ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ- του Λεωνίδα Γ.Μαργαρίτη

*Επιτ. Δικηγόρου – Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών Ν. Δ. Ελλάδος

 

 

Στο χωριό μου, στο σπίτι των γονιών μου εκεί που είδα για πρώτη φορά τον ήλιο κι ακούστηκε το πρώτο μου κλαψούρισμα, φώλιαζε πάντα η χαρά.

Αν και το είχαν χτυπήσει τα δρολάπια και οι χειμώνες, αν και το είχε χιλιοραγίσει ο εγκέλαδος με το πέρασμά του, εκεί μαζευόμαστε μονιασμένοι κι αγαπημένοι να κλάψουμε για κάποια μικροατυχία αλλά και να χαρούμε για την ευτυχία και τις επιτυχίες που δοκιμάζαμε στη ζωή.

Περισσότερο γίνεται  αισθητή η θαλπωρή , η ζεστασιά και η οικογενειακή αγάπη στις  χρονιάρες μέρες.

Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα  στο πανηγύρι του χωριού.

Αυτές τις μέρες με τα ξεχωριστά τοπικά μας έθιμα ,οι  μέρες αυτές προξενούσαν ιδιαίτερη χαρά στον πατέρα και τη μητέρα, όταν όλοι μαζί πηγαίναμε νωρίς στην Εκκλησία στρώναμε το τραπέζι με τη γαλοπούλα ή το αρνί, χορεύαμε, τραγουδούσαμε και το σπίτι μας γέμιζε χαρούμενες φωνές ευτυχισμένων ανθρώπων.

Μα η μέρα της Λαμπρής είναι για το χωριό η μεγαλύτερη γιορτή.

Η Ανάσταση του Χριστού μας μα και κάθε Ανάσταση φέρνει τόση χαρά που νομίζει κανείς ότι παύει προς στιγμή να είναι άνθρωπος και μεταρσιώνεται τόσο πού  νιώθει πως γίνεται άγγελος, ειρήνης, χαράς και ευτυχίας.

Η Ανάσταση του γένους μας έγινε θρύλος. Γιορτάστηκε στο παρελθόν και θα γιορτάζεται και στο μέλλον με την ίδια πάντα μεγαλοπρέπεια, με την ίδια συγκίνηση και πάθος.

Η Ανάσταση του Χριστού που σήμανε και την  ανάσταση ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους αλήθεια πόσο μεγάλη χαρά προξενεί στον εορτάζοντα άνθρωπο!…

Η Μεγάλη βδομάδα περνούσε με τους πένθιμους ύμνους και με την αναπαράσταση των Παθών, της Σταύρωσης και της Ταφής του Χριστού μας.

Έρχεται σαν αναγκαία νομοτέλεια η μεγάλη ημέρα της Ανάστασης.

Στο πατρικό μου σπίτι η μητέρα μου από το πρωί του Μ. Σαββάτου έκανε τις ανάλογες προετοιμασίες. ΄Εβαφε κόκκινα αυγά και κεντούσε με αριστοτεχνικό τρόπο λογής-λογής φιγούρες, ακόμη και το όνομα του καθενός μας, έγραφε πάνω στα κόκκινα αυγά.

Έκανε λαμπριάτικες κουλούρες, κουλούρια και διάφορα άλλα γλυκίσματα που έδιναν ιδιαίτερη αίσθηση στη γιορτή.

Ο πατέρας μας πήγαινε στην αγορά και αγόραζε ότι ήταν αναγκαίο για το φαγητό, μα πρώτα –πρώτα  αγόρασε τις πασχαλιάτικες λαμπάδες.

Αγόραζε από μια για τον καθένα μας και μία επί πλέον την πιο μεγάλη, που άναβε ο ίδιος τη νύχτα της Αναστάσεως εμπρός στην εικόνα του Χριστού μας.

Έρχεται η σειρά του πασχαλιάτικου αρνιού.

Κάθε χρόνο τρέφαμε κι ένα αρνί για το Πάσχα. Το Μ. Σάββατο ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του.

Το φέρναμε αποβραδίς  από το λιβάδι κι αυτό βελάζοντας κοιτούσε συνεπώς πίσω τη μάνα του, χωρίς να ξέρει αν θα την ξαναδεί.

Ο  πατέρας μου τρόχιζε καλά το μαχαίρι, έφερνε το αρνί, έκανε το σταυρό του, έλεγε σ’ όλους μας χρόνια πολλά. Έκανε το σημείο του σταυρού πάνω στο αρνί με το μαχαίρι και στη συνέχεια προχωρούσε στη διαδικασία της θυσίας.

Εγώ εκείνη τη στιγμή σαν μεγαλύτερος γιος έριχνα τρεις τουφεκιές , δείγμα χαράς για την αυριανή γιορτή της Αναστάσεως.

Τα μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας μας και μας καλούσε να πάμε στολισμένοι στην Ανάσταση.

Φορούσαμε τα πιο καλά μας ρούχα και πηγαίναμε όλοι μαζί στην εκκλησία.

Στα σπίτια του χωριού αυτή την ώρα δεν έμενε κανείς. Εκείνη τη μέρα η εκκλησία μας ήταν γεμάτη κόσμο, μήλο δεν χωρούσε να ρίξεις.

Έρχονταν και η στιγμή που ο παπάς απ’ την ωραία πύλη με τα ολόλευκα και αστραφτερά του άμφια θα έδινε το φως της Αναστάσεως.

«Δεύτε λάβετε Φώς».

Οι αρχηγοί των οικογενειών με τις λαμπάδες στα χέρια πήγαιναν να πάρουν το φως και κάποιοι στριμώχνονταν για να πάρουν πρώτοι το φως από τη λαμπάδα.

 Θεωρούσαν ιδιαίτερα ευτυχές γι’ αυτόν που πρώτος θα έπαιρνε το άγιο φως από τη λαμπάδα του ιερέα.

Πολλές φορές δεν έλειπαν και τα μικροεπεισόδια.

Όταν άναβαν όλοι τις λαμπάδες τους ο πατέρας μου έρχονταν και μας μοίραζε στον καθένα τη λαμπάδα μας κι εμείς αφού την πέρναμε με του φιλούσαμε το χέρι και του ευχόμαστε χρόνια πολλά.

Όταν βγαίναμε όλοι έξω από το χώρο της εκκλησίας στο προαύλιο ο παπάς διάβαζε το ευαγγέλιο της Ανάστασης και αμέσως μετά με δυνατή φωνή έψαλε το Χριστός Ανέστη  ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, και  την ατμόσφαιρα γέμιζαν χίλια χρώματα από τα βεγγαλικά φώτα, στρόμπες και χίλιοι  κρότοι  πυροτεχνημάτων έδιναν πανηγυρικό χαρακτήρα λες και έβλεπες μια όψη ψευτοπόλεμου που δεν διαρκούσε παρά λίγες ευχάριστες στιγμές ,ενός πολέμου εφήμερου, χωρίς θύματα, μα αντιθέτως με φωνές ενθουσιασμού χαράς και αγαλλιάσεως για τη λαμπροφόρο  μέρα της Ανάστασης του Κυρίου.

Η Εκκλησία καθ’ όλη τη διάρκεια της θείας λειτουργίας ήταν φωτολουσμένη, όσοι άνθρωποι τόσα και τα φώτα.

Στα χείλη όλων φτερούγιζε το χαμόγελο..

Όταν τελείωνε η θεία λειτουργία ο ένας εύχονταν στον άλλον χρόνια πολλά, Χριστός ανέστη και ο άλλος απαντούσε: Αληθώς ανέστη.

Φιλιά ,χειραψίες, εγκάρδιοι χαιρετισμοί έκαναν την aατμόσφαιρα που θάλεγε κανείς ότι εάν όλες οι μέρες ,οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν όπως κατά τη  μέρα της ανάστασης η γη μας θα ήταν πραγματικά ένας παράδεισος.

Στο σπίτι μας περίμενε η μαγειρίτσα ,ένα φαγητό που πάντα συνηθίζεται να προσφέρεται στον τόπο μας μετά τη θεία λειτουργία.

Κι ύστερα το τσούγκρισμα των αυγών.

΄Οποιος κατορθώσει να σπάσει τα αυγά των άλλων θεωρείται νικητής της μέρας.

Το μεσημέρι καθόμαστε στο πασχαλιάτικο τραπέζι, με το καλοψημένο αρνί,  το καλοζυμωμένο  ψωμί και πίνουμε φρέσκο κρασί από το γιοματάρι.

Το τραγούδι κι ο χορός ζωντανεύει την ατμόσφαιρα και ηλεκτρίζει τις καρδιές όλων.

Πώς αλήθεια μπορεί να απουσιάσει κανείς όσο μακριά κι αν βρίσκεται από μια παρόμοια οικογενειακή γιορτή.

Ο πατέρας και η μητέρα την περιμένουν κάθε χρόνο με τη χαρά να ζήσουν μια μέρα μαζί με τα παιδιά τους που συνήθως για διαφόρους λόγους βρίσκονται μακριά τους.

Αυτή τη μέρα  γεμίζει ξανά η άδεια χελιδονοφωλιά και αρχίζει το γλυκο κελάηδισμα η χελιδόνα με τα παιδιά της.

Γεμίζει η ατμόσφαιρα  από νότες, υπερκόσμιες νότες, αλλοτινού κόσμου, νότες  που μόνο τη μέρα της Ανάστασης τραγουδιούνταν.

Αλήθεια πόσο όμορφες στιγμές περνάει κανείς μέσα στη θαλπωρή της οικογενειακής στέγης μακριά από φροντίδες και ξένους επηρεασμούς, πρόσχαρος γεμάτος ικανοποίηση και χαρά για μια τόσο όμορφη συνάντηση με τους γονείς, τα αδέλφια, τους φίλους, τους χωριανούς και για ένα τέτοιο συνεορτασμό της λαμπροφόρου Ανάστασης του Κυρίου!…

 

(Τρίπολη 7-4-1966 Μ. Πέμπτη.)