιαμαντόπουλος μεταξύ άλλων γράφει και τα εξής:

«Δια εδώ μην φοβείστε αγκαλά και είναι τριάντα χιλιάδες εχθροί όπου μας πολιορκούν και δεν τους στοχαζόμεθα δια το ουδέν, όντας άγρυπνοι και προσεκτικοί και δια την καλήν οχύρωσιν του φρουρίου έχοντας και ανδρείους Έλληνας και άλλα στρατεύματα προσμένουμε από την Πελοπόννησο και άμα φθάσει ο στόλος μας όπου προσμένουμε, ότε θέλει βγάλομε στρατεύματα έξω δια να τον χτυπήσουμε από μπρος και από πίσω να τον αφανίσωμεν με την βοήθεια του Θεού…»

 Η Κυβέρνηση όμως απασχολημένη με τα κομματικά πάθη έχει εγκαταλείψει ουσιαστικά το Μεσολόγγι στην τύχη του.

 Εν τω μεταξύ ο Γεώργιος Καναβός πηγαίνει στην Ελληνική Διοίκηση και δεν γυρίζει πλέον στο Μεσολόγγι. Ο Παπαδιαμαντόπουλος εξακολουθεί να διευθύνει τα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα του πολιορκούμενου Μεσολογγίου έχοντας ως συνεργάτη τον αγωνιστή φιλικό Δημήτριο Θέμελη, ο οποίος αρρώστησε αργότερα και πέθανε στις 16 Μαρτίου 1826.

 Την 27η Νοεμβρίου 1825 η Διευθυντική Επιτροπή επισημαίνει στη Διοίκηση τους μεγάλους κινδύνους εξ αιτίας του αποκλεισμού των εχθρικών πλοίων.

 Η αλληλογραφία του Παπαδιαμαντόπουλου με τη Ζάκυνθο γίνεται πυκνότερη. Σε επιστολή του της 12-12-1825 σημειώνει απευθυνόμενος προς τους Θεόδωρο Ξένο, Μιχαήλ Σεβαστό και Γεώργιο Λαδόπουλο: «Το Μεσολόγγι κινδυνεύει δι’ έλλειψιν τροφών και μόνη η μετά σπουδής αποστολή αυτών εμπορεί να το σώσει. Από την προθυμία σας και ζήλον σας λοιπόν κρέμαται η σωτηρία του, εις την οποίαν εμπορείτε να συνδράμετε ουσιωδώς, κάμνοντες ταχυτάτην προμήθειαν τροφής. Ότι από το πολυάριθμο των εχθρικών δυνάμεων δεν θέλει θολώσει το μάτι των υπερασπιστών του Μεσολογγίου επεδείχθη λαμπρώς εκ των πραγμάτων αυτών μόνη η έλλειψις των τροφών ημπορεί να τους στενοχωρήσει. Τροφάς λοιπόν, τροφάς και πάλιν τροφάς.»

 Και πεινασμένο ακόμη το Μεσολόγγι νικά. Ο στρατός του Κιουταχή εξοντώνεται, οι τρεις αρμάδες του σουλτάνου, του Μωχάμετ ΄Αλη και του Μπέη της Τύνιδας αχρηστεύονται άπραγες και βουβές στα νερά του φράχτη. Ο ηρωισμός των πολιορκούμενων του Μεσολογγίου ανατρέπει τα σχέδια για μια ολοκληρωτική νίκη και δίνει καιρό στις εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν.

 Όλος ο κόσμος μιλάει τώρα για την ηρωική αυτή πόλη που αντιστέκεται πεισματικά ένα χρόνο στις απανωτές επιδρομές και το ρεύμα του φιλελληνισμού ογκώνεται.

 Όταν όμως η πολιορκία έγινε στενότερη από τη στεριά και κυρίως από τη θάλασσα, τότε η πείνα φθάνει στο απροχώρητο. Μέσα σε κείνες τις τραγικές στιγμές ο Παπαδιαμαντόπουλος αποφασίζει να πάει ο ίδιος στη Ζάκυνθο για να φέρει στάρι και καλαμπόκι.

 Γι’ αυτό το ταξίδι στη Ζάκυνθο γράφει τα εξής ο πολέμαρχος Νικόλαος Κασομούλης: «…ιδόντες την στενοχωρίαν αποφάσισαν όλοι και αρχηγοί και στρατιώτες να μαζώξωμεν τα άρματά μας, τα ασημένια και χρυσά, να τα βάλωμεν υποθήκη και να ζητήσωμεν θροφήν από Ζάκυνθον.»

 Η Ζάκυνθος της εποχής ούτε καν δέχτηκε ν’ ακούσει την πρόταση αυτή κι επέστρεψε αμέσως, τα τιμημένα όπλα, αφού εφοδίασε με τρόφιμα το Μεσολόγγι.

 Ο Παπαδιαμαντόπουλος έφθασε στη Ζάκυνθο στις 9 Ιανουαρίου 1826. Εκεί είχε πολλές γνωριμίες και στενό αδελφικό δεσμό με τους φιλικούς της Ζακύνθου και κυρίως με το φιλικό Γεώργιο Λαδόπουλο, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία τους. Φρόντισαν να αποστείλουν μια μεγάλη ποσότητα καλαμποκιού.

 Τότε η γυναίκα του που διέμενε στη Ζάκυνθο και φίλοι του βάλθηκαν να τον κρατήσουν στη Ζάκυνθο για να σωθεί από τους άμεσους κινδύνους του πολιορκούμενου Μεσολογγίου.

 Αυτόπτες μάρτυρες αφηγούνται ότι ούτε τα δάκρυα της συζύγου και των παιδιών του, ούτε οι θερμότατες παρακλήσεις των φίλων του, μπόρεσαν να τον μεταπείσουν να παραμείνει στη Ζάκυνθο έστω και για λίγες μέρες ακόμη. «Θα πάς του έλεγαν σε σίγουρο θάνατο. Μείνε τουλάχιστον λίγες μέρες ακόμη και ξαναγυρίζεις αφού επιμένεις».

 «Ορκίστηκα απαντά ο Παπαδιαμαντόπουλος, να πεθάνω μαζί με τους άλλους και δεν θα τους εγκαταλείψω».

 Οι Ζακυνθινοί πληροφορούνται αμέσως το διάλογο και κατεβαίνουν όλοι στο μόλο να ασπασθούν τον ήρωα και να τον αποχαιρετίσουν. Όλοι κλαίνε και τον παρακαλούν να μείνει. Αυτός σημαιοστολίζει το καΐκι του και δίνει το σύνθημα της αναχωρήσεως για το αγαπημένο Μεσολόγγι, τον πεπρωμένο τόπο της μεγάλης θυσίας. Η εμπειρία του Σολωμού για τους υπερασπιστές του φράχτη πλουτίζεται τώρα μ’ ένα χειροπιαστό παράδειγμα αυτοθυσίας και χρέους.

 Ο εκδότης των Ελληνικών Χρονικών Ελβετός Μάγιερ που έπεσε κι αυτός ηρωικά στην έξοδο έγραφε σ’ ένα φίλο του λίγες μέρες πριν:

«Τα βάσανα τα οποία υπομένουμε και μια πληγή την οποίαν έλαβον εις τους ώμους, δεν με συγχώρησαν μέχρι τούδε να σας διευθύνω τους τελευταίους μου ασπασμούς. Κατηντήσαμεν εις τοιαύτην ανάγκην ώστε τρεφόμεθα από τα πλέον ακάθαρτα ζώα και να πάσχωμεν όλα τα φρικτά αποτελέσματα της πείνας και της δίψας… εν ονόματι όλων των ενταύθα ηρώων μεταξύ των οποίων είναι ο Νότης Μπότζαρης, ο Τζαβέλας, ο Παπαδιαμανόπουλος και εγώ σας αναγγέλλω την ενώπιον Θεού ορκωμένην απόφασίν μας δια να υπερασπισθώμεν και την υστέραν πιθαμή της γης του Μεσολογγίου και να συνενταφιασθώμεν υπό τα ερείπια της πόλεως χωρίς ν’ ακούσωμεν πρότασίν τινά συνθήκης. Η τελευταία μας ώρα ήγγικεν. Φροντίσατε παρακαλώ κύριε, να καταχωρισθεί εις μερικάς εφημερίδας η παρούσα επιστολή μου.»

 Από εδώ και πέρα μόνο η σιωπή επιβάλλεται για τους ήρωες και μάρτυρες της μεγάλης θυσίας. Αφού έφαγαν ακόμη και ποντικούς αποφάσισαν την αθάνατη εκείνη ηρωική έξοδο την νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826 όπου μαζί με τους άλλους ήρωες έπεσε κι ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, πιστός στρατιώτης και θεματοφύλακας της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

 Τον τελευταίο καιρό της ζωής του ο Παπαδιαμαντόπουλος υπέφερε από ποδαλγία και οξείς ρευματισμούς. Η μόνη ελπίδα γι’ αυτόν το άσπρο άλογό του. Αυτό θα καβαλίκευε στην έξοδο και μόνο μ’ αυτό υπήρχε κάποια ελπίδα να σωθεί. Αλλά η Φρουρά είχε ήδη αποσκελετωθεί από την πείνα, οι άνθρωποι έπεφταν νεκροί στους δρόμους κι ο Παπαδιαμαντόπουλος εκείνες τις στιγμές έδωσε το αγαπημένο του άλογο, τη μοναδική του σωτηρία για να το φάνε οι στρατιώτες. Μετά από αυτή τη χειρονομία του μόνο ο θαυμασμός και η σιωπή επιτρέπονται. Κάθε λόγος παραπάνω είναι εντελώς ανίκανος να εκφράσει το βάθος και το πάθος της μεγάλης θυσίας…