fbpx

ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΒΟΣΤΙΤΣΑΣ-ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ- Του Λεωνίδα Μαργαρίτη

 

(Συμβολή  στην προετοιμασία  εορτασμού της Επετείου

                  200 χρόνων από την Εθνεγερσία του 1821)                         

                                  

Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη

Επιτίμου Δικηγόρου,  Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών

 

   

Είναι  γεγονός ότι  η σύναξη της Βοστίτσας δέχθηκε πολλούς χαρακτηρισμούς,  από τους ιστορικούς μελετητές  όπως: «Συνέδριο της Ντροπής», «Σύσκεψη συνωμοσίας κατά του Παπαφλέσσα», «Συνέλευση ματαίωσης της Επανάστασης», «Σύναξη αναβολής της εξέγερσης» κ.ά.

Το  θέμα της Σύναξης της Βοστίτσας  αποτελούσε πάντα ,   μια προσωπική πρόκληση.  Επιθυμούσα να  ξεκαθαρίσω  τις απόψεις μου  μελετώντας  τις πρόσφορες ιστορικές  πηγές.

Σίγουρα η Επανάσταση του 21 δεν ήταν ένα τυχαίο, ή  συμπτωματικό γεγονός.

Αποτέλεσε προϊόν μεγάλης ιδεολογικής  και πολεμικής προετοιμασίας, επιστέγασμα των διαθέσεων και των πόθων των Ελλήνων από την επομένη της πτώσεως της Βασιλίδος των Πόλεων.

 Για τετρακόσια περίπου χρόνια ο Ελληνισμός δεν παραδέχθηκε την ήττα του. Διαρκώς  έκανε εξεγέρσεις, κάμπτονταν προσωρινά και πάλιν ανέκαμπτε  «μόνο  για λίγο καιρό ξαπόσταινε και ξανά προς τη δόξα τραβούσε » παραφράζοντας λίγο το γνωστό εμβατήριο.

Αμέσως μετά την άλωση  της Πόλης  διοργανώθηκε το κίνημα από τον  Ίστρο μέχρι την Αθήνα, τις  Θήβες,  την Άρτα και τα Γιάννενα, με την ελπίδα συνδρομής της Ευρώπης. Οι Πελοποννήσιοι εξεγέρθηκαν αργότερα με την προτροπή των Ενετών.

Νέα εξέγερση σημειώθηκε με το  βασιλιά  της Γαλλίας Κάρολο κι  ακολούθησαν οι αγώνες των Κυπρίων, η Επανάσταση  στην Πελοπόννησο και τη Μάνη  από  τους αδελφούς Μελισσηνούς.

Λίγο αργότερα εξερράγη το κίνημα των Λιδωρικιωτών, το αιματηρό κίνημα του Θεοδώρου Μπούα Γρίβα στην ήπειρο και την Ακαρνανία, οι αγώνες της Κρήτης και η ευρεία επανάσταση από την  Πελοπόννησο μέχρι τη Σερβία.

Επακολούθησαν κατά σειρά οι συνεχείς αγώνες των αρματολών, η επανάσταση με την υποκίνηση της Ρωσίας του 1770, τα  κατορθώματα  του Λάμπρου Κατσώνη και του Ανδρούτσου στη  θάλασσα  και την  ξηρά, το επιχείρημα του Ρήγα Φεραίου, οι ηρωικοί αγώνες των Σουλιωτών και οι άθλοι του Νικοτσάρα, του Σταθά και  του Βλαχάβα.

Στη διάρκεια της  οθωμανικής περιόδου υπήρχαν έλληνες διανοούμενοι οι οποίοι με ένα ομοιόμορφο λίγο-πολύ τρόπο καλλιέργησαν την ιδέα της Εθνικής ταυτότητας την οποία συνέδεαν με  μια αόριστη αρχικά επιθυμία εθνικής ελευθερίας.

Ο Ελληνικός διαφωτισμός κληρονόμησε την Εθνική Ιδέα, την καλλιέργησε, την πολιτικοποίησε και την διέδωσε με τους διαύλους επικοινωνίας  που επέτρεπαν οι συνθήκες εκείνης της εποχής.

Το μήνυμα του Ρήγα Φεραίου για «μιας ώρας ελεύθερη ζωή» και ο Λόγος περί Ελευθερίας, το γνωστό έργο   «Ελληνική Νομαρχία», που ένας περιορισμένος κύκλος ανθρώπων  το 1806 διατύπωσε και τεκμηρίωσε, με ρωμαλέο πάθος εισηγήθηκε την πρόταση για μια συλλογική ηγεσία, η οποία θα δρούσε με άκρα μυστικότητα προκειμένου να εξασφαλίσει τις ιδεολογικές  και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για το συντονισμό και τη δράση των εθνικών δυνάμεων για την επιτυχία του σκοπού.

Η  Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε το 1814  συντόνισε  και υπήγαγε σε πειθαρχία και ενιαία διεύθυνση όλες τις δυνάμεις του Έθνους, το οποίο είχε πλέον πεισθεί ότι η ελευθερία του δεν μπορούσε να  αποκτηθεί  παρά μόνο με τους αγώνες των ιδίων των Ελλήνων.

Από το 1918 μέχρι το 1820 η Φιλική Εταιρεία  στρατολόγησε με τους αποστόλους της τα περισσότερα μέλη της.

Η σωστή οργάνωση και προσεκτική προετοιμασία της, βοήθησε  στην περίπου ταυτόχρονη εκδήλωση της Επανάστασης σε πολλές περιοχές.

Οι μικρές αποκλίσεις που υπήρξαν ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής αδυναμίας, επικοινωνίας και συνεννόησης, αλλά και συγκυριών  και ιδιαιτεροτήτων  που υπήρχαν σε κάθε περιοχή.

Την Επανάσταση κήρυξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μετά από σχετική απόφαση της Φιλικής Εταιρείας στις 16 Φεβρουαρίου 1821 στο Κισνόβι (Κίσινεφ) πρωτεύουσα της Ρωσικής Βεσσαραβίας με τα γνωστά εκεί αποτελέσματα..

Αντίθετα με τα όσα ίσχυσαν  στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τα δεδομένα στην νότια Ελλάδα φάνηκαν περισσότερο ευνοϊκά.

Η Επανάσταση εκδηλώθηκε το Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο και κυρίως στην περιοχή μας.

Ήδη στην Πελοπόννησο από τα προηγούμενα χρόνια οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας  Αντώνης Πελοπίδας, Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας) αλλά  και ο Αναγνώστης Παπαγεωργίου (Αναγνωσταράς) είχαν εργασθεί με επιτυχία και είχαν με διαφόρους τρόπους πετύχει να  υπερκεράσουν την διστακτικότητα και αναβλητικότητα των προκρίτων.

Η απόφαση για την έναρξη του αγώνα  από την Πελοπόννησο στηρίχθηκε στα εξής περιστατικά:

  1. Το Ελληνικό – Χριστιανικό στοιχείο υπερείχε κατά πολύ του τούρκικου – Μουσουλμανικού.
  2. Η Φιλική Εταιρεία είχε πετύχει να μυήσει μέχρι τις παραμονές της Επαναστάσεως το σύνολο σχεδόν των προκρίτων, των Ιεραρχών και των στρατιωτικών.
  3. Στην Πελοπόννησο υπήρχε μικρή Τούρκικη στρατιωτική δύναμη.
  4. Μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις των Τούρκων εκείνη την περίοδο, είχαν αποσταλεί για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή-Πασά των Ιωαννίνων.
  5. Υπήρχε δυνατότητα τροφοδοσίας της επανάστασης με απαραίτητο έμψυχο υλικό από τους ισχυρούς και έμπειρους αρματολούς της Ρούμελης.
  6. Υπήρξε συμμετοχή των προκρίτων οι οποίοι και στελέχωσαν τα πολιτικά όργανα του αγώνα.
  7. Η Πελοπόννησος ήταν περισσότερο μακριά από τα μεγάλα στρατιωτικά  και διοικητικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. και τέλος πρέπει να αναφερθεί και
  8. Η ύπαρξη ισχυρών ναυτικών δυνάμεων των νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών.

Για  ενημέρωση, συντονισμό  και  καθορισμό ημερομηνίας έναρξης του αγώνα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από το Ιάσιο απέστειλε στην Πελοπόννησο  τον Παπαφλέσσα περί τον Οκτώβριο του 1820,  αφού  τον εφοδίασε με νομιμοποιητικά έγγραφα της Ανωτάτης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας  με σχετική   εξουσιοδότηση, οδηγίες και γράμματα προς τους προκρίτους και  στρατιωτικούς της Πελοποννήσου.

 

 

            Ο Παπαφλέσσας  με την εντολή αυτή  έφυγε από το Ισμαήλι της Βεσσαραβίας,  πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί περί τον Δεκέμβριο του 1820 πήγε στις Σπέτσες κι από εκεί στην Ύδρα και το ΄Αργος.

Πριν προχωρήσει  στο εσωτερικό της Πελοποννήσου συνέταξε και απέστειλε στους προκρίτους επιστολές  στις οποίες περιλαμβάνονταν εννέα ερωτήματα, αναφερόμενα  στο  ζήτημα της Επανάστασης και τους ζητούσε να διατυπώσουν εγγράφως την γνώμη και τις απόψεις τους και πώς τις απόψεις τους αυτές  θα τις έστελνε εκεί που είχε διαταχθεί.

Αυτή η ενέργεια θεωρήθηκε από τους προκρίτους ότι αποτελούσε απόπειρα εκμαίευσης της συγκατάθεσής τους για  την άμεση έναρξη της Επαναστάσεως και μάλιστα χωρίς προηγούμενη συζήτηση και χωρίς ανταλλαγή απόψεων επί ενός τόσο σημαντικού και ουσιώδους εθνικού θέματος.

Προφανώς αυτή η κίνηση  του Παπαφλέσσα, ήταν και η αιτία  για να αποφασίσουν οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου  να συνέλθουν για να συσκεφθούν και να αποφασίσουν ποια  γραμμή θα έπρεπε να ακολουθήσουν.

Μέχρι να λάβει  όμως τις απαντήσεις  των προκρίτων και αρχιερέων ο Παπαφλέσσας δεν κάθεται ανενεργός, κατηχεί και  συνεγείρει τους πάντες  με  στόχο  την άμεση έναρξη της επανάστασης.

Οι ενέργειες αυτές  δημιούργησαν αντιδράσεις  των προκρίτων και των ιεραρχών, οι  οποίοι χαρακτηρίζονταν από φρόνηση, προνοητικότητα και  κυρίως συντηρητισμό .

Ο Παπαφλέσσας βέβαια, φλογερός κήρυκας της Επανάστασης,  δεν σταματάει να  διαδίδει στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας πως όλα είναι έτοιμα για την εξέγερση, ότι υπάρχουν διαθέσιμα σημαντικά ποσά χρημάτων για τον αγώνα, καθώς και αξιόμαχος στόλος και μ’ αυτά τα λόγια ενθάρρυνε και τους πλέον αναποφάσιστους και έπειθε τους πλέον δύσπιστους.

Στα απομνημονεύματά του ο  Μητροπολίτης  Γερμανός γράφει τα εξής χαρακτηριστικά:

«…Εν ω δε οι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου ενησχολούντο να θεραπεύσωσι τινάς καταχρήσεις, αίτινες επροξένουν υπόνοιαν εις την Διοίκησιν ,και εσκέπτοντο περί της συλλογής των συνεισφορών, έφθασεν εις την νήσον των Σπετσών Γρηγόριος τις, Δικαίος λεγόμενος, και εκείθεν μετέβη εις την Πελοπόννησον συνεπιφέρων γράμματα από μέρους του Αλεξάνδρου Υψηλάντη προς τους Πελοποννησίους, διαλαμβάνοντα, ότι η μηχανή είναι έτοιμη, και ότι ουδενός άλλου δείται, ή του κινήσαντος αυτήν μοχλού, και ότι μία ισχυρά δύναμις είναι σύμμαχος και ότι  να είναι οι πάντες έτοιμοι και εντός ολίγου θέλει φθάσει και ο ίδιος εκεί και εν ενί λόγω να ακούσωσι και να πιστεύσωσιν όσα ήθελε τους ειπεί ο Δικαίος, ως άνθρωπος φιλαλήθης. Όθεν οι μεν Πελοποννήσιοι έμειναν εν αμηχανία περί του πρακτέου βλέποντες το παράκαιρον και ανέτοιμον, ο δε Δικαίος, άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Έθνους, δια να πλουτίσει εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν ότι είναι τα πάντα έτοιμα, πράττων μιλιούνια άπειρα κατατεθειμένα ένεκα τούτου εις διάφορα ταμεία, εφόδια πολεμικά, και πυροβόλα όργανα αναρίθμητα εναποκείμενα εις διαφόρους τόπους, δυνάμεις στρατιωτικάς διωρισμένας από μέρους της Ρωσίας προς βοήθεια των Ελλήνων, πλοία πολλά καλώς οπλισμένα και εφοδιασμένα και άλλα τοιαύτα παίγνια της φαντασίας, τα οποία οι μεν φρόνιμοι και πείραν έχοντες των πραγμάτων εις ουδέν ελογίζοντο, οι δε άπειροι νομίζοντες τα τοιαύτα πλάσματα ως αληθή, επί τη βάσει του συστατικού οπού επέφερεν από μέρους του Υψηλάντη, κατήντησαν εις αχαλίνωτον ενθουσιασμόν, ώστε άρχισαν να κοινολογώσι το πράγμα αναφανδόν εις πολλούς και να καταγράφωσι στρατιώτας και να κάμνουν τοιαύτα κινήματα, ώστε η Διοίκησις έλαβε πολλά διδόμενα να βεβαιώσει τας υπονοίας της περί του σκοπού των Ελλήνων».

Οι Πρόκριτοι λοιπόν συνεννοήθηκαν με επιστολές και αποφάσισαν να γίνει μια συνέλευση για συσκεφθούν επί του πρακτέου.

Τελικά στις 26 Ιανουαρίου έλαβε χώρα στο Αίγιο μυστική σύναξη των Φιλικών προκρίτων και Αρχιερέων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, η γνωστή  στην ιστορία ως Συνέλευση της Βοστίτσας υπό την προεδρία  του Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Στην  επιλογή  της πόλεως του Αιγίου ως τόπου   συνελεύσεως  των προκρίτων και Ιεραρχών συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες, κύριος των οποίων ήταν η μη παρουσία τουρκικών αρχών, αφού η συγκέντρωση τόσων πολλών ατόμων θα δημιουργούσε υποψίες στους τούρκους .

Υπήρχαν βέβαια οι απαραίτητες-τοπικής αρμοδιότητας -αρχές, όμως  οι τούρκοι που κατοικούσαν στην πόλη ήταν ολιγάριθμοι και δεν υπερέβαιναν το  εν δέκατο του πληθυσμού της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν εκ μέρους των συνέδρων προφυλάξεις. Οι συνεδριάσεις εγένοντο κάθε φορά και σε διαφορετικό  χώρο, γι’ αυτό και οι  ιστορικοί συγγραφείς αναφέρουν ο καθένας και διαφορετικό χώρο σύγκλησης της συνέλευσης.

Εκτός από το αρχοντικό του Ανδρέα Λόντου που αναφέρει ο Φραντζής πως έγινε η πρώτη συνεδρίαση, συνεδριάσεις έγιναν  ακόμη στην εντός της πόλεως του Αιγίου Μονή του Αγίου Γεωργίου, και  στα  αρχοντικά Παναγιώτη Δεσποτόπουλου,   Αγγελή Μελετοπούλου, και Λέοντος Μεσηνέζη.

Οι συνεδριάσεις   πραγματοποιούντο κατά τη διάρκεια της νύχτας και μετά τη λήξη τους  οι σύνεδροι αποχωρούσαν πάντοτε  μεμονωμένα.

Η ημερομηνία της Συνέλευσης είναι η 26η Ιανουαρίου 1821, είναι ιστορικά εξακριβωμένη  και  δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση, σε αντίθεση με άλλες ημερομηνίες του αγώνα οι οποίες αμφισβητήθηκαν και αποτέλεσαν αντικείμενο διχογνωμιών μεταξύ των ιστορικών.

Η διάρκεια των εργασιών της  Συνέλευσης ήταν  πενθήμερος, άρχισε στις 26 Ιανουαρίου και τελείωσε στις 30 Ιανουαρίου 1821.

Τόπος της  πρώτης συνεδριάσεως της συνελεύσεως από όσα σημειώνει στην ιστορία του ο Αμβρόσιος Φραντζής ήταν η κατοικία  Λόντου.

 

 

Κατάλογο των συνέδρων  αναφέρει τόσο ο Π. Π. Γερμανός στα απομνημονεύματα του όσο και ο Αμβρόσιος Φραντζής στην ιστορία του. Ο κατάλογος αυτός  αλληλοσυμπληρώνεται. ΄Όμως τον πλέον  ακριβή κατάλογο των συνέδρων μας τον διέσωσε ο γιος του  Παναγιώτη Δεσποτόπουλου, Αλέξανδρος.

Στον κατάλογο Δεσποτόπουλου περιλαμβάνονται οι Π. Π. Γερμανός, ο αρχιδιάκονός του Θεόφιλος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός και ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ηγούμενος του Μεγάλου Σπηλαίου Γερμανός Ρέγκλης ή Μπόχαλης και ο  Ιερόθεος, επίσημο πρόσωπο της μονής, ο Ηγούμενος των Ταξιαρχών, ο Ηγούμενος της Αγίας Λαύρας, ο Ανδρέας Λόντος, ο Κωνσταντίνος Ιωάννου, ο Άγγελος Μελετόπουλος, ο Λέων Μεσσηνέζης, ο Παναγιώτης Δεσποτόπουλος, ο Σπυρίδων Χαραλάμπης, ο Μιχαήλ Θεοδώρου, ο Αλέξιος Ιγγλέσης , ο Γεώργιος Ευσταθίου, ο Ασημάκης Φωτήλας, ο Σωτήριος Χαραλάμπης, ο Σωτήριος Θεοχαρόπουλος και ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.

Ο Ηλείος ιστορικός Γεώργιος Αριστ. Χρυσανθακόπουλος στο έργο του  «Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας» αναφέρει ότι στη σύσκεψη της Βοστίτσας έλαβαν μέρος και οι αντιπρόσωποι των Ηλείων Αυγερινός, Φραγκούλης και Γεώργιος Σισίνης, όμως αυτό το στοιχείο κανένας  σύγχρονος της εξέγερσης ιστορικός δεν αναφέρει.

Στη σύσκεψη της Βοστίτσας εκλήθη ο απεσταλμένος της Ανωτάτης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας  Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, ο θρυλικός Παπαφλέσσας, ο οποίος ήταν ήδη στο Αίγιο έχοντας κάτω από το ράσο του την κουμπούρα του, αποφασισμένος να πουλήσει ακριβά το τομάρι του, συνοδευόμενος από επτά  ένόπλους μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Νικήτας. Ο Παπαφλέσσας όταν έφτασε στο Αίγιο έμεινε στο σπίτι  του Αναγνώστη Αλεξανδρόπουλου.

Η εμφάνιση του Παπαφλέσσα και μάλιστα με τη συνοδεία ενόπλων ανησύχησε περισσότερο τους προκρίτους της Αχαΐας και τους υποχρέωσε να έχουν οπωσδήποτε την συνάντηση που προγραμμάτισαν μαζί του.

Αρχικά έκαναν τη σκέψη να γίνει στα Καλάβρυτα η συνάντηση, αλλά  φοβήθηκαν μήπως η προσέλευση τόσων προσώπων προκαλέσει την προσοχή των εκεί τούρκικων αρχών, κι έτσι προτίμησαν την Βοστίτσα όπου βρισκόταν  ήδη  ο Παπαφλέσσας, καθ’ όσον   την εκεί μετάβαση θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν.

Σκέφθηκαν να παρουσιάσουν στο Βοεβόδα της Βοστίτσας πως υπήρχε  μια  διαφορά για αμφισβήτηση συνόρων κτημάτων, στο Αίγιο των Μοναστηριών Μεγάλου Σπηλαίου και Ταξιαρχών.

Ο Χριστιανουπόλεως για να δικαιολογήσει  το ταξίδι  του παρουσίασε στο Βοεβόδα της περιοχής του ένα παλαιό φιρμάνι που όριζε την τακτοποίηση της πωλήσεως ενός μετοχιού, από   συμβούλιο  επισκόπων  και προκρίτων.

Ο Χριστιανουπόλεως ξεκίνησε από την Κυπαρισσία στις 17 Ιανουαρίου με τον πρωτοσύγκελο του Αμβρόσιο Φραντζή και έφθασε στην Πάτρα στις 19 του ίδιου μήνα, ενώ  στις 23  ξεκίνησαν  μαζί με το Γερμανό και τον Νικόλαο Λόντο για τη  Βοστίτσα όπου βρίσκονταν  προειδοποιημένοι ο Ανδρέας Ζαΐμης, Σωτήριος Χαραλάμπης, Ασημάκης Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.

Στην έναρξη της συνεδριάσεως , ο Παπαφλέσσας  εκλήθη ως αντιπρόσωπος  του Γενικού Επιτρόπου Αλέξανδρου Υψηλάντη να αναπτύξει την υπόθεση. Ο Παπαφλέσσας με ευφράδεια και πειστική επιχειρηματολογία, με πάθος και με παράφορο ενθουσιασμό μίλησε για τον αγώνα, παρουσίασε έτοιμη την Επανάσταση επί τη βάσει ασφαλούς σχεδίου καλώς οργανωμένη και ενισχυμένη από μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, είχε όμως συναίσθηση πως εκείνη τη στιγμή έδινε την κρισιμότερη μάχη για τη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας του, έδινε τη μάχη με το δύσπιστο και αντιδραστικό  αρχοντολόι. Ομιλούσε για λογαριασμό της Εταιρείας και κατ’ εξουσιοδότηση του αρχηγού, ως επίσημος εκπρόσωπος της Αρχής. Για να γίνει περισσότερο πειστικός, τους έδειξε επιστολή με τις οδηγίες του Υψηλάντη για την Επανάσταση  του Μοριά, όπου έγραφε: «ότι η μηχανή (επανάσταση) είναι έτοιμη, ότι τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά ο μοχλός που θα την κινήσει και ότι μία ισχυρά Δύναμις είναι σύμμαχος και ότι είναι οι πάντες έτοιμοι και σε λίγο θα φθάσει και ο ίδιος εκεί». Τους είπε ακόμη ότι η Ρωσική αυλή γνωρίζει την Εταιρεία και ότι έχει εφοδιασμένο με όλα τα αναγκαία τον Υψηλάντη.

Ενώ συνεχίζονταν  η συνεδρίαση της  πρώτης ημέρας, ο Βοεβόδας της Βοστίτσας εκπλαγείς από την συγκέντρωση τόσων προκρίτων και επισκόπων και ανησυχώντας   από τις φήμες που κυκλοφορούσαν για  επαναστατικές  προπαρασκευές  κάλεσε τον Σαντούκ Εμίνην, τον ταμία, συνδεόμενο με τον Λόντο, για να εξακριβώσει περί τίνος επρόκειτο. Αλλά ο Λόντος ήδη είχε ομιλήσει με τον ταμία και του είχε δικαιολογήσει κατά τα συμφωνηθέντα την άφιξη των ξένων κι εκείνος ενημέρωσε τον Βοεβόδα. “Αγά μου, του είπε, τα δυο  μοναστήρια του Μεγάλου Σπηλαίου και των Ταξιαρχών έχουν μεταξύ τους μια διαφορά για μερικά κτήματα που βρίσκονται στη θέση Ροδιά και επειδή δεν μπορούν να συμβιβασθούν αναφέρθηκαν στο Πατριαρχείο κι εκείνο έδωσε διαταγή σε τρεις επισκόπους να παραλάβουν και όσους κοτζαμπάσηδες εγκρίνουν για να εξετάσουν επιτοπίως το ζήτημα και να το αναφέρουν στον Πατριάρχη και μ’ ένα φιρμάνι να κριθεί ποιος έχει δίκιο”.

Ο Βοεβόδας έκρινε επαρκή την δικαιολογία, όπως την είχε κρίνει άλλωστε και ο ταμίας.

Η συνεδρίαση διακόπηκε εκείνη τη ημέρα απ’ αυτό το λόγο και τέσσαρες πρόκριτοι και οι  αρχιερείς πήγανε  την επομένη το πρωί μέχρι τη θέση Ροδιά και προσποιούνταν ότι κοίταζαν τα μετόχια.

Η Συνέλευση συνεχίστηκε και έγιναν συνολικώς πέντε συνεδριάσεις.

Στην πρώτη, όπως αναφέραμε ο Παπαφλέσσας παρουσίασε τις απόψεις του και τις έγγραφες οδηγίες του Υψηλάντη, στη δεύτερη συνεδρίαση έγινε συζήτηση και διατυπώθηκαν σκέψεις γύρω από τις προτάσεις, σκέψεις κι  απόψεις του Παπαφλέσσα, τις οποίες  οι περισσότεροι σύνεδροι τις βρήκαν «μωράς και απελπισμένας ως μη εχούσας κανενός είδους βάσιν και θεμελιώδεις αποδείξεις», όπως σημειώνει στο έργο του ο Αμβρόσιος Φραντζής.

 

 

 

Στην τρίτη συνεδρίαση η Συνέλευση ασχολήθηκε και επεξεργάσθηκε τα όσα περιελάμβαναν τα έγγραφα του Υψηλάντη, τα οποία είχαν βεβαίως πολύ πατριωτισμό, αλλά δεν ανέφεραν βάσιμα πράγματα που να αφορούν τα της επαναστάσεως, το οποίο κατά την πλειοψηφία των συνέδρων ήταν πολύ αδύνατο επιχείρημα παραβαλλόμενο με την κατάσταση και την αδυναμία των Ελλήνων.

Στην  συνεδρίαση αυτή ο Παπαφλέσσας όχι μόνο ενεθάρρυνε τους συνέδρους με πολυειδείς υποσχέσεις που αφορούσαν την Ρωσική Αυλή αλλά προσπαθούσε ακόμη να αποδείξει ότι και σε κοντινό χώρο, όπως τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, είναι οι πάντες έτοιμοι με τα πλοία σε ετοιμότητα για την έναρξη της καταστροφής του Οθωμανικού στόλου, πασχίζοντας ακόμη να φυτέψει στις καρδιές των συνέδρων, ότι όσα αναφέρει στις επιστολές του ο Υψηλάντης, είναι οδηγίες και  επιθυμία   του Αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου του Α΄.

Πάνω σ’ αυτά που είπε ο Παπαφλέσσας πρώτος πήρε τον λόγο ο Ανδρέας Ζαΐμης  και  είπε: «πως όλα όσα είπε ο Δικαίος είναι άστατα, απελπισμένα, στασιαστικά, ιδιοτελή και σχεδόν μπιρμπάντικα και αν λάβουμε αυτά ως σωστά, αναμφιβόλως παίρνουμε το έθνος στο λαιμό μας και θα επισύρουμε στα κεφάλια μας το αιώνιο ανάθεμα, επειδή καμιάς λογής θετικότητα υπέρ του ελπιζομένου ισχυρού και υψηλού έργου δεν υπάρχει».

Μετά από την τοποθέτηση αυτή του Ζαΐμη  τα περισσότερα μέλη της Συνελεύσεως συμφώνησαν μαζί του και είπαν πως βέβαια χάνεται το έθνος μας, καθότι τα πάντα είναι όλως διόλου ανέτοιμα.

Ακολούθως  το λόγο έλαβε ο Π. Π. Γερμανός, ο οποίος έθεσε  στον Παπαφλέσσα τα εξής ερωτήματα:

  1. Είναι σύμφωνο όλον το έθνος και θ’ ανταποκριθεί εις τον αγώνα;
  2. Ποίαι είναι αι αναπόφευκται ανάγκαι εις το έργον τούτο; Πόσα εξ αυτών έχομεν, πόσα λείπουν και από πού θα προμηθευθώμεν εκείνα που λείπουν;
  3. Ποία είναι η στρατιωτική δύναμις του έθνους και αν αρκεί δι’ αυτόν τον σκοπόν;
  4. Με ποίον τρόπον πρέπει ν’ αρχίσωμεν και πότε;
  5. Εάν συμφέρει να γίνει προσβολή από όλα τα μέρη ή αλληλοδιαδόχως και πόθεν ν’ αρχίσωμεν;
  6. Έχομεν καμίαν ξένην δύναμιν που να μας συντρέχη εις αυτό το έργον και κατά ποίον τρόπον θα μας συνδράμη, αν το υπόσχεται και εάν είναι βάσιμος η υπόσχεσις;
  7. Εάν αντιδράση εναντίον μας καμία ευρωπαϊκή δύναμις, τι θα κάμωμεν;
  8. Ποίοι είναι εκείνοι που μας οδηγούν, ευρισκόμενοι εις το εξωτερικόν;
  9. Συμφέρει να κατέλθουν εις τον κοινό αγώνα οι εις την Ευρώπην ευρισκόμενοι ομογενείς και μάλιστα οι μορφωμένοι;
  10. Εάν δεν ημπορούμεν ν’ αποκοιμίσωμεν την τουρκικήν διοίκησιν, τι θα κάμωμεν;
  11. Αν πριν αρχίση ο αγών, ανακαλύψη τας ενεργείας μας η εξουσία, πώς θ’ αντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν;

 

Ο Παπαφλέσσας δεν απάντησε με ευκολία στα ερωτήματα αυτά στα οποία απαιτείτο συγκεκριμένη και σαφής απάντηση. Φάνηκε πως δεν τα περίμενε. Αλλά δεν του έλειπε η ετοιμότητα ούτε και η ευκολία να μιλάει για πράγματα ανύπαρκτα. Στη διάρκεια της μακράς προπαγάνδας του και των περιοδειών του για να παρασύρει τους σκλαβωμένους Έλληνες είχε συνηθίσει να λέει και υπερβολές.

Για  την Αρχή της Εταιρείας δεν απάντησε συγκεκριμένα. ΄Αν έλεγε σ’ αυτούς τους ανθρώπους που είχαν την ψυχολογία των αριστοκρατών, ότι μερικοί έμποροι και υπάλληλοι ίδρυσαν την Εταιρεία  και ανέθεσαν την αρχηγία στον Υψηλάντη που προσπαθούσε να κάνει στρατό με τους ενθουσιώδεις εθελοντές της Οδησσού και με όσους Έλληνες βρέθηκαν κατά τύχη στη Μολδοβλαχία, θα  θεωρούσαν ότι εστερείτο σοβαρότητας η  υπόθεση και θα χάνονταν όλα.

Η επιτυχία άλλωστε της Φιλικής Εταιρείας οφείλεται στο  ότι οι ιδρυτές της είχαν την  ευφυή ιδέα να περιβάλουν δια μυστηρίου την Ανωτάτη Αρχή  και να υποθάλπουν έτσι στις ψυχές των Ελλήνων την ελπίδα περί Ρωσικής βοήθειας. ΄Όταν τα πράγματα επέβαλαν να ανασυρθεί ο πέπλος του μυστηρίου, έθεσαν επί κεφαλής άνδρα ο οποίος λόγω της θέσεώς του ενίσχυε την κοινή πεποίθηση, ότι το Έθνος δεν θα  έμενε απροστάτευτο στον αγώνα της ελευθερίας του.

Είπε λοιπόν ο Παπαφλέσσας ακόμη, ότι  πολύ σύντομα η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας, ότι θέληση του Αυτοκράτορα είναι να αρχίσει η Επανάσταση, ότι θα προκληθεί  σοβαρός αντιπερισπασμός από  την εισβολή του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, και ότι ο κατά του Αλή πασά πόλεμος απασχολεί μεγάλο μέρος τούρκικου στρατού.

Όσο για τα εφόδια, βεβαίωσε τους συνέδρους ότι ήδη εστάλη-σαν  στην Ύδρα έτοιμα να χρησιμοποιηθούν τρεις χιλιάδες τουφέκια, τριακόσια βαρέλια μπαρούτι, τριακόσια ξίφη και εξακόσιες  χιλιάδες μετρητά και πως  θα φθάσουν εντός ολίγου και τα προορισμένα για την Πελοπόννησο.

Οι σύνεδροι όταν άκουσαν αυτές τις απαντήσεις και πληροφορίες του Παπαφλέσσα τις θεώρησαν σκόπιμες υπερβολές. Ο Παπαφλέσσας θέλησε να απαντήσει στις διάφορες αντιρρήσεις που εκφράσθηκαν αλλά δεν τον άφηνε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Σύμφωνα με όσα γράφει ο Αμβρόσιος Φραντζής στην Ιστορία του ο Γερμανός άρχισε να λέει φανερά νευριασμένος: Πού πολεμοφόδια; πού όπλα; πού χρήματα πολυάριθμα; πού στόλος εφοδιασμένος; οποίον αρχηγόν έχομεν δια ν’ αντιπαλαίση το τρομερώτατον θηρίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εις περίστασιν μιας εποχής και στιγμής απελπισίας ; οι λαοί μας είναι όχι μόνον άπειροι της οπλοφορίας, αλλά και άοπλοι, δυστυχείς επομένως, και ανίκανοι να προοδεύσουν εις τοιούτον έργον δια το οποίον φέρουν επί του τραχήλου των τοσούτων αιώνων Οθωμανικόν ζυγόν, και επομένως πολλά ολίγοι είναι εκείνοι οίτινες έχουν οπωσούν την πείραν του πολεμείν, αλλά το περισσότερον πλήθος των λαών δεν γνωρίζει καν πώς γεμίζονται τα όπλα, πολλώ μάλλον και να πολεμήση το Οθωμανικόν θηρίον. ας φέρωμεν αδελφοί ενώπιόν μας μίαν στιγμήν την καταστροφήν της Πελοποννήσου τω 1769 μ’ όλον ότι τότε εφάνη και στόλος Ρωσικός, όστις ήταν δείγμα τουλάχιστον ότι έλαβεν ενοχήν η Ρωσική Αυτοκρατορία αλλ’ εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητος έχομεν, δια να πιστεύσωμεν όσα λέγει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;

Ο Παπαφλέσσας κραύγαζε για να καλύπτει τις φωνές του. Αμέσως μετά   άρχισε η λογομαχία μεταξύ του Γερμανού και του Παπαφλέσσα, και ο Γερμανός  φώναξε προς τον Παπαφλέσσα :

-Είσαι άρπαξ, απατεών και εξωλέστατος.

Βέβαια ο Παπαφλέσσας δεν ήταν  από τους ανθρώπους  που υποχωρούν, και απάντησε ότι εάν δεν συμφωνήσουν στις προτάσεις του έχει εντολή από την Αρχή της Εταιρείας να μισθώσει χίλιους Πισινοχωρίτες και Σαμπαζιώτες και άλλους τόσους Μανιάτες και να κηρύξει την Επανάσταση. Και πρόσθεσε:

-Και όποιον πιάσουν οι Τούρκοι χωρίς όπλα ας τον σκοτώσουν.

Όλοι ταράχθηκαν. Γνώριζαν με ποίον είχαν να κάνουν. Ένα κίνημα εντελώς μεμονωμένο όπως αυτό  το οποίο απειλούσε ο Παπαφλέσσας θα ήταν η τελειωτική καταστροφή.

Όταν άκουσαν τους λόγους του Γερμανού και τον αντίλογο του Παπαφλέσσα οι πρόκριτοι, απευθύνθηκαν στον Παπαφλέσσα σύμφωνα με όσα περιγράφει στην ιστορία του ο Φραντζής και του είπαν:

-Γρηγόριε, Γρηγόριε όλας τας προτάσεις σου τας ακούσαμε και αφού σκεφθήκαμε σοβαρότερα, θεωρούμε πως όσα είπες περί του μεγάλου τούτου έργου είναι όλα μηδαμινώτατα και σαθρά. ΄Όλοι οι λόγοι σου και οι προτάσεις σου είναι ως αποτελέσματα απελπισμένα και  έχεις υποχρέωση από όλους εμάς  και από το πολυπαθές ΄Έθνος μας να περιορισθείς μέχρι να λάβουμε περί αυτού του έργου θετικές πληροφορίες πως πρόκειται δηλαδή να προοδεύσει για να μην αποτύχουμε, καθώς δεν υπάρχει αμφιβολία  ότι θα αποτύχουμε εάν βαδίσουμε χωρίς σκέψη και φρόνηση και τότε θα αφανισθεί το δυστυχές έθνος. Εμείς δεν ξεχνάμε  ότι έχουμε προστάτη την θεία  βοήθεια αλλά βλέποντας το πράγμα με ανθρώπινα μέτρα επόμενο είναι να προσέξουμε και να σκεφθούμε φρόνημα, κι αργότερα να βαδίσουμε την οδό του Υψηλού και Ισχυρού τούτου έργου, αλλά όχι με κλειστά μάτια, καθότι δεν γνωρίζουμε αν ολόκληρο το έθνος είναι σύμφωνο γι’ αυτό. Αγνοούμε επίσης  πως  θα δούνε το κίνημα αυτό οι λοιπές Ευρωπαϊκές δυνάμεις και κατά κύριο λόγο οι γειτονικές και τέλος πάντων πρέπει να γνωρίζουμε αν αληθεύει ότι θα μας βοηθήσει  η Ρωσία και ποιος τρόπος είναι ο προσφορότερος σ’ αυτή.

Όταν ο Παπαφλέσσας άκουσε τα όσα είπαν οι πρόκριτοι και τα όσα του πρότειναν κατ’ ουδένα τρόπο επείθετο  όσες και παρατηρήσεις και εάν του έκαναν. Αφού πλέον οι σύνεδροι  είδαν πως όσα κι αν έλεγαν  δεν μετέβαλε γνώμη ο Παπαφλέσσας και αφού εκτίμησαν πως  είναι  ένα ανήσυχο πνεύμα αποφάσισαν να γίνει και Τετάρτη συνεδρίαση.

Εν τω μεταξύ κάποια στιγμή ρίχτηκε  η ιδέα από κάποιους  προκρίτους  να φυλακίσουν τον   Παπαφλέσσα  σε μοναστήρι  και να τον έχουν υπό φρούρηση. ΄Όμως πρυτάνευσε η λογική και η διπλωματία. Βέβαια ο Γιάννης Κορδάτος αναφέρει σαν γεγονός τη σύλληψη και φυλάκιση του Παπαφλέσσα, και την απελευθέρωσή του από μοναχούς του Μοναστηριού, όμως κάτι  παρόμοιο δεν προκύπτει από άλλες πηγές, άλλωστε  δεν θεωρώ ότι θα ήταν δυνατό να συμβεί κάτι παρόμοιο όταν  ο ίδιος ήταν οπλισμένος όσο  και  ο αδελφός του Νικήτας  και οι σύντροφοί του παράστεκαν δίπλα του οπλισμένοι.

  Επειδή οι πρόκριτοι ένιωσαν ότι ήταν αδύνατο να μεταπείσουν τον Παπαφλέσσα, να τον  απομονώσουν  και πολύ περισσότερο να  τον φυλακίσουν  (αφού ο Παπαφλέσσας είχε λάβει τα μέτρα του) κι ήξεραν ότι αν ο Παπαφλέσσας πραγματοποιούσε την απειλή του, θα κινδύνευε η ζωή τους τόσο από τους Τούρκους όσο και από τους  ΄Έλληνες οπλαρχηγούς, άλλαξαν τακτική.

Προσποιήθηκαν ότι δεν έχουν κι αυτοί αντίρρηση για την Επανάσταση και ότι ήθελαν μόνο μια προσωρινή αναβολή της, να τους δοθεί ο χρόνος να στείλουν ανθρώπους στη Ρωσία, στα Νησιά και στον Μητροπολίτη Ιγνάτιο στη Ιταλία να πάρουν σωστές πληροφορίες και να οργανωθούν καλύτερα.

Έτσι ώσπου να έρθουν οι πληροφορίες από τόσο μακρινά μέρη θα περνούσαν αρκετοί μήνες και έτσι θα τους δινόταν η ευκαιρία να εξοντώσουν ή να περιορίσουν τον Παπαφλέσσα και να ματαιώσουν οριστικά την Επανάσταση

Ο Παπαφλέσσας έδειξε πως πείσθηκε. Πρότειναν να γίνει και νέα συνεδρίαση για να ληφθούν οριστικές αποφάσεις. Κατά τη συνεδρίαση αυτή επαναλήφθηκαν οι προσπάθειες για να πεισθεί ο Παπαφλέσσας  και να ησυχάσει.

Έπειτα αποφάσισαν να γράψουν προς τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο να συνεννοηθεί με τον Καποδίστρια και να τους πληροφορήσει εκείνος αν πράγματι η Ρωσική αυλή γνωρίζει το σκοπό της Εταιρείας, αν είναι αποφασισμένη να βοηθήσει τους Έλληνες εν περιπτώσει δυσαρέστου εκβάσεως των πραγμάτων, αν πρόκειται να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Μετά από αυτό αποφασίσθηκε να συνεννοηθούν με τους προκρίτους των νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών προκειμένου να μάθουν τι πληροφορίες έχουν και αυτοί από την Κωνσταντινούπολη , τι σκοπεύουν να κάνουν για την κίνηση των πλοίων τους, πόσα πλοία έχουν διαθέσιμα και πόσα χρήματα  έχουν από εισφορές προς την Εταιρεία.

Την επομένη υπόγραψαν  ένα πρακτικό για την αποστολή του Δημητρίου Τομαρά με επιστολή στον Ιγνάτιο και του Ιωάννη Παπαρηγόπουλου στη Ρωσία με ιδιαίτερη επιστολή στον Καποδίστρια.

Τέλος έγινε μια τελευταία συνεδρίαση κατά την οποία αποφασίσθηκε, να αναχωρήσει αμέσως ο Παπαφλέσσας για την Πατρίδα του όπου να παραμείνει εντελώς ήσυχος,  χωρίς να ενεργεί το παραμικρό.  Νά ανακοπεί κάθε δράση μέχρις  ότου κατέλθει στην Ελλάδα  ο « Προσδοκώμενος» για να παύση ο επικίνδυνος γύρω από  Εταιρεία και την αναμονή της επανάστασης  θόρυβος. Να ληφθούν μέτρα ώστε όταν φθάσει ο Υψηλάντης να μείνει ασφαλής και χωρίς να αναγνωριστεί στην Μάνη ή  στην Πάτρα, όπου θα απεβιβάζετο. Και μόνο όταν έλθει ο αρχηγός να κινηθεί η Πελοπόννησος με τις οδηγίας του, αφού προηγουμένως κινηθούν όλα τα άλλα μέρη της Ελλάδος.

Να γίνουν εισφορές εκ μέρους των εταίρων της Πελοποννήσου και να υποχρεωθεί ο καθένας να καταβάλει και  άλλα πέρα από το ποσό της συνδρομής του  ποσά, να αποταμιεύονται στο Γενικό ταμείο της Εφορίας των Πατρών. Και αν κατά  το διάστημα αυτό δεν κατορθώσουν ν’ αποφύγουν τις υποψίες των αρχών και ζητηθούν στην Τριπολιτσά  οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι, ν’ αποφύγει ο καθένας τους  με οποιαδήποτε πρόφαση να μεταβεί και αν προσκληθούν  και πάλι, να προσπαθήσουν να κρυφτούν και να φροντίσουν μόνον να ευρίσκονται σε επικοινωνία μεταξύ  τους.

 

Εάν καταλάβουν  πως η Διοίκηση δεν  ανακάλυψε την Εταιρεία,  αλλά απλώς υποπτεύεται, τότε να συνεννοηθούν με τους προκρίτους της  Τριπολιτσάς,  Παπαλέξη και τον Θεόδωρο Δεληγιάννη και να ακολουθήσουν τις υποδείξεις τους. ΄Αν όμως πιεστούν από την διοίκηση να μεταβούν στη Τριπολιτσά και δεν υπάρχει άλλος τρόπος υπεκφυγής, τότε «να χτυπήσουν στο λεβέντικο». Δηλαδή να κηρυχθεί η επανάσταση.

 

Εκείνο που αποφασίσθηκε ακόμη ήταν να συνταχθεί ένας κατάλογος των Φιλικών  της Πελοποννήσου και να δώσει ο καθένας  την συνεισφορά του. Αυτή η απόφαση  ήταν η μόνη θα λέγαμε πρακτική ενέργεια που έκανε η Συνέλευση για τον επικείμενο αγώνα και πρώτοι οι σύνεδροι κατέβαλαν  ή υποσχέθηκαν  να καταβάλουν την διάφορα χρηματικά  ποσά.

 

            Σύμφωνα με τον Αμβρόσιο  Φραντζή  ο Π. Πατρών  γράφτηκε για να δώσει στον Ταμία της Εταιρείας Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο 1000 δίστηλα, ο Ανδρέας Ζαΐμης έδωσε 3.000 γρόσια και υποσχέθηκε να καταβάλει άλλα 7.000 γρόσια, ο Χριστιανουπόλεως έδωσε 2.000 γρόσια, ο Σωτήρης Χαραλάμπης 2.500 γρόσια και υποσχέθηκε να στείλει στην Πάτρα 4.500 γρόσια, ο Κερνίτσης Προκόπιος έδωσε 1.500 γρόσια  και υποσχέθηκε να δώσει άλλα  12.500, ο Πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως  Αμβρόσιος έδωσε 2.000 γρόσια, ο δε Ν. Λόντος υποσχέθηκε να εμβάσει στην Πάτρα 4.000 γρόσια.

 

Ακολούθως δόθηκε η εντολή και  εξουσιοδότηση στον Μεγαλοσπηλαιώτη Ιερόθεο να περιοδεύσει και να επισκεφθεί όλους τους εταίρους της Πελοποννήσου και να τους προτρέψει να συνεισφέρουν  όσα χρήματα είχε συμφωνήσει κατά την μύησή του στην Εταιρεία αλλά και ό,τι ακόμη μπορούσε να προσφέρει ο καθένας τους. Αυτά τα χρήματα σύμφωνα με την εντολή  όφειλε να παραδώσει στον Ταμία της Εταιρείας στην Πάτρα, τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο.

Η απόφαση αυτή  των συνέδρων είχε δύο στόχους, να ενισχύσει από την μια  τις προετοιμασίες του αγώνα αλλά και να απομονώσει παράλληλα οικονομικά τον Παπαφλέσσα.

Υπολόγιζαν  και ήλπιζαν  ότι σε  τριάντα, το πολύ σαράντα μέρες, θα είχαν τις απαντήσεις του μητροπολίτη  Ιγνατίου και του Ιωάννη Καποδίστρια και πολύ περισσότερο ήλπιζαν να οδηγηθούν και από όσες πληροφορίες θα έφερνε από τη Ρωσία ο Ιωάννης  Παπαρρηγόπουλος.

Έθεσαν σαν μέρα εξέγερσης την 25η Μαρτίου, εάν φυσικά είχαν ευνοϊκές  απαντήσεις, σε αντίθετη περίπτωση να υπάρξει παράταση μέχρι της 23ης Απριλίου, και ως τελευταία ημερομηνία έθεσαν  την 21η Μαΐου.

Αποφάσισαν ακόμη  να προηγηθεί η κοινοποίηση της εξέγερσης σε όλα τα μέρη της Ελλάδος, ώστε να φανεί η έναρξη εξ όλων των μερών σε  μία και την αυτή ημέρα.

Όμως τα όσα αποφασίσθηκαν στη Συνέλευση έμελλε να παραμείνουν γράμμα κενό περιεχομένου εκτός φυσικά από την διενέργεια του εράνου για την ενίσχυση της εξέγερσης.

Ο Παπαφλέσσας, το καλογεροπαίδι της Πολιανής, ο Μπουρλοτιέρης των ψυχών, σωστός εκτελεστής του σχεδίου που είχε καταρτίσει η Φιλική Εταιρεία για τον ξεσηκωμό του Μοριά, είχε κυριολεκτικώς ξετρελάνει με τα κινήματα τους περισσότερους.

Είναι δίκαιο να σημειώσουμε ότι από τους συνέδρους της Βοστίτσας οι Αιγιώτες πρόκριτοι Λόντος και Μελετόπουλος ήταν εκείνοι που μειοψήφησαν όπως  και οι εκπρόσωποι των Ηλείων σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Χρυσανθακόπουλος  και έκριναν  μετά την εισήγηση του Παπαφλέσσα, ότι ο καιρός είναι κατάλληλος για την  κήρυξη της Επανάστασης .

Ο  Παπαφλέσσας, πιστός στον όρκο του και στις εντολές του Υψηλάντη, συνέχισε τις επαφές του με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Νικήτα Σταματελόπουλο (Νικηταρά). Με τα σώματά τους και με δυνάμεις από την Μάνη που είχαν  ήδη κινηθεί από τις 17 Μαρτίου με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη εισήλθαν στις 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα και την απελευθέρωσαν. Ο Παπαδιαμαντόπουλος, ο Λόντος, ο Ζαΐμης και ο Μπενιζέλος Ρούφος εισήλθαν στην πόλη των Πατρών και κήρυξαν την επανάσταση στις 25 Μαρτίου, ενώ οι επαναστατικές συγκρούσεις είχαν αρχίσει στην πόλη πολλές μέρες νωρίτερα με τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Καρατζά και τους Κουμανιωταίους.

Από τις 21 Μάρτη 600 περίπου ένοπλοι με  τους προκρίτους των Καλαβρύτων Σωτήρη Χαραλάμπη και Ασημάκη Φωτήλα και τους οπλαρχηγούς Νικόλαο Σολιώτη και Βασίλη και Νικόλα Πετμεζά  κινήθηκαν εναντίον της πόλης των Καλαβρύτων την οποίαν και κατέλαβαν μετά από πενθήμερη αντίσταση των ντόπιων μουσουλμάνων.

Ευτυχώς για την Ελληνική Επανάσταση  οι  αποφάσεις της Συνέλευσης της Βοστίτσας δεν τηρήθηκαν. Οι φλογεροί λόγοι του Παπαφλέσσα είχαν συνεγείρει τα πνεύματα των Ελλήνων τα οποία είχαν προετοιμασθεί  και περίμεναν να λάβουν το μήνυμα της εξέγερσης.

Ο Παπαφλέσσας, ο απατεών και εξωλέστατος καλόγερος όπως τον αποκαλεί ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στα απομνημονεύματά του, υπήρξε ο αναμφισβήτητος πρωτεργάτης της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Εάν περίμενε κανείς να αποφασίσουν οι προεστοί και οι κληρικοί την έναρξη της Επανάστασης δεν θα αποφασιζόταν ποτέ, γιατί ποτέ δεν θα ήσαν  ευνοϊκοί όλοι εκείνοι οι παράγοντες στους οποίους υπολόγιζαν.

Την ημερομηνία της κηρύξεως της Επαναστάσεως, δηλαδή την 25η Μαρτίου ή 23η Απριλίου ή 21 Μαΐου, ημέρες μεγάλων Χριστιανικών εορτών ήταν ημερομηνίες που τις είχε ορίσει η  Υπέρτατη Αρχή όπως είχε ανακοινώσει ο Παπαφλέσσας και όχι οι Συνέλευση η οποία δέχθηκε αυτές τις ημερομηνίες,  αφού έτσι θα έπαιρνε μια αναβολή η κήρυξη της Επανάστασης.

Η ιστορία μάς περιέσωσε τις σκέψεις, τις πράξεις και τις αποφάσεις των συμμετασχόντων στη Συνέλευση της Βοστίτσας  και σε εμάς πλέον εναπόκειται να κρίνουμε μέσα από εκείνες τις ιστορικές συγκυρίες   εάν καλώς ή κακώς  σκέφθηκαν  και έπραξαν οι πρόκριτοι και οι  ιεράρχες για την εξέγερση των σκλαβωμένων.

Θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τις συνέπειες οι οποίες προέκυψαν από τη σύναξη εκείνη της Βοστίτσας του Γενάρη του 1821.

Ασφαλώς η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της σύναξης ήταν η επίσπευση της προετοιμασίας και η επαύξηση του αναβρασμού του επαναστατικού.

Μετά τη γνωστοποίηση των αποφάσεων της σύναξης σ’ ολόκληρο το Μοριά άρχισε με κάθε πρόσφορο μέσο και τρόπο η προπαγάνδιση της εξέγερσης και εντατικοποιήθηκε η πολεμική προπαρασκευή της.

Ειδικότερα για τους προκρίτους που είχαν λάβει μέρος στη σύσκεψη αποτέλεσε αφετηρία εντόνου δραστηριότητας.

Ο Φιλήμων αναφέρει πως αμέσως μετά τη συνέλευση οι Καλαβρυτινοί και οι Βοστιτσάνοι πρόκριτοι αύξησαν την ένοπλη φρουρά τους, πράγμα το οποίο δεν διαφεύγει της προσοχής των τούρκων. Ακόμη από εκείνη τη χρονική στιγμή γράφουν επιστολές προς τους Σπετσιώτες όπου τους προσκαλούν να λάβουν και αυτοί μέρος στην εξέγερση.

Ο Ανδρέας Λόντος, ο οποίος είχε αρχίσει και πριν ακόμη από τη συνέλευση τη στρατολογία τώρα την συνεχίζει και ιδρύει μάλιστα και στρατόπεδο στο Διακοφτό.

Ο μεγαλέμπορος της Βοστίτσας Δημ. Μελετόπουλος με το πρόσχημα της  προμήθειας υλικού εμπορίας  αγοράζει πολεμοφόδια και άλλα πολεμικά είδη.

Ο μεγαλοεφοπλιστής της εποχής εκείνης Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος μετά τη συνέλευση έδωσε διαταγή σε όλα τα Γαλαξιδιώτικα καράβια  να μην αποπλεύσουν, αλλά και εκείνα  που ευρίσκονται σε ταξίδια να επιστρέψουν στο λιμάνι .

Ο Σωτήρης Χαραλάμπης μετά τη Συνέλευση αρχίζει κι αυτός  τη στρατολογία.

Ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος από το μήνα Φεβρουάριο εντατικοποίησε την προετοιμασία και συγκρότησε μικρά σώματα από 300 περίπου άνδρες τους οποίους εφοδίαζε με φυσίγγια και πολεμοφόδια τα οποία προμηθεύονταν με δικά του χρήματα από την Πάτρα.

Ο Ιωάννης Παπαδόπουλος ή Μουρτογιάννης γαμβρός του Ασημάκη Φωτήλα,  άρχισε την προμήθεια όπλων  στα Καλάβρυτα .

Ο Αναγνώστης Στριφτόμπολας κατάρτισε στρατιωτικό σώμα από συμπατριώτες του Κλουκινιώτες με δικά του χρήματα.

Ο Ανδρέας Κορδής, ο μετέπειτα χιλίαρχος και σημαιοφόρος στο σώμα του Στριφτόμπολα, άρχισε κι αυτός τις προετοιμασίες  και έθεσε στη διάθεση του σκοπού της Ελευθερίας όλη του την περιουσία. Μάλιστα χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι για την παραλαβή και μεταφορά των πολεμοφοδίων χρησιμοποιούσε τους τρεις ανηλίκους γιους του για να  αποφύγει τις υποψίες των τούρκων.

Ο Νικόλαος Σολιώτης μετά τη Συνέλευση κατελήφθη  από πλήρη επαναστατική ψυχολογική αναστάτωση και ανυπομονησία μήπως πάλι αναβληθεί η εξέγερση, έτσι άρχισε να ενεργεί κατά τρόπο που τον οδήγησε  στο επαναστατικό γεγονός, την επίθεση  εναντίον των Τούρκων στο Αγρίδι Καλαβρύτων.

Εάν δούμε τα πράγματα από γενικότερη σκοπιά, η απόφαση για αναβολή επί δίμηνο της εξέγερσης είχε σαν αποτέλεσμα την καλύτερη προετοιμασία και τον ορθότερο προγραμματισμό του αγώνα.

Εξ άλλου στο δίμηνο αυτό οι όποιοι δισταγμοί των προκρίτων και ιεραρχών παραμερίσθηκαν από τα ίδια τα γεγονότα που επακολούθησαν.

Αντελήφθησαν όλοι πλέον ότι δεν χωράει καμιά πλέον αναβολή, αφού ο Τούρκος αγάς της Πελοποννήσου Μεχμέτ Σαλήχ, αντικαταστάτης του Χουρσίτ, όταν έμαθε τα της Συνελεύσεως προσκάλεσε τους προκρίτους και τους αρχιερείς στην Τρίπολη με τη δικαιολογία πως έπρεπε να συσκεφθούν για σοβαρά ζητήματα της Πελοποννήσου, ενώ όπως ήταν γνωστό σκόπευε να τους κρατήσει ομήρους σε περί-πτωση που θα υπήρχε  εξέγερση των Ελλήνων.

Είχε ήδη αντιμετωπισθεί από τη Συνέλευση αυτό το ενδεχόμενο κι έτσι αρνήθηκαν να  μεταβούν εκεί.

Μετά τη Συνέλευση όλοι οι Έλληνες διακατέχονταν από ανυπομονησία και άρχισαν να εκφράζουν χωρίς κανένα φόβο και καμιά συγκράτηση  τα αισθήματά τους.

Πρέπει τέλος να επισημάνουμε ότι η διάδοση και γνωστοποίηση μεταξύ των υποδούλων των αποφάσεων της Συνελεύσεως στη Βοστίτσα  δημιούργησαν  την αίσθηση ότι πλησιάζει με επιταχυνόμενο ρυθμό η μέρα της εξέγερσης.

Αυτές οι αποφάσεις συνετέλεσαν  πάρα πολύ στο να βρει η Επανάσταση κατά ένα τρόπο συνειδητοποιημένους και εναρμονισμένους τους ηγέτες του λαού προς την ιδέα της εξέγερσης και συνδεδεμένους μεταξύ τους και με το λαό, ώστε τελικώς συνεργαζόμενοι μεταξύ τους να φέρουν τη νίκη.

Παρά τις όποιες διαφωνίες κατά τη διάρκεια της Συνελεύσεως οι σύνεδροι είχαν πλέον συμπαραταχθεί για ένα κοινό σκοπό. Η Επανάσταση δεν ήταν πλέον υπόθεση προσωπικού διαλογισμού  του καθενός εκ των προκρίτων ή ιεραρχών αλλά κοινή δράση και συγκλίνουσα πορεία όλων των επαναστατικών διαθέσεων και η Συνέλευση έπαιξε το  ρόλο του προεπαναστατικού συνδετικού κρίκου και του συνεκτικού δεσμού όλων των φυσικών ηγητόρων του Έθνους.

Πάντως εκείνο που θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα είναι  ότι οι εξελίξεις των γεγονότων που σημάδεψαν την πορεία της Επανάστασης είναι πως, ο Μεγάλος εκείνος Πρωτεργάτης της Επανάστασης απέδειξε όχι μόνο με τα φλογερά του λόγια πως  πίστευε στο σκοπό της Φιλικής Εταιρείας που δεν ήταν άλλος παρά η απελευθέρωση του γένους, αλλά και με την εν γένει δράση του και με τη θυσία του όταν   εγκατέλειψε την καρέκλα του  Υπουργού των Εσωτερικών και της Αστυνομίας  και έφθασε με 300 συντρόφους του στο ιστορικό Μανιάκι να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ και να σβήσει πολεμώντας με το σπαθί στο χέρι στις 20 του Μάη του 1825.

Η Σύναξη της Βοστίτσας, παρά τις όποιες αντιδράσεις, αντιγνωμίες, λογομαχίες, ύβρεις και  καχυποψίες αλλά  και  προσπάθειες  αναβολής  που εκφράσθηκαν και διατυπώθηκαν  ήταν ένα  σημαντικό πολιτικό-στρατιωτικό γεγονός μέσα στην τουρκοκρατούμενη πατρίδα μας.

Το γεγονός της σύγκλησης αυτής της Συνέλευσης που φαινομενικά χαρακτηρίσθηκε μυστική, που οι αποφάσεις της  όμως έγιναν ταχύτατα, ευρύτερα γνωστές κι ακολούθησε μια σοβαρή προετοιμασία της εξέγερσης, σε συνάρτηση με την αποφασιστικότητα που επέδειξε ο Παπαφλέσσας δικαιολογώ με τον τίτλο αυτού του κειμένου. Ήταν όντως Απόφαση Ελευθερίας, η  Σύναξη  αυτή της Βοστίτσας.-