ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ, ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΙ ΕΛΛΗΝΕΣ  ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΙ – του Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη*

    * Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος

 

Ο Ελληνισμός, γράφει ο Μπεράρ στο έργο του, «Τουρκία και Ελληνισμός » δεν είναι υλική κατασκευή ούτε προϊόν της φύσης. Τα άλλα έθνη δημιουργήθηκαν σχεδόν παρά τη θέλησή τους από την τύχη, το κλίμα, την εξωτερική δύναμη ανθρώπων και πραγμάτων. Ο Ελληνισμός πλάθεται μόνος του, είναι έργο πνεύματος, είναι λιγότερο υλικό από όλα τα ανθρώπινα έργα.

Αντίθετα ο Φαλμεράϋερ στο έργο του «Περί της καταγωγής των  σημερινών Ελλήνων» αναφέρει ότι ο  Ελληνικός λαός,  που πριν από τον Τρωικό πόλεμο έως τον έκτο μ. Χ αιώνα κατοίκησε   την Πελοπόννησο και τη χερσαία χώρα βορειότερα, δεν υπάρχει πια σήμερα. Ατυχείς περιστάσεις κάθε είδους επέφεραν την τελειωτική παρακμή του, τον  περιορισμό του σε τελείως ασήμαντα υπολείμματα και την επιμιξία του με ξένους, ώστε να σβήσει ολοκληρωτικά ο αρχικός του χαρακτήρας και να εξαλειφθούν, μέσα στο γενικό  μετασχηματισμό ακόμη και τα τελευταία  ίχνη του αρχαίου ελληνικού βίου…Ας εξακολουθεί να λέγεται η χώρα των Γραικών Ελλάς και οι κάτοικοί της Έλληνες. Είναι όντως Έλληνες, αλλά νεωτέρας διαπλάσεως, αναπνέουν ελληνικούς αγέρηδες και ο ήλιος του Περικλή λάμπει ακόμα πάνω από τα κεφάλια τους.»

Είναι γεγονός ότι καμιά φυλή στην πολυτάραχη ιστορία της ανθρωπότητας, δεν μπόρεσε να αποφύγει την επιμιξία. Όσοι σήμερα ισχυρίζονται ότι είναι φυλετικώς απ’ ευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων ή των Λατίνων ίσως αγνοούν την ιστορική αλήθεια: ότι  τόσο το  αρχαίο Ελληνικό Έθνος, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσο και το Βυζάντιο δεν υπήρξε ποτέ ομοιογενές, αλλά αποτελούσε ένα μείγμα  φυλών,  και εθνοτήτων .

 Όταν το πρώτο κύμα των Δωρικών φύλων ήλθε στη χερσόνησό μας από τις κοιλάδες του Ίστρου,  ασφαλώς δεν βρήκε το χώρο ακατοίκητο. Τόσο στα παράλια,  στα  νησιά,  όσο  και στο εσωτερικό  του ήταν ήδη εγκατεστημένες πανάρχαιες φυλές .  Ήταν άνθρωποι μελαχρινοί και μικρόσωμοι. Είχαν τη δική τους γλώσσα, το δικό τους σύστημα γραφής το δικό τους πολιτισμό. Αυτά  άλλωστε απέδειξαν  και οι ανασκαφές  της Κνωσού και της Φαιστού.

 Οι Δωριείς  που εγκαταστάθηκαν στην χερσόνησο ήταν ψηλοί, ξανθοί, και  πολεμοχαρείς. Ασφαλώς σαν κατακτητές   εξολόθρεψαν  ένα μεγάλο μέρος  αυτοχθόνων. Οι επιζήσαντες    ήλθαν σε επιμιξία με τους εποίκους Δωριείς. Από αυτή την ανάμειξη των δύο φυλών προέκυψε το Ελληνικό Έθνος που υπάρχει μέχρι σήμερα.

 

Ο  ισχυρισμός ότι  το έθνος των Ελλήνων αν  και πέρασαν τόσοι αιώνες έκτοτε δεν υπέστη καμιά επιμιξία σίγουρα αποτελεί ιστορική ανακρίβεια και επιστημονική καπηλεία.

Η φυλή γεννιέται από βιολογικούς και μόνο παράγοντες ενώ το Έθνος  είναι δημιούργημα πολλών  άλλων παραγόντων,  γεωγραφικών ,ιστορικών ,πολιτισμικών , οικονομικών    και εκδηλώνεται με τη  σφυρηλάτηση  μιας Εθνικής Συνείδησης στα διαφορετικής φυλετικής καταγωγής άτομα.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Η. Π .Α . που αποτελούν ένα συνονθύλευμα λαών, γλωσσών, φυλών, θρησκειών και πολιτισμών και παρ’ όλα αυτά έχουν  αποκτήσει μια εθνική συνείδηση  των Αμερικανών.

Θα επιχειρήσουμε μια αναφορά  στην περιοχή μας  όπου εγκαταστάθηκαν ανά τους αιώνες,  χιλιάδες Αλβανοί  και θα κάνουμε λόγο μόνο γι’ αυτή  την εθνότητα.

 Σύμφωνα με την «Ιστορία του νέου Ελληνισμού» του  Απόστολου Βακαλόπουλου η πρώτη παρουσία Αλβανών τοποθετείται χρονικά στα έτη 1348 και 1380 όταν Δεσπότης της Πελοποννήσου ήταν ο Μανουήλ Κατακουζηνός. Ο πραγματικός όμως εποικισμός  Αλβανών συντελείται το 1383-1407 επί Θεόδωρου Α΄ Παλαιολόγου.

΄      Έχει καταγραφεί ιστορικά ότι μόνο το 1394 περίπου 10.000 Αλβανοί με τις γυναίκες τους, τα παιδιά και τα ζώα τους πιεζόμενοι από την προώθηση των Τούρκων πήραν άδεια και εγκαταστάθηκαν ειρηνικά στους νομούς Αχαΐας , Ηλείας και  Αρκαδίας.

Η δεύτερη εποίκηση Αλβανών στην Αχαΐα  έγινε  το 1418 μετά την κατάλυση, από τον Κάρολο Α΄  Τόκκο, της κυριαρχίας των Αλβανών στην Αιτωλία και Ακαρνανία.

Ας  δούμε  όμως  τι απέμεινε  κατά  τον 19ο Αιώνα από αυτούς τους εποικισμούς.

Από τα στοιχεία  που παραθέτει ο  αείμνηστος συμπολίτης μας  ιστορικός συγγραφέας Χρήστος Κορύλλος στο  Βιβλίο του «ΧΩΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – Νομός Αχαΐας», προκύπτουν τα εξής  αποκαλυπτικά,  για τον Αλβανικό πληθυσμό που  διαβιώνει στο νομό μας  το  έτος 1902:

Στις  επαρχίες Πατρών και Καλαβρύτων υπάρχουν χωριά με αμιγώς Αλβανικό πληθυσμό που μιλούν  την Αλβανική γλώσσα.

Ο νομός   είχε  συνολικό πληθυσμό 144.826 κατοίκους  και από αυτούς 6.564 ήταν  Αλβανοί.

 Ειδικότερα  η μεγαλύτερη αναλογία Αλβανών υπήρχε  στην περιοχή του  Δήμου Δύμης.

Σε συνολικό πληθυσμό  10.201 κατοίκων   υπήρχαν 2.613 Αλβανοί, δηλαδή περίπου 25% του πληθυσμού του.

Το ερώτημα που εύλογα μπορεί να διατυπωθεί   μετά απ’ αυτά  τα στοιχεία  είναι: τι απέγιναν   από τότε  αυτοί οι Αλβανοί ;

Την απάντηση στο ερώτημα , δίνουν  οι ίδιοι με την εν γένει συμπεριφορά  τους.

Αφομοιώθηκαν φυλετικώς και εθνολογικώς με τους  Έλληνες και απέκτησαν  Ελληνική εθνική συνείδηση.

Έπαψαν με τον καιρό να λέγονται  Αλβανοί και μετά τον εκχριστιανισμό τους   ονομάσθηκαν   Αρβανίτες. Σήμερα πλέον δεν μιλάει κανείς για Αρβανίτες. Οι  φυλετικές προσμίξεις ετών, επιτάχυναν την αφομοίωση τους. Σήμερα η λέξη Αρβανίτης μόνο ως  επώνυμο απαντάται .

Το παράδοξο πλέον της υποθέσεως είναι, πως οι αφομοιωθέντες, σημερινοί ακραιφνείς  Έλληνες ,δεν επιτρέπουν στους νέους εποίκους Αλβανούς να αφομοιωθούν. Έτσι αντί να βοηθήσουν στην αφομοίωσή τους με το να  επιτρέψουν στους νεαρούς  Αλβανούς  να κρατήσουν τη σημαία μας, με  περηφάνια ,όπως οι ίδιοι δηλώνουν και δικαιούνται άλλωστε κατά τον ισχύοντα νόμο,  ανεμίζουν οι ίδιοι   τη σημαία  της ξενοφοβίας, και  του ρατσισμού   σ’ ολόκληρη την  Ελληνική επικράτεια.

Μ’ αυτή τους τη συμπεριφορά  δημιουργούν τις προϋποθέσεις  για να μην αφομοιωθούν ποτέ  οι  νέοι συμπολίτες  μας, και  αντίθετα να γίνουν   πιθανώς ,κάποια  στιγμή  οι πλέον επικίνδυνοι αντίπαλοι. 

Οι Έλληνες  στο διάβα των αιώνων   σε πείσμα των καιρών,  και των δυσοίωνων προβλέψεων,   επέδειξαν συνοχή και  αντοχή σαν Έθνος αλλά και  ικανότητα  στην αφομοίωση διαφόρων φυλών και εθνοτήτων.

  Οι δάσκαλοί μας στους οποίους στηρίζουμε το μέλλον μας ως λαός και ως Έθνος,   είναι υποχρεωμένοι  να διδάξουν  στα παιδιά μας, πως ο Ελληνικός πολιτισμός  αλλά και ο Χριστιανισμός που κάποιοι οψίμως τον επικαλούνται,  διακρίνονται για  την Οικουμενικότητά τους και τον ανθρωπισμό τους. Αυτή είναι η μεγαλοσύνη  των Ελλήνων. Κι αυτό το δρόμο θα πρέπει να συνεχίσουμε μέσα στην Ευρώπη των Λαών, των φυλών και των εθνοτήτων με τη διατήρηση των ιδιαιτεροτήτων μας, των ηθών και των παραδόσεών μας.