Ο Κώστας Αρζόγλου ανοίγει την καρδιά του στο «Πατρινόραμα – hellenic» και στην δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου, επιστρέφοντας σε ένα είδος που ο ίδιος πρωτοστάτησε πριν από τρεις δεκαετίες, το θρησκευτικό δράμα. Με λόγο βαθύ, καθαρό και ανθρώπινο, ο σπουδαίος ηθοποιός ανακαλεί την πρωτοποριακή εμπειρία του «Ιωάννη του Προδρόμου», τη συνάντησή του με τον Χριστόδουλο, την αισθητική τόλμη που άλλαξε το τοπίο της εποχής, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η πίστη και η υπομονή του Αγίου Νεκταρίου διαμόρφωσαν τη δική του καλλιτεχνική ματιά.
Σήμερα, πιο ώριμος από ποτέ, μιλά για το «θεατρομορφικό» υλικό της αγιοσύνης, για τις αντιφάσεις που γονιμοποιούν την ερμηνεία του και για τη δύναμη ενός θιάσου που λειτουργεί με σεβασμό και αληθινό διάλογο. Και πάνω απ’ όλα, μιλά για εκείνο το μεγάλο «αν» που οδηγεί κάθε δραματική πράξη και κάθε ανθρώπινη πορεία.
Μέσα από αυτή τη συζήτηση, ο Κώστας Αρζόγλου μας προσκαλεί να δούμε την παράσταση όχι μόνο ως θεατρικό γεγονός, αλλά και ως μια βαθιά υπενθύμιση ότι η πίστη , σε αξίες, ανθρώπους, δυνατότητες, μπορεί ακόμη να λειτουργεί λυτρωτικά.

Πριν από τριάντα χρόνια ήσασταν ο πρώτος Έλληνας που σκηνοθέτησε θρησκευτικό δράμα. Πώς θυμάστε εκείνη την εμπειρία και τι σηματοδότησε για εσάς αλλά και για το ελληνικό θέατρο της εποχής;
Θυμάμαι εκείνη την εμπειρία σαν κάτι πολύ έντονο και δημιουργικά πρωτοποριακό. Είχα δίπλα μου εξαιρετικούς ηθοποιούς τον Λιβανό, την Αλιφέρη, τον Ιορδάνου που κράτησε και τον ρόλο του Ιωάννη κι αλλους εξίσου αξιόλογους. Θυμάμαι επίσης τη μεγάλη οντισιόν για τον ρόλο της Ηρωδιάδας· είχαν έρθει πολλές γυναίκες ηθοποιοί γιατί έψαχνα κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Το ανέβασμα ήταν καλαίσθητο από κάθε άποψη: σκηνικά, κατασκευές, κοστούμια, κίνηση. Μπήκε σαν «σφήνα» μέσα στο τότε εμπορικό θέατρο ως κάτι εντελώς ξεχωριστό. Εκείνη την περίοδο είχα γνωρίσει και τον Χριστόδουλο μου είχε πει υπέροχα ανέκδοτα, ήρθε, είδε την παράσταση και του άρεσε πολύ. Ήταν μια στιγμή που άφησε το αποτύπωμά της και σε μένα και στο θεατρικό τοπίο της εποχής.
Πιστεύετε ότι το έργο «Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος» διαμόρφωσε την πορεία σας ως καλλιτέχνη; Και αν ναι, με ποιον τρόπο;
Ναι, γιατί μέσα από τον Άγιο Νεκτάριο, και γενικότερα μέσα από το υλικό των θρησκευτικών έργων, ο καλλιτέχνης έρχεται αντιμέτωπος με κάτι «θεατρομορφικό». Το γεγονός ότι ο Νεκτάριος, για παράδειγμα, κατόρθωσε μέσα από την υπομονή, που ήταν και η δύναμή του, να αγιοποιηθεί μετά θάνατον, έχει από μόνο του μια θεατρικότητα. Αυτή η διαδικασία, η μεταμόρφωση του ανθρώπου μέσω της πίστης και των δοκιμασιών, μπαίνει στη σκηνή και μπορεί να αποδοθεί θεατρικά. Αυτή η συνειδητοποίηση με διαμόρφωσε βαθιά στον τρόπο που βλέπω τη δραματουργία και την ανθρώπινη διαδρομή ενός ρόλου.
Συγκριτικά με τότε, πώς βλέπετε σήμερα το θρησκευτικό θέατρο και τη σχέση του με το κοινό;
Σήμερα βλέπω το κοινό πολύ πιο έτοιμο. Οι άνθρωποι αναζητούν ουσία, στήριξη και νόημα και το θρησκευτικό θέατρο μπορεί να τους το προσφέρει χωρίς διδακτισμό. Έχει ωριμάσει και το είδος και ο θεατής η σχέση είναι πιο αμφίδρομη, πιο αληθινή.
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να συμμετάσχετε στην παράσταση “Άγιος Νεκτάριος – από τη γη στον ουρανό” μετά από τρεις δεκαετίες;
Πάντα αντιμετώπιζα τον Νεκτάριο ως έναν εξαιρετικά σπουδαίο άνθρωπο. Με συγκινεί το πώς κατάφερε να αντέξει όλες τις συκοφαντίες με πίστη και υπομονή. Ως διευθυντής της Ριζαρείου εισήγαγε ακόμη και το ποδόσφαιρο, ένα άθλημα που συχνά παρουσιάζεται ως «αντίπαλο» της Εκκλησίας, ενώ ουσιαστικά η ομαδικότητα που προάγει είναι απόλυτα συμβατή με το πνεύμα της. Όλα αυτά τα στοιχεία, μαζί με την καλλιτεχνική πρόταση, με τράβηξαν ξανά στο θρησκευτικό δράμα και με έκαναν να θέλω να συμμετάσχω.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν ηθοποιό σε ένα έργο με τόσο πνευματικό και ιστορικό βάθος;
Η πρόκληση είναι να αναδείξεις τη θεατρικότητα της ανθρώπινης πορείας χωρίς να τη μετατρέψεις σε υπερβολή ή σε εικόνα αγιοσύνης εκ των προτέρων. Ο Νεκτάριος δεν ήξερε ότι «ανελίσσεται»· αγιοποιήθηκε μετά θάνατον. Αν το γνώριζε εξαρχής, δεν θα υπήρχε καμία θεατρικότητα μόνο καριερισμός. Η δύναμη της υπομονής του μέχρι τέλους είναι που κάνει την ιστορία του δραματουργικά ζωντανή. Και μέσα σε αυτό υπάρχει και η δική μου θέση ως Πατριάρχης Σωφρόνιος: ο πνευματικός του πατέρας που, πιστεύοντας τους συκοφάντες, στράφηκε εναντίον του. Αυτή η ανθρώπινη προδοσία έχει τεράστια δύναμη και ευθύνη για τον ηθοποιό που την υποδύεται.
Πώς η ωριμότητα των τελευταίων χρόνων επηρεάζει τον τρόπο που προσεγγίζετε έναν τέτοιο ρόλο;
Ο τρόπος προσέγγισής μου περνάει μέσα από την είσοδο σε ένα θρησκευτικό κλίμα. Αποδέχομαι εκείνη την πλευρά του εαυτού μου που είναι θρησκευτική και ταυτόχρονα αναζητώ τις αντιφάσεις του έργου. Αυτές οι αντιφάσεις με ελκύουν, με κινητοποιούν και με βοηθούν να χτίσω έναν ρόλο πιο βαθύ και πιο αληθινό.
Ποια στοιχεία της σκηνοθεσίας και της συνεργασίας με την ομάδα συνέβαλαν στην τελική σας ερμηνεία;
Χάρηκα πάρα πολύ που ένιωσα τον τρόπο με τον οποίο οι νεότεροι ηθοποιοί προσεγγίζουν ένα τέτοιο θέμα. Υπάρχει σεβασμός, εμπιστοσύνη, διάλογος και ένα πολύ όμορφο κλίμα. Η καλλιτεχνική ματιά της Κατερίνας Χάσκα … λιτή, προσεκτική, με χώρο για όλους μας, έπαιξε καθοριστικό ρόλο.Επίσης, θέλω να πω κάτι που θεωρώ θεμελιώδες: όλο το θέατρο είναι ένα τεράστιο «αν». Αν δηλαδή ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, τον οποίο υποδύομαι, δεν είχε στραφεί εναντίον του Νεκταρίου πιστεύοντας τις συκοφαντίες, ίσως η ιστορία του Αγίου να είχε πάρει διαφορετική πορεία. Αυτό το «αν» με ιντριγκάρει, με τραβάει, και ζητά τεχνική και ψυχραιμία από τον ηθοποιό για να το υπηρετήσει μέσα στις αντιφάσεις του.
Τι ελπίζετε να νιώσει ή να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Σε κάθε τόπο που παίξαμε ένιωσα ότι ενδυναμώνεται η πίστη του καθενός, όχι μόνο θρησκευτικά, αλλά και ως πίστη στον εαυτό του, στους ανθρώπους γύρω του, στη δυνατότητα της ανθρωπιάς. Αν ο θεατής φύγει παίρνοντας μαζί του αυτή την ενδυνάμωση, θεωρώ πως έχουμε πετύχει κάτι πολύ σπουδαίο.


