Το κλασικό αριστούργημα του Χίτσκοκ “Ο άγνωστος του Εξπρές” προβάλει η Κινηματογραφική Λέσχη της Πάτρας τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, σε επανέκδοση με νέα κόπια. Ένα απολαυστικό και ακαταμάχητο θρίλερ γεμάτο σασπένς, ανατροπές και πολυδιάστατες ψυχαναλυτικές αναφορές.
Σενάριο: Γουίτφιλντ Κουκ, Ζένζι Όρμοντ, Ρέιμοντ Τσάντλερ.
Ηθοποιοί: Φάρλεϊ Γκρέιντζερ, Ρουθ Ρόμαν, Ρόμπερτ Γουόκερ.
Φωτογραφία: Ρόμπερτ Μπρεκς
Μοντάζ: Γουίλιαμ Χ. Ζίγκλερ
Μουσική: Ντιμίτρι Τιόμκιν
Χώρα: ΗΠΑ (Α/Μ)
Διάρκεια: 101΄
Πρώτη προβολή: 7.00 μμ.
Δεύτερη προβολή: 9.30 μμ.
Διακρίσεις: 3 Βραβεία και 2 Υποψηφιότητες
Βραβεία Όσκαρ, 1952, Υποψήφιο για Όσκαρ Φωτογραφίας
Directors Guild of America, 1952, Υποψήφιο Εξαιρετικής Σκηνοθεσίας
National Board of Review, USA 1951, Βραβείο, Top Ten Films
National Film Preservation Board, USA 2021, Βραβείο στην ταινία
Online Film & Television Association 2017, Βραβείο στην ταινία.
Ακαταμάχητο θρίλερ ατμόσφαιρας και σασπένς, αλλά ταυτόχρονα και μία ψυχαναλυτική κινηματογραφική μελέτη με την υπογραφή του μάστερ Αλφρεντ Χίτσκοκ. Σε επανέκδοση με νέες κόπιες.
Ύστερα από μια σειρά εμπορικών αποτυχιών στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ εφάρμοσε την τακτική “run for cover”, όπως την περιγράφει ο ίδιος, επιστρέφοντας σ’ αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Επέλεξε ένα μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ, το οποίο αρχικά διασκεύασε σεναριακά ο Γουίτφιλντ Κουκ (περιέγραψε σαφέστερα το ομοερωτικό στοιχείο και έφερε τον Μπρούνο πιο κοντά στα πρότυπα του χιτσκοκικού κακού), κατόπιν οι Ρέιμοντ Τσάντλερ και Τσέζι Όσμοντ.
“Ο Άγνωστος του Εξπρές” αποτελεί την επιτομή του σασπένς και την καλύτερη έκφραση της χιτσκοκικής θεματικής της μεταβίβασης της ενοχής: Ο Γκάι, διάσημος τενίστας με προβλήματα στο γάμο του, συναντά στο τρένο τον άγνωστό του Μπρούνο (ο Ρόμπερτ Γουόκερ τον μετατρέπει σε έναν αξιομνημόνευτο ψυχοπαθή), ο οποίος του προτείνει μια ανταλλαγή εγκλημάτων. Αυτός θα σκοτώσει τη σύζυγο του Γκάι, η οποία δεν δέχεται να του δώσει διαζύγιο, και ο τενίστας τον καταπιεστικό πατέρα του Μπρούνο. Ο Γκάι αρνείται, αλλά η ενδόμυχη επιθυμία του να ξεφορτωθεί τη γυναίκα του γίνεται μια αμαρτωλή σκέψη που τον καταδιώκει. Από ένα σημείο και μετά συμπεριφέρεται σαν πραγματικός ένοχος (ο αμαρτήσας με τη σκέψη), με τον Μπρούνο να αποτελεί το άλλο μισό –το σκοτεινό, το αρνητικό– μιας και μοναδικής, αλλά διχασμένης συνείδησης.
Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ βασίζεται ελαφρά στο πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, «Strangers on a Train», αλλά δεν επιθυμεί να το μεταφέρει αυτούσιο στην μεγάλη οθόνη. Όπως και τελικά απορρίπτει τη διασκευή που του έγραψε ο Ρέιμοντ Τσάντλερ (ο 8ος συγγραφέας που προσέγγισε για την μεταφορά, όπου ανάμεσα στους υπόλοιπους ήταν και οι Τζον Στάινμπεκ και Ντάσιελ Χάμετ). Κι ενώ το όνομα του Τσάντλερ παρέμεινε στους τίτλους, λόγω συμβολαίου, η άγνωστη τότε Τζένζι Ορμόντ και η γυναίκα του Χίτσκοκ, Άλμα, ήταν αυτές που σκάρωσαν τη βερσιόν που επικράτησε. Το πρόβλημα ήταν ότι, τόσο η Χάισμιθ, όσο κι ο Τσάντλερ δεν του έδιναν το φινάλε που ήθελε. Ειδικά ο Τσάντλερ είχε μία πολύ εγκεφαλική εμμονή με την τιμωρία, ενώ ο μάστερ του τρόμου προτιμούσε να σταθεί στην ψυχαναλυτική διάσταση της ίδιας της ενοχής και να παρασύρει το κοινό στο σασπένς του κυνηγητού. Στο παιχνίδι ανάμεσα σε μια σατανική γάτα κι ένα φιλόδοξο ποντίκι. Στις δυαδικές αντιθέσεις που όλοι κρύβουμε μέσα μας: την πάλη του καλού και του κακού, του φωτός και του σκότους, της τάξης και του χάους.

