Ο Κώστας Παπασπήλιος γράφει αποκλειστικά στο “πατρινόραμα” Δεκεμβρίου

ΆΓΝΩΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΊΕΣ ΠΊΣΩ ΑΠΌ ΘΡΥΛΙΚΈΣ ΗΧΟΓΡΑΦΉΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΕΝΤΑΓΡΆΜΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΡΙΈΡΑ ΑΘΆΝΑΤΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΏΝ

 

 

«Φαληριώτισα»: Πώς «γεννήθηκε», μέσα σε ένα …χασάπικο!

 

Γράφει ο Κώστας Παπασπήλιος, Συγγραφέας

 

 

Ελεύθερος πολίτης, μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου γύρισε πάλι στην οικοδομή. Τώρα θα έπαιρνε και εργολαβίες θα του απέφεραν καλύτερες απολαβές. Τον ελεύθερο χρόνο θα τον μοίραζε στο ακορντεόν και φυσικά στο αγαπημένο του μπουζούκι. Πηγαίνοντας στο φίλο του, το γειτονόπουλο, κρυφά σαν σε κρυφό σχολειό, θα καταγινόταν με το απαγορευμένο μουσικό όργανο επί αρκετές ώρες. Κι έφτασε η ώρα να ανακαλύψει και το συνθετικό του ταλέντο. Μία μέρα προς τα τέλη του 1935, περνώντας από το χασάπικο του Βάζου, αδελφού του μεγάλου ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, είδε σε ένα χασαπόχαρτο κάτι λόγια.

Τα διάβασε και του άρεσαν: «Σουρωμένος θα ‘ρθω πάλι, στην παλιά μας γειτονιά». Το είχε γράψει ο Χρήστος που δούλευε στο μαγαζί. Δεν ήθελε περισσότερα ο Γιάννης Παπαϊωάννου για να εμπνευστεί το πρώτο του τραγούδι. Συμπληρώνοντας τους στίχους, ταίριαξε και τη μουσική που έδενε αγαστά τους απόηχους της Ιωνίας με την καντάδα.

Το βράδυ όταν τραγούδησε το δημιούργημα του, ενθουσιάστηκε όλη η παρέα. Στο εξής θα το τραγουδούσε κάθε βράδυ στα σοκάκια που γυρόφερνε, Φάληρο και Τζιτζιφιές. Η «Φαληριώτισσα» του θα γινόταν κοσμαγάπητη! Σε όλον τον Πειραιά, όλο το 1936, μικροί μεγάλοι περίμεναν να την ακούσουν, να χαρούν αυτό το διαφορετικό άκουσμα που άγγιζε την ψυχή τους.

Πιο πολύ ενθουσιαζόταν οι νέοι. Όταν έσμιγαν, τραγουδούσαν με κατάνυξη τη «Φαληριώτισσα». Κι ήταν σαν να τη γνώριζαν καλά, σαν να την περίμεναν να τους αποζημιώσει με το πιο ρομαντικό χαμόγελό της.

 

«Σουρομένος θα ΄ρθω πάλι, στην παλιά μας γειτονιά να σου παίξω μπουζουκάκι μ’ όμορφη διπλοπενιά θα ΄ρθω για να σε ξυπνήσω Φαληριώτισσα γλυκιά με μπουζούκι με κιθάρα και με φίνο μπαγλαμά…»

 

Μία μέρα, ο Ευάγγελος Γρυπάρης που έγραφε στίχους σε ελαφρά τραγουδάκια, του έριξε την ιδέα:

«Τι θα έλεγες να σε πάω στην Columbia να κάνουμε δίσκο το τραγούδι σου;»
-«Και δεν πάμε;»
-«Μόνο που θα μου παραχωρήσεις τα μισά δικαιώματα του τραγουδιού»
Πηγαίνοντας στην Odeon, πέρασε ακρόαση από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της εταιρείας, τον Σπύρο Περιστέρη.

Σημαντικός συνθέτης και μουσικός της Σμύρνης αναγνώρισε στον Παπαϊωάννου ένα γνήσιο λαϊκό δημιουργό με προσωπικό στυλ. Ενθουσιασμένος, του είπε:
-«Ωραίο το τραγούδι σου, θα σε φωνάξουμε να το ηχογραφήσεις! Κοίτα να γράψεις τις νότες και τους στίχους για τη λογοκρισία».
Και ενώ έψαχνε να του γράψουν το τραγούδι σε παρτιτούρα, ένα βράδυ που περπατούσε στον προφήτη Ηλία, άκουσε σε κάποιο σπίτι όργανα και τραγούδια.

Χτύπησε την πόρτα, του άνοιξαν και μπήκε κατευθείαν στο ψητό:
-«Μπορείτε να με ακομπανιάρετε σ’ ένα χασάπικο;»
-«Πολύ ευχαρίστως!»
Τότε ο Γιάννης άρχισε να παίζει τη «Φαληριώτισσα» με το μπουζούκι που κουβαλούσε μαζί του. Από κοντά οι φιλόξενοι γλεντζέδες, βάλθηκαν να
ακολουθούν τη μελωδία. Στο τέλος ο Γιάννης ξαναρώτησε:
-«Σας άρεσε;»
-«Πολύ ωραίο τραγούδι!»
-«Μπορεί κάποιος να μου το γράψει;
Πρέπει να το πάω στη λογοκρισία»
Προσφέρθηκε αμέσως ένας από τους γλεντζέδες:
«Να έρθεις αύριο στο σπίτι μου. Λέγομαι Τζούλιο Αρμάος.» Ήταν ο γιος του «βασιλιά της λατέρνας», Ιωσήφ Αρμάου, που μαζί με τον Ιταλό Giuseppe Turconi δημιούργησαν το 1880, την πρώτη λατέρνα στην Ελλάδα.

 

 

Όταν πήγε ο Παπαϊωάννου να πάρει τα ποσοστά του τρελάθηκε. Η «Φαληριώτισα» είχε πουλήσει 30.000 κομμάτια και ο νεαρός συνθέτης εισέπραξε 44.000 δραχμές, μεγάλο ποσό για την εποχή!»

 

(Περισσότερες ιστορίες για τον Γιάννη Παπαϊωάννου, στο βιβλίο του Κώστας Παπασπήλιου «Ο Άχραντος μάγκας» σε πρόλογο Σταύρου Ξαρχάκου).

 

 

Με τους ασβέστες, για ηχογράφηση!

Πέρασε λίγος καιρός και πάνω που σοβάτιζε τις κερκίδες του Ιπποδρόμου, αρχές του 1937, εμφανίστηκε ο στιχουργός Γρυπάρης.
-«Πάμε να πάρεις το μπουζούκι σου ν’ ανέβουμε στον Περισσό στην Columbia. Σε περιμένουν για ηχογράφηση.» Με τα ρούχα της δουλειάς ο Γιάννης, έτρεξε κατευθείαν στο σπίτι του φίλου που έκρυβε το μπουζούκι ασθμαίνων με τα ίδια ρούχα όλο λάσπες και ασβέστες, ανέβηκε στον Περισσό. Περιμένοντας στον προθάλαμο της αίθουσας ηχοληψίας, έκανε μία τελευταία πρόβα, αυτός μπουζούκι και ο Δημήτρης Σοφρωνίου κιθάρα. Μπαίνοντας στην αίθουσα που είχε εγκαινιαστεί ως πρώτη επαγγελματική ηχοληψίας λίγους μήνες πριν, στήθηκαν αμφότεροι δίπλα στο μικρόφωνο. Αυτό το μικρόφωνο συνδεόταν με καλώδιο στο φωνογραφικό μηχάνημα με τάση 600 βολτ. Ηχολήπτης ήταν ο Ευάγγελος Αρεταίος, ένας επιστήμονας της ηχοληψίας , ο πρώτος στην Ελλάδα που εκπαίδευσε όλους τους κατοπινούς σημαντικούς τεχνικούς. Ο Γιάννης και ο Σωφρονίου αυτοσυγκεντρωμένοι, προσπάθησαν να αποδώσουν την «Φαληριώτισσα» άψογα. Έτσι κι αλλιώς εκείνο τον καιρό, συνήθως υπήρχε περιθώριο μόνο για δύο ηχογραφήσεις. Μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος έγινε ανάρπαστος. Σ’ ένα μήνα ξεπέρασε τα 12.500 αντίτυπα, ρεκόρ για την εποχή, καθώς υπήρχαν στην Ελλάδα μόλις 15.000 γραμμόφωνα. Τότε προχώρησε και η Κολούμπια σε μια δεύτερη εγγραφή του τραγουδιού. Αυτή τη φορά, ερμηνευτής ήταν ο Στράτος Παγιουμτζής, στην κιθάρα ο Στέλιος Χρυσίνης και στο μπουζούκι ο Μιχάλης Γενίτσαρης.
Σαν αποτέλεσμα σάρωσε κι αυτός ο δίσκος στις πωλήσεις. Εκείνο τον καιρό, από την πολλή χρήση χαλούσε εύκολα ο δίσκος και ο ίδιος χρήστης όταν επιθυμούσε πολύ ένα τραγούδι αγόραζε το δίσκο και δύο και τρεις φορές. Όταν πήγε ο Γιάννης να πάρει τα ποσοστά του τρελάθηκε. Η «Φαληριώτισσα» είχε πουλήσει 30.000 κομμάτια και ο νεαρός συνθέτης εισέπραξε 44.000 δραχμές, μεγάλο ποσό για την εποχή. Τρισευτυχισμένος έτρεξε στη μάνα του.
-«Ρε μάνα, σου ‘φερα λεφτά, έξω φτώχεια!»
-«Δεν τα θέλω αυτά τα λεφτά.»
-«Γιατί ρε μάνα, τι κακό βλέπεις που κάνω δίσκους;»
-«Βλέπω που θα μείνεις μουγκός. Η κυρά-Αντωνία μου είπε πως το μηχάνημα που σου βάζουν να τραγουδάς, θα σου πάρει τη… φωνή!»