ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ στο “πατρινόραμα”: «Κάποια στιγμή, τα σιχάθηκα όλα!»

Ο Λευτέρης Μυτιληναίος είναι ένας από τους ρέκτες της ελληνικής μουσικής, ένας από τους ακήρατους ερμηνευτές του λαϊκού πενταγράμμου, με σχεδόν μισό αιώνα αξιοπρεπούς και αξιοπρόσεκτης θητείας στο χώρο.

 

Με τον Δημήτρη Μητροπάνο

Και ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει τις «Αμφιβολίες», δε έχει αγαπήσει τις επιτυχίες του «Σ’ ένα σπίτι με είδωλα», «Λείπεις εσύ, λείπει η ζωή μου», «Κάνε το σταυρό σου και προχώρα», «Με δίχως φτερά», «Δεν είναι φίλε όλες ίδιες οι καρδιές», ποιος δεν έχει αναρωτηθεί «Ποια είσαι εσύ», «Γιατί μου τη θυμίσατε», αλλά και ποιος δεν έγινε «Κομπάρσος» για κάποια πρώην αγάπη του;

Ο Λευτέρης Μυτιληναίος, έχει δίκαια χαρακτηριστεί, ως ένας μελίρρυτος τραγουδιστής για την ιδιαίτερη και χαρακτηριστική του ερμηνεία, αλλά και ως ένας ιδαλγός του ελληνικού τραγουδιού, που ξεχωρίζει για την ποιότητα του

χαρακτήρα του και την προσήνεια του.

 

 

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Ρηγόπουλο

 

Με τους Γιώργο Παπαζήση και Γιάννη Μιχαλόπουλο στα καμαρίνια

 

-Υπήρξαν περίοδοι που αποσύρθηκες εθελουσίως από το χώρο και στη συνέχεια επανέκαμψες. Γιατί;

«Δεν δεν θα έλεγα ότι σταμάτησα ακριβώς το τραγούδι. Απλά αποφάσισα ότι έπρεπε να διακόψω την δισκογραφική μου πορεία. Δεν σου κρύβω ότι ήμουν πολύ αηδιασμένος από διάφορα γεγονότα που συνέβαιναν στο χώρο, αλλά παράλληλα μου έτυχαν και κάποια προσωπικά προβλήματα που με έκαναν να αποσυρθώ. Δεν είχα την ψυχολογική άνεση να γράψω δίσκους και να τραγουδήσω και γι αυτό προτίμησα να σταματήσω για κάποια διαστήματα. Προτιμούσα να σιωπήσω, αφού δεν είχα κάτι σημαντικό να πω.»

 

-Δεν θα μπορούσες να τραγουδούσες αποκλειστικά και μόνο για βιοπορισμό;

«Ξέρουν πολύ καλά αυτοί που παρακολουθούν την καλλιτεχνική πορεία μου όλα αυτά τα χρόνια, ότι εγώ δεν μπορώ να κοροϊδέψω τον κόσμο. Πάντα τραγουδούσα όταν υπήρχε λόγος και μόνο όταν ένιωθα ότι βρισκόμουν σε κατάσταση τέτοια, ώστε να ερμηνεύσω σωστά και πειστικά τα τραγούδια μου.»

 

Με την φίλη του Καίτη Γκρέυ

 

-Κινδύνευσες κάποια στιγμή να χάσεις την επαφή σου με το σήμερα;

«Δεν είμαι προσκολλημένος στο παρελθόν, αλλά απεναντίας παρακολουθώ όλες τις καλλιτεχνικές προτάσεις και τις φόρμες. Παρακολουθώ τις εξελίξεις, μου αρέσει η τεχνολογία, αφουγκράζομαι τα νέα παιδιά. Δεν είμαι κλεισμένος στον εαυτό μου και στις αναμνήσεις μου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν  κουβαλάω πάντα την δική μου αισθητική για το καλό λαϊκό τραγούδι.»

 

-Σήμερα, πως βλέπεις λοιπόν τα πράγματα στο λαϊκό τραγούδι;

 «Επικρατεί μια σύγχυση. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το ένα με το άλλο! Όπως επίσης είναι θλιβερό, ότι οι περισσότερες φωνές μοιάζουν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει ταυτότητα στους περισσότερους τραγουδιστές και καλλιτεχνική προσωπικότητα…»

 

Για 30 χρόνια υπήρξε από τα πρώτα ονόματα στη νυχτερινή διασκέδαση

 

-Διαισθανόσουν όταν ηχογραφούσες τα τραγούδια σου, ποια από αυτά θα γίνονταν επιτυχίες;

«Ναι, το καταλάβαινα! Αν βούρκωνα, ή ανατρίχιαζα όταν άκουγα πρώτη φορά ένα τραγούδι από τον συνθέτη, ήξερα ότι θα περάσει και στον κόσμο. Ακούω το ένστικτό μου! Θυμάμαι ήμουν στο σπίτι του Κατσαρού και μου έπαιξε πρώτη φορά στο πιάνο το «Δεν είναι φίλε όλες ίδιες οι καρδιές» και καθώς έβλεπα από το παράθυρό του τη θάλασσα, ανατρίχιασα! Του είπα «μαέστρο, τι έγραψες; Αυτό θα γίνει τεράστια επιτυχία!» Όπως και έγινε…»

-Με ποιους συνθέτες δεν κατόρθωσες να συνεργαστείς, αν και το ήθελες πολύ;

«Κοίταξε, με τον Άκη Πάνου και τον Δήμο Μούτση συνεργάστηκα λίγο. Μου έδωσαν τρία – τέσσερα τραγούδια μόνο, αν και είμασταν φίλοι και κάναμε και παρέα. Όπως επίσης με τον Γκάτσο, που μου έγραψε τους στίχους στα δύο τραγούδια του Μούτση που είπα. Με αυτούς θα ήθελα να είχα κάνει ολοκληρωμένους δίσκους, αλλά δεν το μπόρεσα. Δεν βοήθησαν οι εταιρείες και οι συνθήκες. Τον Τσιτσάνη τον γνώρισα μια φορά, αλλά δυστυχώς δεν είπα τραγούδι του… Όπως επίσης ήμουν έτοιμος να κάνω δίσκο με τον Μάριο Τόκα, αλλά τελικά πήγα στην κηδεία του…»

 

Μία από τις πολλές απονομές χρυσού δίσκου, στο κέντρο όπου τραγουδούσε

«Τα τραγούδια που απέρριψα και έγιναν σουξέ…»

-Υπάρχει κάποιο τραγούδι, που απέρριψες, αλλά ακολούθως έγινε επιτυχία από άλλον τραγουδιστή;

«Μου είχαν προτείνει το «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς», ως στίχο, αλλά το θεώρησα πολύ παρωχημένο και το απέρριψα  θυμωμένος μάλιστα. Τελικά έγινε επιτυχία από τον Γιώργο Σαλαμπάση. Επίσης θυμάμαι, ήταν να πω εγώ το «Δεν κλαίω για τώρα» του Άκη Πάνου, μάλιστα το είχα κάνει και πρόβα. Αλλά δεν μπόρεσα να το ηχογραφήσω, γιατί έπρεπε να φύγω για περιοδεία στην Αμερική και τελικά το είπε μοναδικά η Μοσχολιού και έγινε επιτυχία. Όπως επίσης είχα ηχογραφήσει το «Αλλοίμονο» του Μίμη Χριστόπουλου, αλλά τελικά δεν το κυκλοφόρησα σε δίσκο εγώ. Και άλλα πολλά…»

-Δεν υπήρχαν τότε αντιζηλίες μεταξύ σας για το χρόνο πάνω στη σκηνή, για τη θέση στη μαρκίζα;

«Τότε όλα αυτά τα κανόνιζε ο μαέστρος. Ποιος μπορούσε να αμφισβητήσει έναν Πλέσσα, έναν Κατσαρό; Αλλά από την άλλη, υπήρχε σεβασμός και από εμάς. Για παράδειγμα, θα μπορούσα εγώ ποτέ να απαιτήσω να μπω πιο ψηλά από τον Στράτο; Και βέβαια, είμασταν απόλυτα συνεπείς απέναντι στις υποχρεώσεις μας. Δεν χωρούσαν τότε επάρσεις, σταριλίκια και αργοπορίες. Κινδύνευες να σε διώξουν  κιόλας από το σχήμα, αν έδειχνες τέτοια συμπεριφορά!»

-Ήσουν «καλό παιδί» στη νύχτα;

«Δεν έχω πιει, ούτε έχω καπνίσει ποτέ!»

-Το θα άλλαζες στον εαυτό σου;

«Ως χαρακτήρας έχω αρκετά μειονεκτήματα. Είμαι ισχυρογνώμων, επιπόλαιος, αλλά έχω και τη θετική μου πλευρά ότι είμαι ευαίσθητος και προσπαθώ να βοηθήσω όσο μπορώ. Είμαι βαθιά αισθηματίας…»

 

-Πως φαντάζεσαι την καλλιτεχνική αυλαία σου;

«Ένα στραβοπάτημα αρκεί να χαλάσει ό,τι έχεις χτίσει. Δεν θέλω να προδώσω την ιστορία μου. Θα ήθελα να φύγω με ψηλά το κεφάλι!»

 

Με τον Πατρινό συνθέτη Σπύρο Παπαβασιλείου και τον στιχουργό Κώστα Ρουβέλα

«Θυμάμαι πάντα τη συμβουλή του Πάνου Γαβαλά»

 

 

-Ποια λόγια που σου έχουν πει, θυμάσαι ακόμα και τώρα με δέος;

 

«Θυμάμαι πάντα τη συμβουλή του μεγάλου Πάνου Γαβαλά, όταν ξεκινούσα, που μου είχε πει ότι «όσο μεγάλος κι αν γίνεις, δεν θα πρέπει να πάρουν τα μυαλά σου αέρα και να παραμείνεις σεμνός και ταπεινός». Αυτό έκανα πάντοτε εγώ. Ήμουν διακριτικός, χωρίς να προκαλώ και είμαι ήσυχος με την συνείδησή μου, ότι με την καριέρα μου δεν προσέβαλλα την αισθητική κανενός, ούτε και την ιστορία μου».

 

-Τι θεωρείς απαραίτητο για έναν τραγουδιστή, που όμως δεν συμβαίνει σήμερα;

«Είναι βασικό για έναν τραγουδιστή να έχει σπουδάσει μουσική, ώστε να έχει γερές βάσεις. Εγώ σπούδασα κλασικό τραγούδι στο Ωδείο του Πειραϊκού Συνδέσμου και έτσι έμαθα να μην κουράζω τη φωνή μου, να αξιοποιώ τις τεχνικές και να αναδεικνύεται κάθε αναπνοή μου.

Τότε για να εξασκήσεις το επάγγελμα του τραγουδιστή, έπρεπε να έχεις άδεια. Εγώ πέρασα από επιτροπή  στην ΕΙΡΤ, όπου ανάμεσα στους άλλους κριτές ήταν και ο μαέστρος Γιάννης Κανελλίδης, ο πατέρας της Αλέκας Κανελλίδου.»

 

Με τον αείμνηστο φίλο του Χάρυ Κλυν

 

Στην παρέα του αγαπημένου ηθοποιού Σταύρου Παράβα

«Μικρέ, αυτό το τραγούδι θα σε κάνει μάγκα!»

 

-Ήθελες από μικρός να γίνεις τραγουδιστής;

«Όχι! Είχα όνειρο να σπουδάσω αρχιτέκτονας, αλλά το τραγούδι με κέρδισε!

Όλα ξεκίνησαν, όταν ο θείος μου ο Σταύρος με πήγε στο  διαγωνισμό ταλέντων του Γιώργου Οικονομίδη, όπου κατέκτησα το πρώτο βραβείο. Οι γονείς μου ήσαν επιφυλακτικοί στο ενδεχόμενο να προχωρήσω επαγγελματικά, άλλωστε δεν είχαν σχέση με το χώρο του τραγουδιού. Ο πατέρας μου ήταν εισαγωγέας μοτοποδηλάτων και η μητέρα μου νοικοκυρά.

Το πρώτο δισκογραφικό μου βήμα έγινε το 1968, στην εταιρεία «Βεντέτα», του  Πάνου Γαβαλά και της Πόλυς Πάνου, με το 45άρι «Ένα καράβι είναι η ζωή μας» και το 1969 κάνω στην Columbia τις «Αμφιβολίες», σε στίχους και μουσική του Γρηγόρη Μπιθικώτση, που με απογειώνουν!

Θυμάμαι, όταν μου έδωσε το τραγούδι ο Μπιθικώτσης, μου είπε «μικρέ, θα σου δώσω ένα τραγούδι που θα σε κάνει μάγκα!» Του λέω «Κύριε Γρηγόρη…» και μου απαντάει: «Άσε τα κύριε Γρηγόρη. Του χρόνου θα σε ξέρει όλη η Ελλάδα!» Και έτσι έγινε! Το ήξερε ότι θα γινόταν επιτυχία κι όμως δεν το κράτησε για τον εαυτό του! Η συνέχεια, ήταν θριαμβευτική για μένα…»

 

-Μίλησέ μας για τον Μπιθικώτση που γνώρισες και για άλλους σπουδαίους συναδέλφους σου που συνεργάστηκες

«Ήταν ένας μουσικός ογκόλιθος ο Γρηγόρης. Αλλά όταν τον πλησίαζες και τον γνώριζες από κοντά, ήταν ένα παιδάκι στη ψυχή. Το ίδιο και η Μοσχολιού, φωνάρα και μεγάλη ψυχή!

Θυμάμαι με νοσταλγία τον Μανώλη Χιώτη. Τον επισκεπτόμουν στο σπίτι του στην Κυψέλη, όπου κάναμε έξι ολόκληρους μήνες πρόβα για δυο τραγούδια του! Θυμάμαι με αγάπη την Σώτια Τσώτου. Είχε μια ιδιορρυθμία: Έγραφε ξαπλωμένη μπρούμητα και πίνοντας μπύρες. Και πάντα πάνω στη μουσική που της έδιναν! Τεράστια στιχουργός! Ο Στράτος ήταν άρχοντας, κύριος! Ποιους να πρωτοθυμηθώ;

Έχω συνεργαστεί με όλους τους μεγάλους. Θυμάμαι ότι όταν ξεκίνησα στα «Δειλινά» έπαιρνα νυχτοκάματο 500 δρχ, όταν η Μοσχολιού, ο Μπιθικώτσης, ο Κόκκοτας και ο Χρηστάκης που ήταν τα μεγάλα ονόματα τότε, έπαιρναν από 5.000 δρχ. τη βραδιά.

Ακολούθως πήρα στα καλοκαιρινά «Δειλινά» με το ίδιο σχήμα και μετά πήγα στη «Νεράιδα», με Πάριο, Διαμάντη, Δούκισσα, Καλατζή και με μαέστρο τον Γιώργο Κατσαρό. Μετά πήγα σε ένα άλλο σχήμα, με Στράτο Διονυσίου, Πουλόπουλο, Κουμιώτη, Λαμπράκη και μαέστρο τον Μίμη Πλέσσα! Δεν υπήρχε ούτε μία αδειανή καρέκλα!»

 

Πρώτο όνομα στη θρυλική «Νεράιδα»

Με τον Στάθη Ψάλτη

Με τους Γιάννη Μπουρνέλη, Χαρούλα Λαμπράκη και Μάκη Χριστοδουλόπουλο

Με τον Άγγελο Διονυσίου