Γεώργιος Μποτώνης σκηνoθέτης στο «π» η αλήθεια δεν είναι μία, είναι ό,τι αντέχεις να πιστέψεις

Μετά τη θερμή υποδοχή, η παράσταση «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε» του νομπελίστα συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλλο από τη θεατρική ομάδα εκπαιδευτικών Πάτρας Ρωγμή συνεχίζει τη δυναμική της πορεία στο θέατρο Επίκεντρο. Η ανταπόκριση του κοινού από την πρώτη στιγμή της πρεμιέρας επιβεβαιώνει τη διαχρονική δύναμη του έργου και τη ζωντανή του συνομιλία με το σήμερα, καθώς οι θεατές γεμίζουν την αίθουσα για να παρακολουθήσουν μια παράσταση που ακουμπά βαθιά στις σύγχρονες ανησυχίες. Οι προγραμματισμένες παραστάσεις στις 1, 2, 3 και 8, 9, 10 Μαΐου δίνουν την ευκαιρία σε ακόμη περισσότερους να βιώσουν μια θεατρική εμπειρία που ισορροπεί ανάμεσα στο μυστήριο, την ειρωνεία και την ανθρώπινη αγωνία.

Σε μια εποχή όπου η αλήθεια μοιάζει να διασπάται σε πολλαπλές εκδοχές και η πραγματικότητα αμφισβητείται διαρκώς, το εμβληματικό έργο του Πιραντέλλο αποκτά νέα ένταση και επικαιρότητα. Η σκηνοθετική ματιά του Γεωργίου Μποτώνη εστιάζει στην ανθρώπινη εμμονή για αποκάλυψη, στα όρια της ηθικής και της ιδιωτικότητας, αλλά και στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό που διατρέχει τις σχέσεις των προσώπων. Η κοινωνία ως σύνολο μετατρέπεται σε παρατηρητή και ταυτόχρονα σε δικαστή, αναζητώντας απαντήσεις που ίσως δεν υπάρχουν ή που δεν της ανήκουν.

Η δημοσιογράφος Ευτυχία Λαμπροπούλου συνομιλεί με τον σκηνοθέτη Γεώργιο Μποτώνη για το “Πατρινόραμα hellenic”, φωτίζοντας τις προθέσεις, τις αναζητήσεις και τις προκλήσεις πίσω από αυτή την παράσταση. Μέσα από τη συζήτηση αναδύεται όχι μόνο η σκηνική προσέγγιση ενός σπουδαίου έργου, αλλά και ένας βαθύτερος προβληματισμός για τη σύγχρονη κοινωνία, για την ανάγκη κατανόησης και για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ορίζει τη δική του αλήθεια.

 

Το έργο του Πιραντέλλο, γραμμένο το 1917 παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Πώς συνομιλεί η δική σας παράσταση με μια εποχή όπου η αλήθεια μοιάζει πιο σχετική και αμφισβητούμενη από ποτέ;

Το προνόμιο στα μεγάλα κείμενα, όπως αυτό του Πιραντέλλο είναι ότι και μόνο να ακουστούν, έχει επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Το συγκεκριμένο έργο, πέραν της σχετικότητας της αλήθειας την οποία πραγματεύεται (το κάνει σχεδόν σε όλα του τα έργα ο συγγραφέας), αναφέρεται επίσης και στο κατά πόσο αυτή εξαρτάται από τις προσωπικές αντιλήψεις, όπως και μέχρι ποιού σημείου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος  προκειμένου να την ξεσκεπάσει. Οπότε η ομάδα επικεντρώθηκε στο να προβάλλει το κακό που μπορεί να προκαλέσει η ανθρώπινη εμμονή να αποκαλύψει την ‘’αλήθεια’’, ειδικά όταν αυτή ξεπερνά τα όρια της ηθικής και της ιδιωτικότητας, όταν η κοινωνία μετατρέπεται σε αγέλη. Κι επειδή αυτό μπορεί ακουστεί κάπως βαρύ, επιλέξαμε να προβάλλουμε την κωμική πλευρά της αλαζονικής στάσης του ανθρώπου να ανακαλύψει την αλήθεια και το σκληρό πρόσωπο – αντίκτυπο που έχει για εκείνους που υφίστανται την πίεση να την αποκαλύψουν. Στη σημερινή λοιπόν εποχή, που καλώς ή κακώς καθορίζεται από τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, η αλήθεια μοιάζει να βυθίζεται ολοένα πιο βαθιά κι εμείς καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε εαυτούς και αντιλήψεις ακόμα περισσότερο.

Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η σύγκρουση διαφορετικών εκδοχών της πραγματικότητας. Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά ή ερμηνευτικά αυτή τη λεπτή ισορροπία χωρίς να προδώσετε το μυστήριο;

Μοιραστήκαμε αρχικά προσωπικές μας εμπειρίες κι έπειτα στραφήκαμε προς τα έξω. Στον κόσμο, σε ότι συμβαίνει σήμερα και μιλήσαμε για τη σκληρότητα, την απομόνωση, τον εγωισμό αλλά και την πίεση που μπορεί να επιδέχεται ένας άνθρωπος, ένας λαός, ένα κράτος από τους γύρω του, τον διπλανό του, τον ισχυρότερο, από εκείνον που τελικά νομίζει πως κατέχει την ‘’αλήθεια’’. Οπότε όταν μοιράστηκαν οι ρόλοι και συμφωνήθηκε να υπηρετήσει  ο καθένας από την πλευρά του, ότι ακριβώς αντιλαμβάνεται, υποστηρίζει και πρεσβεύει, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να επέλθει η σύγκρουση, χωρίς ταυτόχρονα να προδοθεί το μυστήριο. Φαίνεται αυτό άλλωστε από τις αντιδράσεις του κοινού.

Η τοπική κοινωνία μετατρέπεται σχεδόν σε δικαστήριο, αναζητώντας απαντήσεις για τις ζωές των άλλων. Πόσο σύγχρονο θεωρείτε αυτό το φαινόμενο της κοινωνικής περιέργειας και δημόσιας έκθεσης;   

Πιο σύγχρονο δεν γίνεται. Τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, διότι έχει κι άλλο. Όσο το κοινό μπορεί να παίρνει θέση για οποιοδήποτε θέμα βρίσκεται στο προσκήνιο, χωρίς να έχει τις περισσότερες φορές το υπόβαθρο να στηρίξει τη γνώμη του, παρόλα αυτά να υπερασπίζεται δογματικά την άποψή του, θα προκύπτουν μόνιμα δικαστήρια και κοινωνικά σύνολα έτοιμα να κατασπαράξουν το ένα το άλλο. Ειδικά τώρα, που η πληροφορία διαχέεται με ταχύτητα, οπότε γίνεται και συντομότερη η σύνταξη των δυνάμεων ενάντια σε ότι δεν είναι αρεστό. Κι ένα παραπάνω εδώ, στον τόπο μας, όπου γαλουχήθηκε να αναπτύσεται μέσω της ‘’αμφισβήτησης’’.

Οι χαρακτήρες της κυρίας Φρόλα και του κυρίου Πόνζα φέρουν δύο αντικρουόμενες αλήθειες. Πώς δουλέψατε πάνω στην ανθρώπινη πλευρά αυτών των προσώπων πέρα από το αίνιγμα που εκπροσωπούν;

Κοιτάξτε, οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τραγικά πρόσωπα. Όχι με την κλασική έννοια της αρχαίας τραγωδίας αλλά από την αδυναμία της επικοινωνίας με τους άλλους. Από την μη κατανόηση των γύρω τους, να τους αφήσουν να ζήσουν όπως εκείνοι επιθυμούν, όπως έχουν συμφωνήσει, όπως έχουν ισορροπήσει. Οπότε αναπόφευκτα, όπως ανέφερα προηγουμένως, το στοίχημα ήταν από τους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τους ρόλους αυτούς, να υποστηρίξουν μέχρι τέλους την προσωπική τους αλήθεια ή την ΄΄ψευδαίσθηση΄΄ αν θέλετε που τους διακατέχει. Προσεγγίσαμε τους ρόλους  δουλεύοντας τη μέθοδο ‘’Στανισλάφσκι’’, μέσω δηλαδή προσωπικών εμπειριών και σταθήκαμε επίσης στη ψυχολογική  πίεση – βία που επιφέρει η κατάσταση την οποία βιώνουν.

Το έργο φωτίζει την κοινωνική υποκρισία και την ανάγκη των ανθρώπων να κρίνουν.

Ποια στοιχεία αυτής της νοοτροπίας θεωρείτε ότι επιβιώνουν αναλλοίωτα μέχρι σήμερα; Όσο υπάρχουν άνθρωποι που ‘’νομίζουν΄΄ πως κατέχουν την αλήθεια, τόσο περισσότερο θα ζουν με τις ψευδαισθήσεις τους, κρίνοντας ως γνώστες τους άλλους που σίγουρα δεν γνωρίζουν, όπως οι ίδιοι.  Οπότε θεωρώ πως είναι λίγο δύσκολο να απαλλαχτούμε από την κοινωνική υποκρισία και τη διάθεση να κρίνουμε τους άλλους. Πόσο περισσότερο σήμερα, που έχουμε εθιστεί να δημιουργούμε επίπλαστες πραγματικότητες προκειμένου να επιδείξουμε το πόσο καλά φαινόμαστε, άσχετα εάν αυτό δεν συμβαίνει.

Τι επιθυμείτε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας απαντήσεις ή περισσότερα ερωτήματα;

Είναι στο μυαλό μου μια επαναλαμβανόμενη αμφίδρομη διαδρομή η συγκεκριμένη σκέψη – ερώτημα. Έχει υπάρξει στιγμή που αναρωτήθηκα για κάτι, το οποίο στην ουσία ήταν η απάντηση σε ότι έψαχνα και το ανάποδο. Να δώσω την απάντηση που ουσιαστικά γέννησε ένα ερώτημα για το παρακάτω. Οπότε, θα ευχηθώ να προκύψει ένα από τα δύο ή και τα δύο στους θεατές μας.

Αν έπρεπε να συνοψίσετε με μία φράση γιατί το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» αφορά άμεσα τον σημερινό θεατή, ποια θα ήταν αυτή;

Θα δανειστώ μια φράση από τον Πιραντελλικό ήρωα του έργου μας, Λαμπέρτο Λαουντίζι. ‘’Έχετε λυσσάξει να μάθετε τι κάνουν οι άλλοι, τι ακριβώς συμβαίνει, ενώ αυτό που λέω εγώ είναι ότι πρέπει να σέβεστε κι εκείνο που βλέπουν και αγγίζουν οι άλλοι’’.