Μακρυγιάννης: «ΩΣ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΠΟΛΕΜΟΥΣΕ ΚΑΙ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΟΔΗΓΟΥΣΕ»

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (Λιδορίκι, 1797-1864)


*Της κυριας ΒΙΒΙΑΝ ΦΑΡΜΑΚΗ

Δρ Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,

Πτυχιούχου Αρχαιολογίας – Ιστορίας
Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Κριτικου Λογοτεχνίας

Στρατηγού
Μακρυγιάννη
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ:

« Έγραψα γυμνή την αλήθεια, ναι δούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους»

«… Έλλην ου του γένους αλλά της διανοίας» θα περιγράψει ο Ισοκράτης, έναν αιώνα μετά τον Περικλή, (4ος π.Χ. αιώνας) το σχήμα των νέων συνθηκών μέθεξης στην Ελληνικότητα, ολοκληρώνοντας, σε εποχή ειρήνης, το εγκώμιο που άρχισε ο Περικλής (5ος π.Χ. αιώνας).
Η φωνή της σκέψης αυτής του Μακρυγιάννη των Απομνημονευμάτων αρύει από τη σοφία των αδιαφιλονίκητων τραγικών ποιητών και φιλοσόφων της ελληνικής αρχαιότητας.

 

Η στερρά, ηθικά και πνευματικά, προσωπικότητα του Μακρυγιάννη, δημιουργεί μια γόνιμη διαλεκτική σχέση σε μια διασταυρωτική σχέση αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης του Έλληνα πατριώτη, σχέση δοκιμασίας προς τους συναγωνιστές του, προκειμένου περί των συμφερόντων του ελληνικού έθνους.
Ο Μακρυγιάννης υπήρξε αυτόπτης και συνεργός, πολλαχού δε και αυτουργός σημαντικοτάτων γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης, του έπους του 1821.

 

Σημαντικώς δε έδρασε και μετά ταύτα «εν τη πολιτική, κυρίως, παλαίστρα».
Σε μια στιγμή που συλλογιζόμαστε για να διακρίνουμε το πεπρωμένο του Ελληνισμού, μέσα από τον ορυμαγδό των βολών των όπλων της βαρβαρότητας με το «ανθρώπινο πρόσωπο», του αιμοσταγούς Τούρκου, είναι καίριο να μιλούμε για ανθρώπους, όπως ο Μακρυγιάννης.

 

 

Ο λόγος του ιδίου στρατηγού Μακρυγιάννη: «… Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω, γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπο, όντας παιδί, να σπουδάξω: … Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Π α τ ρ ί δ α μου, να την λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη…».

 

Το κίνητρο του έργου του «Απομνημονεύματα»: «… τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί … όσοι αγωνιστήκαμεν, … έχομεν να ζήσομεν εδώ … όλοι μαζί να τη φυλάμε …».
Ένα πηγαίο, αυθόρμητο τίναγμα μεγαλοφυίας ήταν το κίνητρο που ενέπνευσε την ιστορική ικανότητα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.
Η στρατηγική του άσκηση και εμπειρία αποτελούσαν γι’ αυτόν πολύτιμες ιδιότητες για να γίνει ο απομνημονευματογράφος.
«Αλλ’ ούτε παρενέβη δευτέρα τις διάνοια ή τις αλλοτρία χείρ … προς τη σύνταξιν του έργου».
Ακολούθως, ο λόγος του ιδίου:
«… Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ», όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει να λέγει «εγώ», όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φτιάχνουν, τότε λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» και όχι στο «εγώ».
Προδήλως ο Μακρυγιάννης, εμφορούμενος από την καθόλου αρχαία ελληνική περί του ανθρώπου αντίληψη ιδιαίτερα από το περιεχόμενο της ελληνικής έννοιας του Πολίτη – ανθρώπου, και το κεντρικόν νόημα της «παιδείας», περικλείει και ορίζει την ελληνοσύνη, ως ζωντανό βίωμα στο παρόν, ως εξής: «την δε προς αρετήν εκ παίδων, παιδείαν ποιούσαν επιθυμητήν τε και εραστήν του πολίτην γένεσθαι τέλεον … άρχειν τε και άρχεσθαι .. επιστάμενος μετά δίκης …».
Έγραψα γυμνή την αλήθεια να ιδούνε όλοι οι Έλληνες, ν’ ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους.
Εξομολογητικός εκφράζεται ο λόγος του Μακρυγιάννη στην εισαγωγή του έργου του, ως ακολούθως: «Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας αγράμματος να βαρύνω τους … αναγνώστες, μεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας … Αν είμαι τίμιος άνθρωπος, θέλω γράψει την αλήθεια … να γράψω τον βίον μου … όσα έπραξα .. εις την κοινωνίαν … και όσα δια την πατρίδα μου, όπου μπήκα εις της εταιρείας (Φιλική Εταιρεία) το μυστήριο δια τον αγώνα της λευτεριάς μας …».
Ορθοτόμος ο αγωνιστής Μακρυγιάννης συνεχίζει: «…Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν …».
Κι αλλού ο ίδιος αναφέρει: « … Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμούς και κιντύνους και αγώνες – θα τα πάθω δια την λευτεριάν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου».
Οι έννοιες της πατρίδας και της ελευθερίας στο Μακρυγιάννη θεμελιώνονται σ’ ένα κοινό φυλετικό υπόβαθρο: την ελληνική εθνότητα.
Στους αρχαίους Έλληνες οι έννοιες αυτές εδράζονται την κορυφή της πυραμίδας των αξιών: Ο κορυφαίος φιλόσοφος Πλάτων με την ιδεαλιστική σκέψη αυτού τονίζει: « … μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς …».
Προς επίρρωσιν της ενσυνείδητης σκέψης του Μακρυγιάννη αναφέρεται αυτή, καθώς εκφράζεται αυθεντική στο έργο του …
« … και πρέπει ο καθείς προκομμένος ή απλός αγράμματος να θυσιάζει και πατριωτισμό και να ζει αυτός και οι συγγενείς του, ως τίμιοι άνθρωποι στην κοινωνία …».
Κατά το αρμόζον, αναφέρεται ο παιάνας Ελλήνων, δημιουργημένος ποιητικά πριν από την ναυμαχία της Σαλαμίνας από τον τιτάνα της τραγικής ποίησης της Αρχαιότητας Αισχύλο:
«Ω Παίδες Ελλήνων, ίτε,
ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε
παίδας, γυναίκας,θεών τε πατρώων …»
(Αισχύλος, Πέρσαι, 402 – 405)

Σύμφυτη με την έννοια της πατρίδας είναι η ιδέα της ελευθερίας, αποτελούν δε τους δύο από τους βασικούς πόλους των στοχασμών του Μακρυγιάννη.
Ο συγγραφέας Μακρυγιάννης θέτει ενώπιον μας και στιγματίζει τη βάρβαρη κακοβουλία των Τούρκων εναντίον του Έθνους μας.
Ως αντίρροπη δύναμη αυτού, αποτελεί ο στιβαρός στοχασμός του αγράμματου Μακρυγιάννη με εκείνες των ιδεών του Αρχαίου Ελληνισμού, απαύγασμα της συνέχειας της ελληνικής παράδοσης καθώς: «Κι όταν υπάρξει η πατρίς, δεν σου χρειάζονται αρματολίκια, παίρνεις τις τιμές της πατρίδος …».

Επίσης, αντιπαρατίθεται εντός του λόγου στην εισαγωγή του έργου, εκεί όπου εκθειάζει την αρετή και τον πατριωτισμόν των καλών πατριωτών και τη συμβολή τους στον Αγώνα, η γνώριμη φράση:
«Η πατρίς, ως εοικε, φίλτατον βροτοίσι».
Η επιθυμία μας ήταν η ευόδωση του σκοπού της επανάστασης, της ελευθέρωσης της πατρίδας μας θα πει ευθαρσώς και με παρρησία ο Μακρυγιάννης, ο ταπεινός αλλά και ο πιο σταθερός διδάσκαλός μου.
Ο άνθρωπος, τοποθετημένος μπροστά στο θάνατο, αντιμέτωπος του Μηδενός, ακροβατεί « επί ξυρού ακμής» τούτο τον οδηγεί στην ανάγκη ελευθερίας, να κρατηθούν ελεύθεροι.
Αυτό σημαίνει πως μόνο μέσα στην ελευθερία ο άνθρωπος αυτοπραγματώνεται και δικαιώνεται.
Η Ελληνική Επανάσταση ήταν βγαλμένη από το μεδούλι των κοκάλων των ζωντανών Ελλήνων και γι’ αυτό πέτυχε.
«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη…», τραγουδούσε ο Σολωμός.
Ο αγώνας εκείνος ήταν ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός, ήταν συνάμα και ένα πνευματικό γεγονός, επομένως είναι σημαντικό να έχουμε τεκμήρια σαν αυτά που μας άφησε ο Μακρυγιάννης, γιατί η ιστορία αυτού είναι μια ιστορία συναισθημάτων του λαού του στη μεγάλη κρίσιμη περίοδο που γέννησε η Ελλάδα.
Στα 1820 «μπαίνει στο μυστικό» της Φιλικής Εταιρείας.
Είναι στην Πάτρα, όταν άναψαν τα πρώτα τουφέκια του αγώνα, ως πραματευτής αλλά η πραγματική του αποστολή είναι να οργανώσει τους οπλαρχηγούς και να μαζέψει πληροφορίες, αναγκαίες για τον επικείμενο Επαναστατικό Αγώνα του Έθνους μας.
Έτσι αρχίζει η πολεμική δράση του Μακρυγιάννη. Από τον Απρίλη του 1822 που τον βλέπουμε οπλαρχηγό τεσσάρων χωριών των Σάλωνων στην Ανατολική Ελλάδα.
Το αίσθημα της ευψύχου αυτοθυσίας του ήρωα Μακρυγιάννη αντίκρυ στο πολεμικό μέτωπο θα διανύσει μια πολεμική διαδρομή με πράξεις και δράσεις, συνυφασμένες με τον πατριωτισμόν και την πυραμίδα των ηθικών και εθνικών αξιών.
Αρχομένης της επαναστάσεως του 1821, αγωνίστηκε στα πολεμικά γεγονότα στην Άρτα. Ακολούθως, σημειώνονται οι εκστρατείες στην Ανατολική Ελλάδα μέχρι το 1824. Ο Μακρυγιάννης σέβεται τη μόρφωση, «ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε».
«…Αί κατόπιν διαρκούσης της Επαναστάσεως πολιτικαί έριδες, ηκολούθησαν οδόν διάφορον και προς διαφόρους σκοπούς άγουσαν.
Αλλ’ όμως λίαν χαρακτηριστικαί κατά τα πρώτα έτη κομματικαί διαιρέσεις … Οι μεν πολιτικοί κατ’ οικείαν βούλησιν και φιλοδοξίαν να συστήσωσι κράτος … εν τω προσώπω εαυτών … Οι δε στρατιωτικοί έχοντες … τοπικόν κύρος … δεν ήθελον να αναγνωρίσωσιν το δικαίωμα τούτο …».
Όμως ο Μακρυγιάννης δεν πράττει εκ πνεύματος φατριαστικού.
Ο λόγος του:
«Πατρίς, να μακαρίζεις όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε … Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνεις εκείνους που πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη κατά των Τούρκων, κι εκείνους … που κλείστηκαν σε μια μαντρούλα με πλίθες, στο χάνι της Γραβιάς κι εκείνους όπου λιώσανε τόση Τουρκιά εις τα Βασιλικά … σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου…».
Ο ήρωας Μακρυγιάννης αντέχει ως τις μάχες του Απρίλη του 1827, όπου πολεμά έχων ολόκληρον σχεδόν το σώμα του εντός «επιδέσμων».
Η μάχη της 7ης Οκτωβρίου 1826 στην πολιορκημένη Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης κρατούσε τις καμάρες του Σερπετζέ, (Ωδείο του Ηρώδη) χαρακτηρίζεται δε τούτο, ως: «σπουδαιότατη των περί την Ακρόπολην γενομένων».
«… Εγώ ήμουν άγρυπνος τόσες βραδιές … αποκοιμήθηκα … ξαναλαβώνομαι … με τράβηξαν οι άνθρωποι μέσα … τότε τους είπα: Αφήστε με να με τελειώσουνε εδώ να μην ιδώ τους Τούρκους να μου πατήσουν το πόστο μου …».
Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο τραγικός αγώνας του ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του, ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά …
«Πολέμησε, αγωνίστηκε, πίστεψε, αηδίασε, θύμωσε. Αλλά έμεινε, όπως βγαίνει από το γράψιμο του το απελέκητο, ως το τέλος, άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου…