Ο Άνθρωπος του Θεού – Η πίστη και το ταμείο

Του Ελισσαίου Βγενόπουλου

Άντεξα κάμποσο καιρό να μην πάω να δω τον ‘’ Άνθρωπο του Θεού’’, αλλά όταν τα νούμερα ξεπερνούν  τα συνήθη και σιγά σιγά μετατρέπουν μια κινηματογραφική παραγωγή σε γεγονός, δεν μπορείς να μην σκύψεις και μάλιστα με προσοχή στο φαινόμενο.

Μια από τις εκφράσεις που αντιπαθώ είναι το ‘’πιστεύω βαθιά ότι…’’. Όποιος τη χρησιμοποιεί ή δεν πιστεύει καθόλου και σε τίποτα και θέλει να εκβιάσει την εμπιστοσύνη του συνομιλητή του ή πιστεύει πράγματι τόσο πολύ σε κάτι, που δεν είναι σε θέση να  αξιολογήσει,  να σταθμίσει,  να σκεφτεί. Και δεν μιλώ μόνο για την θρησκευτική πίστη, μιλώ και για την πίστη σε πρόσωπα, σε φαινόμενα και σε ιδεολογίες.

‘’Όταν διψάς και σου φαίνεται ότι μπορείς να πιεις όλη τη θάλασσα’’,  έγραφε ο Τσέχωφ, ‘’αυτό είναι πίστη. Όταν αρχίζεις να πίνεις και τελειώνεις μετά από ένα-δυο ποτήρια, αυτό είναι επιστήμη’’.

Τα μεγάλα έργα στην τέχνη και δη στον κινηματογράφο δεν έγιναν  ποτέ από βαθιά πίστη στο πρόσωπο το οποίο πραγματεύεται  η ταινία. Δεν έγινε σπουδαία ταινία ο ‘’Ιβάν ο τρομερός’’ επειδή πίστευε ο Αϊζενστάιν στον  Πατερούλη των λαών, τον οποίον εξυμνεί η ταινία, ούτε έφτιαξε τα υπέροχα ντοκιμαντέρ της η Λένι Ρίφενσταλ, επειδή λάτρευε τον Ναζισμό και τις κτηνωδίες του. Και οι δυο αυτοί μεγάλοι κινηματογραφιστές ήθελαν να μιλήσουν για κάποια πράγματα και βρήκαν ή μάλλον δημιούργησαν τη δική τους κινηματογραφική γλώσσα για να τα πουν. Ο  Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ έφτιαξε την ‘’Ζαντ Άρκ’’ του, αυτό το ποίημα της 7ης τέχνης, όχι επειδή πίστευε στα παραληρήματα της, αλλά επειδή ήθελε να μιλήσει για τα πράγματα με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Ούτε και ο Ταρκόφσκι έκανε το αριστούργημα  τον Αντρέι Ρουμπλιόφ  επειδή πίστευε στην ‘’Αγιοσύνη’’ του. Ο σπουδαίος Ρώσος άλλαξε τη γραμματική και το συντακτικό της φιλμικής γλώσσας,  επειδή αυτά που ήθελε να εκφράσει απαιτούσαν καινούργια οπτική, αυτό θα το έκανε με όχημα ή τον Άντρέι Ρουμπλιόφ και την Αγιοσύνη του ή τον ίδιο τον διάβολο και τις στρατιές των έκπτωτων αγγέλων του.  Ακόμα και ο Έρικ Ρομέρ ο πανέξυπνος, γλυκός αυτός  Χριστιανός, ονόμασε θείο ‘’ Το γόνατο της Κλέρ’’, ύμνησε  ‘’Την συλλέκτρια’’ και μας φώτισε με την ‘’Πράσινη αχτίδα’’  για να μας μαγέψει με τον κινηματογράφο του και να μας ταξιδέψει στον κόσμο της αγάπης, της γλυκύτητας  και του αλτρουισμού μέσα από τις δικές του ατραπούς και να μας οδηγήσει στα φωτεινά του  φιλοσοφικά  δοκίμια.

Μεγάλο κινηματογράφο έκανα όλοι αυτοί οι σπουδαίοι κινηματογραφιστές γιατί  είχαν σκέψεις που δεν χωρούσαν στις φόρμες που είχαν δημιουργήσει οι προηγούμενοι, είχαν                       ιδέες που δυσκολευόντουσαν να λυγίσουν  στα πλαίσια που υπήρχαν. Ήρθαν λοιπόν αυτοί οι συνομιλητές των Αγγέλων κι έσπασαν τα καλούπια, δημιούργησαν τη δική τους  γλώσσα, άρδευσαν την κινηματογραφική γλώσσα με καινούργια κανάλια, έφτιαξαν τα αριστουργήματά τους και σαγήνευσαν, όσους ήταν έτοιμοι να ταξιδέψουν. Είτε θέμα τους είχαν κάποιον Άγιο, είτε τον ίδιο τον Εωσφόρο, το έργο τους θα έλαμπε, όπως λάμπει, στην αιωνιότητα. Η πίστη δεν αρκεί, δεν φτάνει για να κάνει κανείς ένα έργο τέχνης. Αλλά για το πόσο φτουράει  η πίστη έλεγε ο Φρήντριχ Νίτσε ‘’Μια τυχαία περιπλάνηση σε ένα άσυλο τρελών πιστοποιεί ότι η πίστη δεν αποδεικνύει τίποτα.’’

Το φέρνω από δω, το φέρνω από κει, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, η μορφή είναι που κάνει σπουδαία μια ταινία κι ένα έργο τέχνης κι όχι το περιεχόμενο.

Σε μία ταινία κύριος υπεύθυνος για την μορφή της είναι ο σκηνοθέτης. Στον Άνθρωπο του Θεού η σκηνοθεσία είχε μπει στον αυτόματο πιλότο, η Γελένα Πόποβιτς σκηνοθέτις της ταινίας, ήθελε να πει μια ιστορία, μάλλον να κάνει μια αγιογραφία και δεν φαίνεται ποτέ να την απασχόλησε η μορφή, το πλάνο, το σχέδιο, την απασχόλησε μόνο η φτωχή, φτενή και ρηχή (σεναριακά πάντα)  βιογραφία  του Νεκτάριου Κεφαλά, ο οποίος είναι Μητροπολίτης Πενταπόλεως και του οποίου η δημοτικότητα προκαλεί τη ζήλια των κληρικών της Αλεξάνδρειας. Ο κλήρος αυτός φοβάται ότι ο Μητροπολίτης προαλείφεται για Πατριάρχης  και αφού τον κακολογούν, τον δυσφημούν,  του στερούν την ιερατική ιδιότητα, τέλος τον εξοστρακίζουν από τη χώρα του Νείλου.

Ο διωκόμενος συνεχίζει και στην Ελλάδα το ιερό του έργο, παρά τις συκοφαντίες, τις αδικίες και άθλιες επιθέσεις που δέχεται, είτε ως ιεροκήρυκας στη Χαλκίδα, είτε ο διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής. Στην Αίγινα που καταφεύγει, με τα χέρια του ξαναχτίζει ένα  μοναστήρι μέσα από τα ίδια του τα ερείπια. Αυτή η απλή ιστορία δεν κάνει μια ταινία σημαντική ούτε ασήμαντη, αλλά στα χέρια κάποιου εμπνευσμένου δημιουργού θα μπορούσε η βιογραφία του Αγίου Νεκταρίου να γίνει ποίημα και φιλοσοφικό δοκίμιο με θέμα την αγάπη, την αλληλεγγύη, την προσφορά, την ταπείνωση,  τον φθόνο και την κακεντρέχεια. Η Γελένα Πόποβιτς επιλέγει τα ρηχά, αφηγείται τον βίο του Αγίου με το βάθος των κλασσικών εικονογραφημένων, έτσι οι ήρωες παραμένουν χάρτινοι δύο διαστάσεων χωρίς βάθος, αίμα και ψυχή.  Να υπογραμμίσουμε πάντως τις πολύ καλές επιδόσεις της ταινίας στο μακιγιάζ, το ‘’γέρασμα’’ του Άρη Σερβετάλη είναι υποδειγματικό, καθώς και στα κοστούμια, στην χρήση των χώρων και των τοπίων.

Ό ίδιος ο Άγιος στο ζήτημα περί πίστεως έρχεται και μας μιλάει για το πώς μπορεί να αποδειχθεί η αλήθεια της πίστεως. Λέει ότι οι θεωρίες των διαφόρων επιστημών δεν επιδέχονται τις ίδιες αποδείξεις. Οι αποδείξεις της καθεμιάς ταιριάζουν στη φύση της. Άλλες αποδείξεις χρησιμοποιούν οι μαθηματικές επιστήμες, άλλες οι φυσικές, άλλες η φιλοσοφία, άλλες η ιστορία, άλλες η θεολογία. Δεν μπορείς να εφαρμόσεις μαθηματικές αποδείξεις στην επιστήμη της ιστορίας, ούτε μπορείς να εφαρμόσεις φυσικές αποδείξεις, που βασίζονται στην παρατήρηση και στο πείραμα, πράγματα καταληπτά, στις ακατάληπτες βουλές του Θεού, που είναι αόρατος και ενεργεί αοράτως. Μπορεί ποτέ να υποβληθεί σε επιστημονική έρευνα η πίστη του Ναθαναήλ, η ομολογία του Πέτρου, η πρόσκληση του Παύλου;

Δεν ξέρω αν μπορεί να υποβληθούν σε επιστημονική έρευνα αυτά τα θέματα, για να το λέει ο Άγιος κάτι θα ξέρει, αλλά αν θέλουμε αυτά τα θέματα να αποτελέσουν βάση για τη δημιουργία έργων τέχνης πρέπει να υπάρχει έρευνα, σχέδιο  και καλλιτεχνικό  όραμα.

Μέσα από την κινηματογραφική διαδικασία το να αποδοθεί η ποίηση πού εκπέμπει ο βίος του Αγίου Νεκταρίου προϋποθέτει εμπνευσμένο, δουλεμένο και βαθιά επεξεργασμένο σενάριο, πάνω στο οποίο θα πατήσει το οργανωμένο σκηνοθετικό  σχέδιο.

Πρέπει τα διάφορα στοιχεία να έλθουν και να τοποθετούν πάνω σε ένα απλωμένο   ‘’χρονίζον’’ όραμα και βαθιά μελέτη όλων των παραμέτρων του προσωπικού, οικογενειακού, κοινωνικού, πολιτιστικού ακόμα και πολιτικού σύμπαντος του Αγίου, του έργου του και της διαδρομής του.

Για να ξαναέρθουμε στις πρώτες σκέψεις μας και στην πίστη, δεν είναι της παρούσης, αλλά  μπορούμε να δικαιολογήσουμε και να αιτιολογήσουμε τη θρησκευτική πίστη, όμως  η πίστη σε πρόσωπα, σε αναπόδεικτα φαινόμενα και σε ιδεολογίες, μετά από τόσες και τόσες εμπειρίες και απογοητεύσεις, μας αφήνει ενεούς. Για να κυλήσουμε τη μέρα μας, χωρίς απώλειες, ας δανειστούμε κι ας οπλιστούμε με τα ειρωνικά λόγια του Αντρέ Ζιντ ‘’Η πίστη κινεί βουνά, ναι. Βουνά του παράλογου’’.