ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ “Το κίνητρό μου να ασχοληθώ με το τραγούδι, ήταν η ανάγκη της έκφρασης μέσω αυτού!”

Τον Θόδωρο τον γνώρισα φυσικά εδώ στην Πάτρα! Πριν ακόμη αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Μου άρεσε η διαύγειά του, η ειλικρίνειά του, ο τρόπος που προσέγγιζε την Τέχνη, σαν κάτι το ακριβό. Έτσι δεν είναι η πρώτη φορά που τα λέμε επαγγελματικά, το αντίθετο. Δεν ξέρω αν είμαι ο πρώτος που τον πρωτοπαρουσίασε προς τα έξω, δεν έχει άλλωστε και τόση σημασία.
Σημασία έχει η εξέλιξη, η πορεία, ο τρόπος που συνεχίζει να κοιτά τα πράγματα με τόση καθαρότητα. Σε μια από τις πρώτες μας συνυπάρξεις η αείμνηστη Ελίζα Μαρέλι μου είχε εμπιστευθεί πόσο σπουδαία φωνή είναι και πόσο μπροστά θα πάει. Όχι μόνο τη δικαίωσε με το παραπάνω, αλλά μόνο κολακευτικά σχόλια ακούω για εκείνον, από το Γιώργο Ανδρέου, τον Παρασκευά Καρασούλο, την Ελένη Τσαλιγοπούλου, την Κορίνα Λεγάκη και τόσους, μα τόσους άλλους. Ναι καμαρώνω για τον Θοδωρή για όσα έκανε και για όλα όσα θα έρθουν και θα είναι πολλά και καλά!
ΝΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Τι σημαίνει για Σένα καλό τραγούδι και πόσο βαρύνει ο λόγος σου στην επιλογή των καινούριων σου τραγουδιών που μπαίνουν στον εκάστοτε δίσκο σου;

Πώς προσδιορίζεις το «καλό»; Δεν υπάρχει το γούστο;

  • Πιστεύω σε μία αιωρούσα αντικειμενικότητα για το τι είναι «καλό». Αυτή προσδιορίζεται με ποικίλα κριτήρια που αφορούν στο μέλος, στο στίχο, στη χρήση των οργάνων και τον τρόπο παιξίματός τους, στην ενορχήστρωση, στον ήχο, στην ερμηνεία και, βέβαια, στο μαγικό εκείνο «κάτι» που σε ηλεκτρίζει και κάνει κάτι σπουδαίο και διαχρονικό.

Αν εξαιρέσεις την πρώτη μου δισκογραφική εργασία, την «Ομπρέλα», που η επιλογή των τραγουδιών και του τρόπου καταγραφής τους έγινε – κυρίως – από μένα, στους δύο επόμενους δίσκους μου («Μικρά μονόστηλα» και «Αόριστος») προηγήθηκε η επιθυμία των δημιουργών να γίνω η «φωνή» τους, ακολούθησε η ακρόαση των τραγουδιών, φτάνοντας στη δίκη μου συμφωνία για την πραγμάτωση του κάθε δίσκου.

“Ο καθένας μας έχει δικαίωμα να επιλέγει, τον τρόπο που θα κυνηγήσει το όνειρό του”

Τα τελευταία δυόμιση χρόνια, που ανήκω στο δυναμικό της Μικρής Άρκτου, έχω την τύχη και την τιμή, η καλλιτεχνική μου πορεία να χαράσσεται, να φωτίζεται από τον Παρασκευά Καρασούλο.

Με μία μοναδική, αληθινή και ανθρώπινη συνεργασία, ο Παρασκευάς, εκτός από φίλος, συνεργάτης και στιχουργός της επόμενης, κοινής μας δισκογραφικής εργασίας με τίτλο «Της ομορφιάς το άγριο φιλί», λειτουργεί και ως παραγωγός μου. Σε αυτή τη σχέση, παραγωγού και ερμηνευτή, η εμπιστοσύνη μου στα κριτήρια, το γούστο και την αισθητική του Παρασκευά είναι η δίκη μου συμβολή και συγκατάθεση στην επιλογή του ρεπερτορίου.

Πότε θα μας έλεγες πως σου γίνεται συνείδηση ότι Εσύ και το τραγούδι είσαστε αναπόσπαστο κομμάτι και θα κινείστε δια βίου μαζί;

  • Η ενασχόλησή μου με το τραγούδι ήρθε, μάλλον, κάπως τυχαία.

Μια φίλη μου από την Πάτρα, καλή τραγουδίστρια, έψαχνε το 2005 μια μπουάτ για να τραγουδήσει. Της πρότεινα το στέκι μου, το ΣΟΛ, και κανονίσαμε με τον ιδιοκτήτη να την ακούσει. Πήγα μαζί της στην ακρόαση, έπαιξα εγώ πιάνο και, όντως, του άρεσε. Μας ζήτησε όμως να παίζω εγώ μαζί της. Έτσι ξεκίνησα, παίζοντας πιάνο, και κάνοντας δεύτερες φωνές. Στην πορεία το τραγούδι με κέρδισε ως ο απόλυτος τρόπος έκφρασής μου, για να φτάσουμε στο σήμερα που είναι το απόλυτο θέλω μου.

Ποια ήταν από την παιδική σου ηλικία τα ακούσματα σου; 

  • Οι δύο “Μάνοι” του τραγουδιού μας (Χατζιδάκις και Λοΐζος) ήταν αυτοί που ξεχώρισα από μικρός, κυρίως λόγω της μελαγχολικής ευαισθησίας των τραγουδιών τους. Μου άρεσε πολύ όμως και ο Μίκης Θεοδωράκης, του οποίου τα τραγούδια αναπτέρωναν το ηθικό μου και μου δημιουργούσαν εκείνο το αγωνιστικό συναίσθημα για πάσα διεκδίκηση αξιών και ιδανικών.

Φυσικά, ως εν δυνάμει τραγουδιστής, θαύμαζα καλλιτέχνες με σπουδαίες φωνές.
Τον Γρ. Μπιθικώτση, τον Στ. Καζαντζίδη, τον Γ. Νταλάρα, τη Β.Μοσχολιού, τη Χ. Αλεξίου, τη Δ.Γαλάνη.
Το πρώτο τραγούδι που ήθελα να ακούω, κάθε φορά που ταξίδευα με τους γονείς μου, ήταν το “Παπάκι” του Νικόλα Άσιμου. Σίγουρα δεν είχα καταλάβει την αξία του και είμαι σίγουρος ότι οι “παιδικές” του αναφορές, κέντρισαν το ενδιαφέρον μου.

Τι θεωρείς περισσότερο ερωτικό σε έναν άνθρωπο και γιατί στα περισσότερα  τραγούδια είναι πονεμένος, απόλυτος, μελαγχολικός;

  • Ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο και, συνήθως, δεν είναι ένα χαρακτηριστικό.

Ποια η γνώμη σου για πολλούς συναδέλφους σου, που επιλέγουν να γίνουν γνωστοί μέσα από κάποιο ριάλιτι κι όχι προσπαθώντας μέσα από ένα τραγούδι, ή μια πιο ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά;

  • Ο καθένας μας έχει δικαίωμα να επιλέγει, με διαφορετικά κριτήρια, τον τρόπο με τον οποίο θα κυνηγήσει το όνειρό του.

Τι θα μου έλεγες πως είναι εκείνο που μπορεί να σου φτιάξει, ή αντίστροφα να σου χαλάσει τη διάθεση, κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου στην Αθήνα;

  • Πολλά πράγματα και γεγονότα μπορούν να φτιάξουν ή να μου χαλάσουν τη διάθεση όταν περπατάω στην Αθήνα, κυρίως στο ιστορικό της κέντρο, και αυτά ποικίλουν αναλόγως των συνθηκών.

Η Τέχνη τι ρόλο έχει στη ζωή μας, στην καθημερινότητα; Καλείται να πρωταγωνιστήσει στο να μας αφυπνίζει, στο να μας ευαισθητοποιεί, να μας ενημερώνει, ή απλώς υπάρχει κι ο καθένας επιλέγει;

  • Το κίνητρό μου να ασχοληθώ με το τραγούδι ήταν η ανάγκη της έκφρασης μέσω αυτού.

Ανάγκη να εκφράσω συναισθήματα, τραγουδώντας για τον έρωτα και την αγάπη, αλλά και ανάγκη για άρθρωση πολιτικού λόγου μέσα από το τραγούδι και τη μουσική, με σκοπό την ευαισθητοποίηση και αφύπνιση του ακροατή για τη συνεχή διεκδίκηση βασικών ιδεών και αξιών (ειρήνη, ελευθερία, παιδεία, ισότητα, ισονομία, δικαιοσύνη).

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν τα βασικά χαρακτηριστικά του ρόλου της τέχνης και του τραγουδιού στη ζώνη μου.

Ποια τα επερχόμενα σχέδιά σου και πόσο σύντομα θα έχουμε καινούριο δισκογραφικό υλικό;

  • Τα επόμενά μου σχέδια, ευτυχώς πια, καταγράφονται σε πρώτο πληθυντικό. Είναι η προσπάθεια η δική μου, του Παρασκευά και των ανθρώπων της εταιρείας να βγει ένας δίσκος για τον οποίο θα είμαστε περήφανοι. Και, βέβαια, ετοιμάζουμε και τις  παραστάσεις που θα τον στηρίξουν, ελπίζοντας να ευδοκιμήσουν οι συνθήκες, τόσο εδώ στην Αθήνα, όσο και στην επαρχία. Και τα όνειρα μας:  σιγά σιγά, να τα βλέπουμε να πραγματοποιούνται. Και σε αυτά, δεν υπάρχει ταβάνι.