Της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου
«Μπομπ Ντίλαν» των αγροτών χαρακτήρισε σε πολυσέλιδο αφιέρωμά του, τον Έλληνα συνθέτη Θωμά Μπακαλάκο, το «Περιοδικό» της εφημερίδας «Εθνικός Κήρυξ» , που καταγράφει την ιστορία της ελληνικής Διασποράς.

Τα έργα του μάλιστα, απασχόλησαν κορυφαίους ξένους μελετητές σε Διεθνές Συνέδριο Μουσικολογίας με θέμα : «Μουσικές νουβέλες του Θωμά Μπακαλάκου».
Αποτέλεσαν, έτσι την αφορμή .να παρουσιάσει ο δρ. μουσικολογίας Απόστολος Παληός τη “μουσική πρόταση” του συνθέτη, ως επιστημονική μουσική ανακοίνωση, στο διεθνές μουσικολογικό συνέδριο της Τιφλίδας στη Γεωργία, που προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον των συνέδρων και ευρύτατο διάλογο. Το σχετικό άρθρο του δόκτορα δημοσίευσαν δύο ξένα μουσικολογικά περιοδικά. (Το σχετικό λινκ: https://gesj.internet-academy.org.ge/en/list_artic_en.php?b_sec=muz&issue=2021-07).
«Ο λόγος που επέλεξα να προβάλω το έργο του Μπακαλάκου και τη μουσική του πρόταση», υπογραμμίζει ο δρ. μουσικολογίας Απόστολος Παληός, « είναι διότι στη σημερινή εποχή της άκρατης παγκοσμιοποίησης, το αίτημα του συνθέτη ο σύγχρονος διεθνοποιημένος άνθρωπος να επαναπροσεγγίσει, μέσω της διαχρονικότητας της τέχνης τις πολιτισμικές του ρίζες και την προέλευσή του, είναι επιτακτικό.»

«Ο συνθέτης αυτό οραματίζεται να το επιτύχει μέσω της σύνθεσης έργων λόγιας μουσικής, τα οποία έχουν ισχυρό το αποτύπωμα της εθνικής ταυτότητας, χρησιμοποιώντας ως κύριο άρμα του αφ’ ενός τη λαϊκή μούσα, δηλαδή την τεράστια δεξαμενή του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού και αφετέρου την Ελληνική Μουσική Γλώσσα, η οποία απορρέει από την ελληνική Ομιλούμενη Γλώσσα, δηλαδή τη δημιουργία μουσικών λέξεων, μουσικών μοτίβων, τα οποία αποδίδουν τη μελισματική και ρυθμική διάρθρωση της ελληνικής γλώσσας του λόγου. Τράβηξε πάρα πολύ το ενδιαφέρον των παρευρισκόμενων στο συνέδριο διότι η μουσική πρόταση του Μπακαλάκου μπορεί να απευθυνθεί και να έχει εφαρμογή στη μουσική κάθε λαού, κάθε έθνους.»
«Με αυτόν τον τρόπο οι ακροατές πετυχαίνουνε μια ψυχική και συναισθηματική σύζευξη, γιατί είναι κάτι που μιλά απευθείας στο συλλογικό ασυνείδητο και την πολιτιστική τους μνήμη και έτσι γίνονται κοινωνοί μιας κοινής μουσικής κοινότητας, πραγματοποιώντας κοινά μουσικά ταξίδια, όπως άλλωστε προβάλλει ο συνθέτης.»
«Στην ανακοίνωση αναφέρθηκα στην Εθνική Σχολή Μουσικής,» διευκρινίζει ο κ. Παληός, « στο πότε δημιουργήθηκε, ποιοι ήταν οι εκπρόσωποι, τι πρέσβευαν. Στη συνέχεια αναφέρθηκα στο ότι οι συνθέτες διεθνοποιήθηκαν, δηλαδή στράφηκαν προς τις σύγχρονες τεχνοτροπίες, επομένως απομακρύνθηκαν από την ελληνική παράδοση και πολλά χρόνια, πολλές δεκαετίες μετά έρχεται ο Μπακαλάκος, ο οποίος προβάλλει αυτό το αίτημα της επαναχρησιμοποίησης του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, για δημιουργία όμως έργων λόγιας μουσικής. Ωστόσο διαφοροποιείται από την εθνική σχολή, ότι η εθνική σχολή ενσωμάτωσε την παράδοση με κάποιο στοιχείο έτσι απομίμησης και εξωτισμού και πιο επιφανειακά, ενώ ο Μπακαλάκος προτείνει να δημιουργηθεί μια ολόκληρη μουσική γλώσσα, δηλαδή τα μουσικά μοτίβα να απορρέουν μέσα από τη γλώσσα και όχι απλά με το να πάρει μια απλή μελωδία. Επομένως θα έλεγα ότι είναι πιο βαθιά η προσέγγισή του».»
Ο Θωμάς Μπακαλάκος αποτελεί μια ξεχωριστή μορφή της ελληνικής μουσικής σκηνής, ένας καλλιτέχνης που με τα τραγούδια του έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο στίγμα , παρά το γεγονός ότι δεν εντάχθηκε ποτέ πλήρως σε συγκεκριμένες μουσικές τάσεις, πολιτιστικές «ομάδες» ή εμπορικές επιταγές . Με αφετηρία τα «Αγροτικά» του 1975 που το πνεύμα τους θυμίζει έντονα τον Μπομπ Ντίλαν, ο Θωμάς Μπακαλάκος χρησιμοποιεί την τέχνη του για να αφηγηθεί ιστορίες, να προκαλέσει προβληματισμούς και να εμπνεύσει αλλαγή, υμνώντας τη ζωή των αγροτών, τις δυσκολίες, τις χαρές και τις ελπίδες τους. Σήμερα 50 χρόνια μετά το 1975 η μουσική του συνθέτη, ριζωμένη στην ελληνική παράδοση, είναι διαχρονική και παραμένει επίκαιρη, αγγίζοντας ζητήματα που αφορούν όλους μας.
Γεννήθηκε ο 1948 στο μικρό χωριό Κυψέλη της Καρδίτσας .
«Ήμουν ένα παιδί που είχα κλίση προς στη μουσική», λέει ο Θωμάς Μπακαλάκος, « και τραγουδούσα πολύ καλά τα δημοτικά τραγούδια, ενώ κάποιοι βυζαντινοί ύμνοι έφερναν δάκρυα στα μάτια μου. Επίσης ήμουν καλός και στα μαθηματικά. Μικρός στα καφενεία έβγαζα το λουκουμάκι μου και με τις δύο αυτές ικανότητες. Τα παππούδια μετά την πρέφα, με ανεβάζανε στο τραπέζι σταυροπόδι να τους πω κάποιο επιτραπέζιο τραγούδι. Τα σουξέ μου γι’ αυτούς ήταν το «Κίνησε η Όλγα μας πρωί ενώ όταν έπιανα το Ζέψε Ασιμούλα μ’ τ’ άλογα» δάκρυζαν κάποιοι παππούδες και εγώ μαζί τους. Άλλοτε πάλι με βάζανε να κάνω δύσκολους λογαριασμούς και απορούσαν πώς έβρισκα το αποτέλεσμα.»
«Επίσης μεγάλο ρόλο έπαιξε», συνεχίζει, «στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου και στη μουσική μου πορεία, το γοητευτικό ταξίδι στην πλούσια ελληνική μουσική παράδοση, η οποία με προσδιόρισε ως μουσικό στη νεότητά μου, ως συνθέτη στην ωριμότητά μου και σε όλη μου τη ζωή ως ερευνητή, για να πετύχω, ύστερα από πολύχρονη πρωτογενή έρευνα, τη διατύπωση του «Ελληνικού Μηχανισμού Σύνθεσης Μουσικών Έργων» (Ε.Μ.Σ.Ε.Μ), για τη δημιουργία πρωτότυπων και μοντέρνων μουσικών έργων, με ιδιότητες και χαρακτηριστικά που τα καθιστούν έργα ελληνικά, για να τα καταλαβαίνουν οι Έλληνες, να τα σέβονται οι ξένοι και να αρέσουν σε όλους του φίλους της μουσικής όπου γης.»
«Έζησα κοντά στους καλλίφωνους στους γονείς μου, που ήταν δουλευταράδες και καλοί άνθρωποι. Δε χόρταινα να τους ακούω να μιλούν και να τραγουδάνε, ενώ μουσική άκουγα και στην ομιλία τους. Και τότε για πρώτη φορά είπα μέσα μου ότι η γλώσσα μας τραγουδάει. Όταν κάποια φορά άκουσα ένα χωριανό μας να λέει στο συνομιλητή του «πες τα καημένε μου τραγουδιστά τι θέλεις να πεις για να σε καταλάβω» είπα ότι καλά κατάλαβα και εγώ ότι η γλώσσα μας τραγουδάει. Και όταν στην εφηβεία μου στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, διάβασα τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο να αναφέρεται στο λογώδες μέλος της ομιλίας, αφενός μεν το πίστεψα και αφετέρου κατάλαβα ότι για μένα, από εδώ και πέρα ξεκινάει το ταξίδι μου στη μουσική.»


