Η εικαστικός Κατερίνα Κουνάβη δεν ζωγραφίζει για να καθησυχάσει το βλέμμα. Οι μορφές της λυγίζουν, παραμορφώνονται, εκρήγνυνται πάνω στον καμβά σαν σώματα που κουβαλούν όλο το βάρος μιας εποχής γεμάτης μοναξιά, φόβο και εσωτερική ασφυξία. Μέσα από την έκθεση «Εκρήξεις Εντός», η δημιουργός μετατρέπει τον πόνο, την απώλεια και την ανθρώπινη ευαλωτότητα σε μια βαθιά εξομολογητική εικαστική γλώσσα που δεν αφήνει τον θεατή αμέτοχο. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό “πατρινόραμα hellenic” και στη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου μιλά για την τέχνη ως πράξη αφύπνισης, για τις προσωπικές της καταρρεύσεις που έγιναν χρώμα και για την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει στην πιο αληθινή εκδοχή του εαυτού του.

Στους πίνακές σας η παραμόρφωση μοιάζει περισσότερο με κραυγή παρά με τεχνική επιλογή. Ποια ήταν η προσωπική «έκρηξη» που σας ανάγκασε να ζωγραφίσετε έτσι και όχι αλλιώς;
Η παραμόρφωση γεννήθηκε από την ανάγκη μου να αντέξω το απάνθρωπο του ανθρώπινου είδους. Όταν ο άνθρωπος πιέζεται εσωτερικά – από πόνο, φόβο, απώλειες, έρωτα, μοναξιά, οργή ή θυμό- το σώμα παύει να είναι συμμετρικό. Δεν θέλω να δείξω πως είναι ο άνθρωπος αλλά πως καταρρέει εσωτερικά. Η εξπρεσιονιστική αλλοίωση είναι η άρνηση να σωπάσω. Επειδή δεν αντέχω άλλο να μιλώ χαμηλόφωνα.
Κοιτάζοντας τα έργα σας νιώθει κανείς ότι το σώμα δεν ανήκει πια στον άνθρωπο αλλά στην εποχή του. Πιστεύετε ότι σήμερα έχουμε χάσει την επαφή με τον εσωτερικό μας πυρήνα;
Νομίζω , ότι είναι το βαθύτερο τραύμα της εποχής μας. Το σώμα γίνεται δημόσιο πεδίο κατανάλωσης, εκμετάλλευσης, σκληρότητας και ασέβειας. Πρέπει να είσαι συνεχώς κάτι. Να φοράς μάσκες, να παίζεις ρόλους κρύβοντας τον άνθρωπο. Και τότε εκεί δεν κατοικεί η ψυχή μας , γίνεται πεδίο ασφυξίας και μάχης. Η τέχνη όταν είναι αληθινή δεν ωραιοποιεί τις παραμορφώσεις του αλλά τις φωτίζει.
Στις «Εκρήξεις Εντός» υπάρχει έντονα η σύγκρουση ανάμεσα στην ηδονή και τη θλίψη. Είναι τελικά δύο αντίθετα συναισθήματα ή οι δύο όψεις της ίδιας ανθρώπινης πληγής;
Δεν τα βλέπω ως αντίθετα. Συνυπάρχει η ηδονή που εκφράζει τον φόβο της φθοράς μαζί με τη θλίψη που είναι μνήμη μιας ηδονής. Στις «Εκρήξεις Εντός» η ηδονή δεν εμφανίζεται ως ευτυχία ούτε η θλίψη ως απώλεια αλλά και οι δύο καταστάσεις έχουν κοινή ρίζα την ένταση ότι είσαι ζωντανός και ευάλωτος. Έτσι οι μορφές διαλύονται από απόλαυση και πόνο. Με ενδιαφέρει να μην μπορεί ο θεατής να ξεχωρίσει αν αυτό που τον καίει είναι ο έρωτας, η μνήμη, η απώλεια ή η υπέρτατη ανάγκη του να νιώσει την αλήθεια του.
Οι φιγούρες σας δεν προσπαθούν να είναι όμορφες με την κλασική έννοια σχεδόν προκαλούν τον θεατή να τις αντέξει. Σας ενδιαφέρει περισσότερο να συγκινήσετε ή να ταράξετε τον θεατή μέσα από το έργο σας;
Η αληθινή συγκίνηση προέρχεται από την ταραχή. Ποτέ δεν με απασχόλησε η ομορφιά ως επιβεβαίωση ή παρηγοριά. Δεν θέλω να ταράξω για να σοκάρω, αν δεν υπάρχει η αλήθεια η πρόκληση γίνεται θόρυβος. Θα με ενδιέφερε η στιγμή που ο θεατής αφού αντισταθεί αρχικά, να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του στις ρωγμές των μορφών.
Υπάρχει κάποιο έργο στην έκθεση που σας δυσκόλεψε ψυχικά να ολοκληρώσετε; Ένας πίνακας που αισθανθήκατε ότι σας «ξεγύμνωσε» περισσότερο από όσο θα θέλατε;
Ναι. Υπάρχουν έργα όπου ζωγράφιζα την προσωπική μου κατάρρευση, τον φόβο εγκατάλειψης, την ανάγκη μου για αγάπη ακόμα και την υπαρξιακή μου κόπωση, παρόλο που προσπαθούσα να ελέγξω την κατάσταση ο καμβάς, το χέρι μου δεν δεχόταν την «διόρθωση», την «ισορροπία», απαιτώντας ο πίνακας να είναι πληγή και όχι εικόνα. Όσο πιο δυνατό και βίαιο είναι το χρώμα τόσο πιο πολύ σκοτάδι υπάρχει, μη μπορώντας έτσι να κρύψω τον εσωτερικό μου κόσμο. Οπότε το «ξεγύμνωμα» είναι αναπόφευκτο. Σαν να αφαιρείται το δέρμα και εκτίθενται τα σπλάχνα μου.
Ζούμε σε μια εποχή υπερπληροφόρησης αλλά βαθιάς συναισθηματικής απομόνωσης. Πιστεύετε ότι η τέχνη σήμερα μπορεί ακόμη να λειτουργήσει σαν πράξη αφύπνισης ή έχει καταντήσει απλώς αισθητικό καταφύγιο;
Πιστεύω στην πολιτική δύναμη της τέχνης που σε αναγκάζει να σταθείς, τη στιγμή που υπερπληροφόρηση, η υπερκατανάλωση η λατρεία της ύλης, η μόνιμη «σύνδεση» με το διαδίκτυο, η αφόρητη μοναξιά σε υποδουλώνει, η Τέχνη αποκαθιστά την ανθρώπινη εγγύτητα. Λειτουργεί ως καταφύγιο, χωρίς όμως να κινδυνεύσει να γίνει φυγή και ακολουθεί η αφύπνιση διακόπτοντας την αναισθησία και την ατομικότητα.
Αν ο θεατής έφευγε από την έκθεση κρατώντας μέσα του μόνο ένα συναίσθημα ακόμη κι ένα δυσάρεστο ποιο θα θέλατε να είναι αυτό και γιατί;
Θα ήθελα να κουβαλήσει μαζί του μια ρωγμή. Να νιώσει ως άνθρωπος εύθραυστος, ευάλωτος, σκοτεινός, πονεμένος και να φύγει με μια αίσθηση εγρήγορσης, αφύπνισης και αλήθειας. Θα ήθελα να νιώσει εσωτερικούς κραδασμούς και να μην επιστρέψει στην προηγούμενη αδιαφορία , να πετάξει τα προσωπεία που μας επέβαλλε η καθεστηκυία τάξη.
Ο Alberto Moravia λέει «ξέρεις τι κάνουμε όταν δεν αντέχουμε πια, αλλάζουμε». Κάθε μορφή τέχνης αποτελεί το εφαλτήριο.



