Ο ΜΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΝΟΡΑΜΑ: “Στη Μποστική παρωδία, υπάρχει μία σύμβαση χωρίς κόμπλεξ”

Η «Μποστική» παρωδία που ανατρέπει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα ανεβαίνει στις 13 Ιουλίου στο Αίγιο στο υπαίθριο θέατρο “Γιώργος Παππάς”.

Η καλλιτεχνική εταιρεία Μυθωδία, σε συνεργασία με την People Entertainment Group, παρουσιάζουν για δεύτερη χρονιά, σε μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, την ανατρεπτική σατιρική κωμωδία του Μποστ «Μήδεια» που έχουν ήδη παρακολουθήσει χιλιάδες θεατές, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη.

Τον κεντρικό ρόλο της παιδοκτόνου μάνας δεν ενσαρκώνει γυναίκα, αλλά ο εξαίρετος και βραβευμένος ηθοποιός Μάκης Παπαδημητρίου πλαισιωμένος από ένα θίασο που απαρτίζεται από υπέροχους ηθοποιούς. Ο Μάκης Παπαδημητρίου μας λέει  όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε ως θεατές, με σκοπό να βιώσουμε στο έπακρον την θεατρική εμπειρία που μας προσφέρει η παράσταση.

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Ρηγόπουλο

  • Υπάρχει μία επιτηδευμένη προσπάθεια υποκριτικής δεξιοτεχνίας στο έργο, σε ό,τι αφορά την απόδοση γυναικείων ρόλων από άνδρες ηθοποιούς; 

“Στο συγκεκριμένο έργο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, υπάρχει μία σύμβαση χωρίς κανένα κόμπλεξ, κάτι που σημαίνει ότι δεν εστιάζουμε στη δυνατότητα της μίμησης των φύλων. Σε κάθε ρόλο υπάρχει μια συγκεκριμένη σκηνοθετική ιδέα, που λέει ότι δεν θέλουμε να αναλωθούμε στην δεινότητα της πιστής μίμησης της γυναικείας φύσης προκειμένου να εντυπωσιάσουμε το θεατή, αλλά στο να περάσει στον κόσμο όμορφα η ιστορία”.

  • Έχω την αίσθηση ότι το έργο αυτό, δεν έχει τελικά ούτε χρόνο ούτε εποχή…

“Σίγουρα! Νομίζω αυτό ήταν η επιθυμία του Μποστ, να μην υπάρχει ημερομηνία και εποχή, αλλά τα γεγονότα που συμβαίνουν να είναι πολύ χαρακτηριστικά. Έχουμε κάνει σε κάποια γεγονότα μεταφορά στον χρόνο και έχουμε βάλει πρόσωπα, πράγματα ή συνθήκες που αφορούν στο σήμερα, χωρίς να γίνει μία τάση επικαιροποίησης της παράστασης με αυτό τον τρόπο. Κάναμε μια αλλαγή των δεδομένων, προκειμένου να υπάρχει μία ταύτιση της παράστασης που γράφτηκε το 1993, με τον θεατή του 2021”.

  • Μιλάμε για ένα έργο που στηρίζεται στον δεκαπεντασύλλαβο.  Αυτό πόσο δύσκολο είναι για ένα ηθοποιό, ώστε να μπορέσει να βρει τα πατήματα του;

“Είναι δύσκολο είναι και εύκολο! Είναι εύκολο γιατί είναι πολύ συγκεκριμένα τα λόγια και οι καταλήξεις, οπότε αυτό είναι κάτι που βοηθάει στην απομνημόνευση. Από την άλλη, εάν δεν πεις την συγκεκριμένη λέξη καταρρέει όλος ο στίχος!

Οι λέξεις που επιλέγει ο Μποστ είναι τόσο ασυνήθιστες, είναι δηλαδή λέξεις του Μποστ και δεν νιώθεις περιορισμένος όταν λες το κείμενο, γιατί τονίζοντας αυτές τις λέξεις ανοίγει ένας ολόκληρος κόσμος. Διότι ουσιαστικά, αυτές οι λέξεις είναι δικές του εφευρέσεις. Η δική μας δεν είναι μια παράσταση επιθεωρησιακού χαρακτήρα, με την έννοια ότι αρχίζουμε και αυτοσχεδιάζουμε, είναι πολύ δεδομένα τα πράγματα σε αυτήν”.

Όπως το αντιλαμβάνομαι επειδή ακριβώς είναι δεκαπεντασύλλαβος, μέχρι και οι ανάσες σας πρέπει να είναι δεδομένες;

“Βεβαίως! Υπάρχει μία μελωδικότητα στην εκφορά του λόγου, στην οποία εάν δεν δώσεις τη δέουσα προσοχή, τότε αυτός που ακούει και βλέπει, ενώ ακούει αυτά που λες, στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνει το νόημα πίσω από τις λέξεις. Οπότε πρέπει και ο τρόπος με τον οποίο μιλάς, να είναι πολύ συγκεκριμένος, ώστε να βγαίνει το νόημα. Γιατί πολλές φορές επειδή είναι δεκαπεντασύλλαβος ο στίχος, το νόημα κατεβαίνει από κάτω, δεν είναι όλα σε μια γραμμή.

  • Θα αδράξω την ευκαιρία από αυτή τη μαγική λέξη που είπατε τη “μελωδικότητα”, μία λέξη που στην ελληνική γλώσσα έχει χαθεί, ίσως την κρατούν λίγο οι κάτοικοι των Ιονίων νήσων. Βάζω παλιά θεατρικά έργα και ακούω από το ραδιόφωνο και μου κάνει εντύπωση ότι όχι μόνο οι ηθοποιοί, αλλά και οι εκφωνητές του έργου κρατούσαν μία μελωδικότητα στη φωνή τους, τηρούσαν τα σημεία στίξεως, κάτι το οποίο έχω την αίσθηση ότι σήμερα έχει ισοπεδωθεί.

“Πολύ πιθανόν γιατί αυτή είναι η εξέλιξη της γλώσσας, μία εξέλιξη δηλαδή που ταιριάζει στην κοινωνία την οποία ζούμε. Στο έργο του Μποστ, ο τρόπος με τον οποίο εκφέρεται το κείμενο, δημιουργεί μια μελωδικότητα η οποία κάνει το κείμενο πιο σημαντικό από όταν θα το διάβαζε κανείς. Το να ειπωθεί ο στίχος με τον τρόπο τον οποίο υποδεικνύει ο δεκαπεντασύλλαβος, είναι κάτι πολύ μαγικό και γοητευτικό”.

 

  • Μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μία κοινωνική σάτιρα;  

Φυσικά,  και όχι μόνο κοινωνική αλλά και σάτυρα σε ό,τι έχει να κάνει με την Ελλάδα. Και μάλιστα όχι μόνο των τελευταίων 30 ετών. Νομίζω είναι θέματα τα οποία μας απασχολούν συνεχώς, όπως η διαχείριση της εξουσίας, η σχέση πολιτείας και Εκκλησίας, η ασυδοσία της πολιτικής, οι προσωπικές σχέσεις”.

  • Έχω την αίσθηση, ότι οι θεατές περνάνε από το πρώτο επίπεδο του γέλιου που γεννάει αυθόρμητα αυτή η παράσταση και πάνε σε ένα δεύτερο και τρίτο επίπεδο, αποχωρώντας στο τέλος  από το έργο με πλούσιες  θεατρικές εμπειρίες. Μιλάμε για ένα έργο που είναι δεδομένο το σε ποια σημεία γελάνε οι θεατές ή αυτό διαφέρει από κοινό σε κοινό;

“Η παρατήρηση που κάναμε όλοι οι συντελεστές στην φετινή πρεμιέρα της παράστασης, ήταν το ότι εντοπίσαμε καινούργια σημεία τα οποία είχαν αντίκτυπο στον κόσμο. Στην πορεία προστέθηκαν και κάποια άλλα σημεία, δηλαδή είχαμε μια φρέσκια αντιμετώπιση εκ μέρους των θεατών. Για εμάς αυτό ήταν ένα δείγμα για το γεγονός ότι η ίδια η παράσταση, εξελίσσεται. Σε αυτό, φυσικά, συνέβαλαν και οι νέοι ηθοποιοί, που έχουν φέρει τον δικό τους χαρακτήρα. Έφεραν μία νέα πνοή στην παράσταση”.

  •  Από τον ελληνικό κινηματογράφο είστε ευχαριστημένος, νομίζετε ότι δίνει ευκαιρίες ανανέωσης;  Παρουσιάζει ρηξικέλευθες προτάσεις;

“Είμαστε μία μικρή χώρα και η κινηματογραφική παραγωγή είναι περιορισμένη, οπότε οι ευκαιρίες είναι περιορισμένες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μία εξωστρέφεια στο ελληνικό σινεμά τα τελευταία χρόνια. Μακάρι να υπάρξει μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων που βλέπουν ελληνικές ταινίες. Δυστυχώς το ελληνικό κοινό επηρεασμένο από τις ακριβές παραγωγές του Χόλιγουντ που βλέπει στη μικρή οθόνη, περιμένει να δει κάτι ανάλογο και από τις ελληνικές ταινίες. Δεν έχει συνηθίσει να βλέπει ελληνικό σινεμά. Γι αυτό το ελληνικό σινεμά πηγαίνει καλύτερα στο εξωτερικό, απ’ ότι στην Ελλάδα και κερδίζει βραβεία στο εξωτερικό”

  • Τι υπόσχεστε σε όσους θα έρθουν να δουν την παράσταση;

“Να διευκρινησουμε ότι πρόκειται για μια κωμωδία! Το λέω, γιατί ίσως όταν κάποιος ακούει”Μήδεια” πάει αυτομάτως το μυαλό του σε τραγωδία. Πρόκειται για τη παρωδία της “Μήδειας” του Ευριπίδη από τον Μποστ, που ήταν ένας τόσο χαρισματικός και πολυτάλαντος καλλιτέχνης. Θα διασκεδάσουν και πάνω απ’ όλα θα ψυχαγωγηθούν όσοι έρθουν να δουν την παράσταση. Θα πάρουν γερές δόσεις γέλιου, τόσο απαραίτητες μετά από την μεγάλη περίοδο της καραντίνας. Όπως ακριβώς και για εμάς τους ηθοποιούς, είναι μιαντόσο αναζωογονητική διαδικασία, μετά την πολύμηνη αναγκαστική αποχή από το θέατρο “.