Ο γνωστός δικηγορος Στέλιος Σούρλας επισημαίνει: “Δικαστική παρωδία η δίκη του Ιησού “

 Συνέντευξη στον Σωτήρη Γεωργίου.
Ο δικηγόρος Στέλιος Σούρλας που μεταξύ άλλων ειδικεύεται και στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, εδώ και μερικά χρόνια έχει ξεκινήσει αρχικά με αρθρογραφία, μια νομική προσέγγιση στην δίκη του Ιησού μας. Με αφορμή και το Πάσχα, εμείς μιλήσαμε μαζί του για το θέμα αυτό και το κατά πόσο η δίκη αυτή ήταν δίκαιη ή κατέληξε μια παρωδία εις βάρος του Θεανθρώπου. Και ο κ. Σούρλας στέκεται στις παρατυπίες που σημειώθηκαν και εξηγεί γιατί ήταν μια παράνομη δίκη και δικαστική δολοφονία (;). Μάλιστα σε λίγο καιρό αναμένεται να κυκλοφορήσει και το σχετικό βιβλίο το οποίο έχει συγγράψει.

    -Κ. Σούρλα  πως ξεκινήσατε αυτή την προσπάθεια;

“Μια Μ. Πέμπτη που ήμουν στην Εκκλησία μου ήρθε η ιδέα λόγω και της διπλής ιδιότητας που έχω και ως δικηγόρος αλλά και θεολόγος ,να γράψω κάτι για το Θείο Δράμα που με έχει συγκλονίσει. Καθότι μιλάμε για μια δικαστική παρωδία που δεν έχει προηγούμενο. Ο άνθρωπος δίκασε τον Πλάστη, τον Θεό του, τον Δημιουργό του. Είναι το μέγιστο δείγμα αχαριστίας που μπορεί να επιδειχθεί στην ιστορία του ανθρώπου. Και αυτό έγινε κατά τη διαδικασία που ο Θεός για την αγάπη του για τον άνθρωπο, ήρθε για να τον λυτρώσει από τα δεσμά που είχε περιπέσει και ως ανταπόδωση του ανθρώπου στην ανυπέρβλητην Θείαν αγάπη ήταν να τον σταυρώσουν, αφού τον βασάνισαν πρώτα. Η δίκη του Ιησού μας ήταν μια παρωδία. Υπήρχαν πολλές δικονομικές ακυρότητες που ο κόσμος αγνοεί. Στην εποχή εκείνη για παράδειγμα θανατική ποινή σπάνια επιβάλλοταν. Το βιβλίο που ετοιμάζω έχει να κάνει με την δίκη του Ιησού και είναι η πρώτη προσπάθεια στην σύγχρονη εποχή .Παλιότερα είχαν γίνει μελέτες και άντλησα και από εκεί υλικό”.

Στην συνέχεια ο κ. Σούρλας μας παραθέτει χαρακτηριστικά σημεία από την μελέτη του και εξηγεί την δικαστική παρωδία στην δίκη του Θεανθρώπου μας.

Προκειμένου κάποιος να μπορέσει να έχει πλήρη και σφαιρική εικόνα του ιστορικού θέματος το οποίο μελετά, βασική προϋπόθεση είναι να γνωρίζει ποιο ήταν το κλίμα της εποχής. Για να μιλήσουμε συνεπώς για τη Δίκη του Ιησού, οφείλουμε να καταδείξουμε τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν την εποχή εκείνη στην περιοχή. Ειδικότερα, το Ισραήλ, λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του επίγειου βίου του Θεανθρώπου Ιησού ευρίσκετο ήδη από το 63 π.Χ. υπό Ρωμαϊκή κυριαρχία καθότι το είχε καταλάβει ο Ρωμαίος Στρατηγός Πομπήιος ενώ το 33 μ.Χ. Αυτοκράτορας Ρώμης ήταν ο Τιβέριος (16 Νοεμβρίου 42 π.Χ. – 16 Μαρτίου 37 μ.Χ.), έπαρχος της Ιουδαίας ο Πόντιος Πιλάτος (26-36 μ.Χ.) και τετράρχης της Γαλιλαίας ο Ηρώδης Αντίπας 4 μ.Χ. 39 μ.Χ.)[1].

Το τι άνθρωπος υπήρξε ο Πόντιος Πιλάτος μας το περιγράφει ο Ελληνόφωνος ιστορικός και φιλόσοφος Φίλων ο Ιουδαίος στο σύγγραμμα του ΄΄Πρεσβεία προς Γαϊον΄΄[2] όπου τον χαρακτηρίζει ως αδίστακτο και σκληρό άνθρωπο, ΄΄Την φύσιν ακαμπής και μετά του αυθάδους αμείλικτος΄΄ και τούτο μάλιστα υπήρξε η αιτία πάμπολων αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ Ρωμαίων και Ιουδαίων. Η ιστορική αυτή αλήθεια έρχεται να κλονίσει την πεποίθηση της κοινής γνώμης περί ενός άμοιρου Πόντιου Πιλάτου ο οποίος δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά απ΄ότι έπραξε όσον αφορά την καταδίκη του Ιησού Χριστού και να επιρρώσει τον ισχυρισμό ότι εν πλήρη συνειδήσει προχώρησε στην υπογραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού.

Η δομή της Δικαιοσύνης των Εβραίων

Η βάση της δικαιοσύνης των Εβραίων είναι η Μωσαϊκή νομοθεσία η οποία άρχεται από τον Μωϋσή και εντεύθεν καθότι το πολίτευμα των Εβραίων ήταν καθαρά Θεοκρατικό. Τα Εβραϊκά δικαστήρια διακρίνονταν στα Κατώτερα, τα Ανώτερα και το Ανώτατον ήτοι το Μέγα Συνέδριον (αρχικώς ονομάζονταν Γερουσία) το οποίο είχε θέση Ακυρωτικού όπως σήμερα είναι στην Ελληνική Δικαιοσύνη ο Άρειος Πάγος[3].Τα κατώτερα ήταν Μονομελή, Τριμελή και Επταμελή ενώ τα ανώτερα διακρίνονταν σε επταμελή και εικοσιτριαμελή ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο το Μέγα Συνέδριο αποτελούνταν από 71 ή 72 μέλη ή κατ΄άλλους από 120 μέλη.[4] Το Μέγα Συνέδριο συνέρχονταν αποκλειστικά και μόνον από την Ανατολή του Ηλίου μέχρι και τη Δύση αυτού, εκτός των ημερών της αργίας και κάθε απόφαση για κακούργημα η οποία λαμβάνονταν νύχτα ήταν άκυρη[5]. Οι δικαστές επιλέγονταν από τους νομομαθείς και από τις ευπορώτερες τάξεις και κυρίως από την ανώτατη ιερατική αριστοκρατία λόγω της ανώτερης τους μόρφωσης και της τέλειας γνώσεως της Εβραϊκής γλώσσας.

Ήταν αυστηρά Εβραϊτικής καταγωγής και ώριμης ηλικίας. Τα μέλη του Μ. Συνεδρίου αποτελούνταν από τους Αρχιερείς ή άρχοντες[6], οι οποίοι ήταν αντιπρόσωποι της ανώτατης ιερατικής και σαδδουκαϊζούσης αριστοκρατίας[7], από τους Γραμματείς[8] (όπως ο Νικόδημος) οι οποίοι ήταν και ο εκπρόσωποι του Φαρισαϊσμού και από τους Πρεσβύτερους[9] οι οποίοι ήταν αντιπρόσωποι του λαού από τους πιο πλούσιους και επισημοτέρους οίκους. Εισαγγελέας δεν υπήρχε και την κατηγορία απήγγελνε είτε ο ρητορικότερος είτε ο νεώτερος των δικαστών. Ομοίως δεν υπήρχαν δικηγόροι αλλά την υπεράσπιση αναλάμβανε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή επιφόρτιζαν κάποιον είτε από τους ακροατές ή φίλο ή συγγενή του ο οποίος ανέβαινε στην έδρα και αγόρευε από εκεί. Ο λόγος του λαμβανόταν υπόψιν μόνον εάν ήταν προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Κάθε κατηγορία έπρεπε να αποδεικνύεται από δύο (2) τουλάχιστον ή και τρεις (3) μάρτυρες, ενώ εάν επρόκειτο να επιβληθεί θανατική ποινή τότε θα έπρεπε οι μαρτυρίες αυτές να είναι «ίσαι» δηλαδή να συμφωνoύν απόλυτα μεταξύ τους ακόμη και στις λεπτομέρειες «Ούκ εμμενεί μάρτυς είς μαρτυρήσαι κατά ανθρώπου κατά πάσαν αδικίαν και κατά πάν αμάρτημα και κατά πάσαν αμαρτίαν, ήν εάν αμάρτη΄ επί στόματος δύο μαρτύρων και επί στόματος τριών μαρτύρων στήσεται πάν ρήμα».Το πόσο σημαντική θεωρεί την ταυτόσημη μαρτυρία το Δευτερονόμιο φαίνεται και από το γεγονός ότι σε άλλο σημείο επαναλαμβάνει «Επί δυσί μάρτυσιν ή επί τρισί μάρτυσιν αποθανείται ο αποθνήσκων΄ούκ αποθανείται εφ΄ενί μάρτυρι».[10] Απαγορεύονταν επίσης η βίαιη μεταχείριση του κατηγορουμένου ενώ το Μ. Συνέδριο απαγορεύονταν να εκδώσει την ίδια μέρα δύο θανατικές καταδίκες.

Οι δικονομικές παραβάσεις της δίκης του Ιησού

Πάμπολες, σχεδόν αναρίθμητες οι δικονομικές παραβάσεις οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του Ιησού. Μπροστά σε αυτές τις οφθαλμοφανείς παραβάσεις και υπό την πέση της Διεθνούς κατακραυγής , οι ίδιοι οι Εβραίοι σε μία αξιέπαινη προσπάθεια, φαινομενικής τουλάχιστον εκφράσεως συγνώμης, προέβην τον Ιούλιο του 1931 στην Ιερουσαλήμ σε επανάληψη της δίκης του Ιησού. Συνήλθε δηλαδή Ιουδαϊκό Δικαστήριο για να ξανακρίνει υπό μορφή Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, τον Ιησού. Στο δικαστήριο αυτό προήδρευε ο Dr. Veldeissel ο οποίος έκρινε τον Ιησού αθώο και αδίκως καταδικασθέντα. Οι δικονομικές παραβάσεις που έλαβαν χώρα στη δίκη του Ιησού είναι οι εξής:

1.     Παρόλο που απαγορεύονταν να εκδοθή αυθημερόν καταδικαστική απόφαση παρά μόνον αθωωτική, εντούτοις για τον Χριστό εξεδόθη αυθημερόν καταδικαστική.[11]

2.     Η σύλληψη του Ιησού έγινε χωρίς ένταλμα από το Συνέδριο[12] το οποίο μάλιστα είχε συνεδριάσει πρόσφατα δύο φορές πριν τη σύλληψη του Ιησού, το απόγευμα της Τρίτης στο ανάκτορο του Καϊάφα με κάθε επισημότητα αφού σε αυτό παρίστατο και ο αρχηγός της φρουράς του ναού καθώς και άλλοι αξιωματούχοι.[13]Σε αυτό το Συνέδριο εμφανίστηκε ο Ιούδας για να κάνει την προσφορά του.[14]Επίσης την Πέμπτη το απόγευμα λίγο δηλαδή πριν τη σύλληψη του Χριστού και στο οποίο μάλιστα πήγε ο Ιούδας αφού έφυγε στη μέση του Μυστικού Δείπνου. Σε κάθε περίπτωση και τα δύο αυτά Συνέδρια ήταν άκυρα καθώς και οι αποφάσεις τους γιατί είχαν λάβει χώρα μετά τη Δύση του Ηλίου. Επομένως και αν τυχόν εξέδιδαν αυτά τα δύο συνέδρια εντάλματα συλλήψεως, άκυρα θα ήταν και αυτά αλλά ουδεμία ιστορική μαρτυρία περί εκδόσεως εντάλματος συλλήψεως του Χριστού από Συνέδριο υπάρχει.

3.     Ο Ιησούς δικάζεται από αναρμόδιο Δικαστή τον πρώην Αρχιερέα Άννα σε παράνομη σύγκληση του Συνεδρίου το οποίο λίγες ώρες πριν είχε λήξει η επίσης παράνομη – καίτοι μετά τη δύση του Ηλίου – συνεδρίαση, απόγευμα Μ. Πέμπτης  προς Μ. Παρασκευή.

4.     Δικάζεται παρανόμως τη νύχτα ενώ έπρεπε ημέρα.

5.     Δικάζεται σε κατά τόπον αναρμόδιο μέρος ήτοι την οικία του Άννα.

6.     Δεν είχε την απαραίτητη απαρτία καθότι απαιτούνταν τουλάχιστον 23 από τα 71 τα οποία όμως δεν υπήρχαν.

7.     Για τη σύγκληση του Μέγα Συνεδρίου απαιτούνταν άδεια από τον Ρωμαίο Επίτροπο η οποία επίσης δεν υπήρχε.

8.     Την δίκη έπρεπε να ξεκινήσουν 2 τουλάχιστον μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι έπρεπε να προϋπάρχουν, οι οποίοι όμως δεν προϋπήρχαν αλλά γινόταν προσπάθειες να εξευρεθούν εκείνη τη στιγμή.

9.     Δεν υπήρχε ούτε υπεράσπιση ,αλλά ούτε κλήθηκαν μάρτυρες υπερασπίσεως

10.  Η συνεδρίαση έγινε κεκλεισμένων των θυρών ενώ κανονικά έπρεπε να είναι δημόσια.

11.  Παραβιάστηκαν οι δικονομικές αρχές της Δημοσιότητος, της αρχής καλή τη πίστη διεξαγωγής της δίκης «Ού πορεύσει δόλω εν τω έθνει σου»[15]και η αρχή της επί μαρτυρικής καταθέσεως μαρτύρων στηρίξεως της καταδίκης.[16]

12.  Λαμβάνεται καταδικαστική απόφαση μόνο με βάσει την ομολογία του κατηγορουμένου κάτι το οποίο απαγορεύονταν.Μοναδική περίπτωση εξαιρέσεως στην Π.Δ. είναι αυτήν όπου ο Ιησούς του Ναυή ως Αρχιστράτηγος του Ισραήλ τιμώρησε με θάνατο τον στρατιώτη Αχάν ο οποίος παρέβηκε την εντολή του αφού πήρε λάφυρα . Η θανάτωση του στρατιώτου βασίστηκε μόνο στην ομολογία του αλλά δεν αποτελεί νομολογία υπέρ της ομολογίας ως μοναδικού μέσου στηρίξεως καταδικαστικής αποφάσεως καθότι δύναται να θεωρηθεί ως απόφαση εκτάκτου στρατοδικείου εν καιρώ πολέμου όπως συμβαίνει και σήμερα.[17]

13.  Στη δεύτερη δίκη υπό του Καϊάφα την ημέρα, ο Καϊάφας συμμετέχει παρανόμως διότι ο ενεργών ως Εισαγγελέας Καίάφας θα έπρεπε να είναι αμερόληπτος όπως όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί, αυτός όμως δεν είναι αφού προηγουμένως είχε εκδηλωθεί και ενήργησε ως κατήγορος κατά του Ιησού στην παρόλα ταύτα άκυρη δίκη – καθότι έγινε νύχτα.[18]

14.  Ο Καϊάφας ενώ εξέτασε τους μάρτυρες κατηγορίας και διαπίστωσε ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν η νόμιμη κατά το Δευτερονόμιο τώρα παρακάμπτει τους μάρτυρες και προχωρά σε εξέταση του κατηγορουμένου ενώ κανονικά έπρεπε να αθωώσει τον Ιησού και να λήξει η δίκη.

15.  Ορκίζει τον Ιησού κάτι το οποίο απαγορευόταν από τον Μωσαίκό νόμο.

16.  Η ετυμηγορία γίνεται διά βοής και ταυτοχρόνως ενώ κανονικά οι νεώτεροι δικαστές έπρεπε να ψηφίσουν πρώτοι και κατόπιν οι γηραιότεροι προκειμένου να μην επηρεαστεί η κρίση τους. Μάλιστα ο Καϊαφας σκίζει τα ρούχα του από ΄΄αγανάκτηση΄΄ λαμβάνοντας έτσι πρώτος απόφαση και προκαταλαμβάνοντας και επηρεάζοντας την ψήφο όλων των υπολοίπων οι οποίοι ψηφίζουν μάλιστα δημόσια.

17.  Ενώπιων του Πιλάτου οι ίδιοι οι Αρχιερείς και Γραμματείς οι οποίοι ήταν οι δικαστές του Ιησού στη δίκη των Εβραίων διατυπώνουν την πολιτική κατηγορία και συνάμα βεβαιώνουν αντί μαρτύρων το περιεχόμενο αυτής.

18.  Αρμόδια για τη διατύπωση πολιτικής κατηγορίας είναι η Ρωμαϊκή αρχή και όχι το Συνέδριο και οι Εβραίοι.

19.  Ο Πιλάτος παρόλο που αναγνωρίζει την αθωώτητα του Ιησού εντούτοις τον μαστιγώνει και παρόλο που ανακοινώνει την αθωότητα του και μετά από αυτήν η δίκη λαμβάνει τέλος, εντούτοις ανακαλεί αυτήν και ξανασυνεχίζει τη δίκη αρκετές φορές. Μεταβάλλει δηλαδή την ετυμηγορία χωρίς μάλιστα να μεσολαβήσει εύλογος αιτία προς τούτο δηλαδή κάποια μαρτυρία. Απλώς και μόνο ο Πιλάτος ενέδωσε στις πιέσεις και απειλές των Εβραίων.

20.  Ο Πιλάτος εφαρμόζει το αναγνωρισμένο από τη Ρώμη έθιμο των Εβραίων κάθε Πάσχα να απολύει έναν κατάδικο σε μία περίπτωση στην οποία δεν έχει εφαρμογή. Κι αυτό διότι το έθιμο αυτό έπρεπε να εφαρμόζεται μεταξύ δύο καταδικασμένων, ο ένας ήταν ο Βαραββάς, ο Ιησούς όμως μόλις είχε αθωωθεί οπότε δεν έπρεπε να υποβληθεί καν σε αυτή τη διαδικασία.

21.  Ο Πιλάτος παραβίασε τη νομοθεσία του Ιούλιου Καίσαρα η οποία ίσχυε την εποχή εκείνη του Ιησού και η οποία απαγόρευε τα βασανιστήρια ακόμη και αν είχε επιβληθεί η θανατική καταδίκη.

22.  Ο Ιησούς δικάστηκε και καταδικάστηκε με μία κατηγορία για την οποία δεν προβλεπόταν ποινή πουθενά στην Π. Διαθήκη καθότι δεν υπήρχε σαφής νόμος και κατά συνέπεια ούτε και παράβαση αυτού. «Ού δε ούκ έστι νόμος, ουδέ παράβασις»[19], «αμαρτία δε ούκ ελλογείται μη όντος νόμου»[20], «χωρίς γάρ νόμου αμαρτία νεκρά».[21]

23.  Οι δίκες κανονικά διεξάγονταν κατά τη διάρκεια της ημέρας και οι αποφάσεις τους είτε ήταν αθωωτικές, είτε καταδικαστικές, μπορούσαν να εκδοθούν μέχρι και τις νυκτερινές ώρες. Αυτό ίσχυε για αδικήματα που δικάζονταν και δεν προβλεπόταν η ποινή του θανάτου ή προβλεπόταν η ποινή του θανάτου όμως η απόφαση ήταν αθωωτική. Εάν προβλέπονταν ποινή θανάτου και αυτήν ήταν καταδικαστική απαγορεύονταν αυτήν να εκδοθεί αυθημερόν αλλά μετά από τρεις ημέρες ενώ η απόφαση για τον Ιησού ήταν και καταδικαστική και εξεδόθη αυθημερόν. Γι αυτόν το λόγο απαγορεύονταν να γίνει δίκη παραμονή του Σαββάτου ή παρανομή εορτής.[22]Μάλιστα κατά τη διάρκεια της ημέρας η οποία μεσολαβούσε προκειμένου να εκτελεστεί η θανατική ποινή οι δικαστές νήστευαν και προσεύχονταν προκειμένου να σκεφτούν καλύτερα αν έπραξαν κάποιο λάθος και αν τούτο συνέβαινε να το διόρθωναν την επόμενη ημέρα ανακαλώντας την απόφαση τους.[23]Μάλιστα από τη στιγμή της συλλήψεως μέχρι και την σταύρωση του Χριστού μεσολάβησαν μόνο 18 ώρες[24], δείγμα της βιασύνης και του δόλου των.

24.  Κατά τη μεταγωγή του καταδίκου προς τον τόπο της εκτελέσεως της ποινής προηγείτο ένας κήρυκας ο οποίος φώναζε και έλεγε «ο δείνα, υιός του δείνα μέλλει να λιθοβοληθεί διά το τάδε ή τάδε αδίκημα, το οποίον διέπραξε. Ο δείνα ή η δείνα εμαρτύρησε κατ αυτού. Εάν τίς γνωρίζει τι ευνοίκόν δι΄ αυτόν, άς υπάγη να καταθέση υπέρ αυτού».[25] Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην περίπτωση του Ιησού.

25.  Δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των ψευδομαρτύρων του Ιησού.

[1]Θεώνη Λαλιώτη, Η δίκη του Ιησού, ΄΄Το χρονικό της σκευωρίας΄΄.

[2]Φίλων ο Ιουδαίος, Πρεσβεία προς Γαϊον.

[3]Μ. Κοντοστάνου, σελ.207.

[4]Λ. Φιλιππίδου, μν. Εργ. Σελ. 443 επ. Βλ. επίσης και Μ. Κοντοστάνου, σελ. 208.

[5]Λ. Φιλιππίδου, μν. Εργ. Σελ. 526.

[6]Πραξ. Γ΄17, δ΄5, 8, 26, ζ΄17, 35, ιγ΄27, ιδ΄5, ιστ΄19.

[7]Ιωσηπ. Ιουδ. Αρχαιολογ. ΙΗ΄1,4.

[8]Παναγ. Μπρατσιώτου, «Συμβολή εις την Βιβλικήν Ιστορίαν, Αθήναι 1918, 25.

[9]Ματθ. Κζ΄41, Μαρκ. Ια΄27, ιδ΄43, ιε΄1. Πραξ. δ΄5.

[10]Δευτερον. 17, 6. Μισνά Μακκοθ. Ι.7.

[11]Λ. Φιλιππίδου, σελ. 458.

[12]Λ. Φιλιππίδου, σελ. 530.

[13]Θ. Σταυρουπούλου, σελ. 406 , Λουκ. 22,4.

[14]Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, Μία Θεοστυγνής συμπαιγνία, Καισαριανή 2014, σελ. 30-31.

[15]Λευιτ. Ιθ΄16.

[16]Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, Μία Θεοστυγής συμπαιγνία, Καισαριανή 2014, σελ. 35.

[17]Ιωάννου Χ. Αγαπίδου, σελ. 106.

[18]Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, Μία Θεοστυγής συμπαιγνία, Καισαριανή 2014, σελ. 37, Προς Ρωμαίους  4,15.

[19]Προς Ρωμαίους  5,13.

[20]Προς Ρωμαίους  7,8.

[21]Παναγιώτης Μπούμης, Αναψηλάφηση της δίκης του Ιησού και της (αυτο)καταδίκης του Ιουδαϊκού λαού, Αθήνα 2012, εκδόσεις Ρ.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 108-111.

[22]Μισνά, Συνέδριον IV, 1,Ιωάννου Χ. Αγαπίδου, σελ. 73-74.

[23]Μισνά Συνέδριον, V. 5.

[24]Ιωάννου Χ.Αγαπίδου, σελ. 127-128.

[25]Μισνά Συνέδριον, V 1.1.

*Ο Στυλιανός Σούρλας είναι Δικηγόρος Παρ΄ Αρείω Πάγω. Έχει MSc Ιατρικού Δικαίου, Βιοηθικής & Ευθανασίας, Ιατρικής Α.Π.Θ. Ακόμα κατέχει MSc Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου και είναι Πτυχιούχος Θεολογικής Σχολής A.Π.Θ.

*Αναδημοσίευση από ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΤΡΙΝΟΡΑΜΑ Τεύχος Απριλίου 2022.