Ο συγγραφέας δημοσιογράφος και εκδότης “Συρτάρι” Πάνος Αντωνόπουλος συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου στο περιοδικό “πατρινόραμα-hellenic” και ξεδιπλώνει μια πορεία που ισορροπεί ανάμεσα στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Μέσα από την ειλικρινή του αφήγηση αναδεικνύεται η βαθύτερη ανάγκη για δημιουργική έκφραση και η σταδιακή μετάβαση σε έναν χώρο όπου ο λόγος δεν περιορίζεται αλλά απελευθερώνεται. Η ίδρυση του εκδοτικού οίκου “Συρτάρι” έρχεται ως φυσική συνέχεια αυτής της διαδρομής και ως μια συνειδητή επιλογή να υπηρετηθεί η μικρή φόρμα με συνέπεια και αισθητική. Σε μια εποχή όπου οι αναγνωστικές συνήθειες μεταβάλλονται διαρκώς η επιμονή στην ποιότητα και στο ουσιαστικό περιεχόμενο αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η συζήτηση φωτίζει τις δυσκολίες αλλά και τη χαρά της δημιουργίας και αναδεικνύει τον ρόλο του ανεξάρτητου εκδότη που επιμένει να δίνει χώρο σε φωνές με λόγο ύπαρξης και ουσία.

Κοιτώντας πίσω στην πορεία σας, από τη δημοσιογραφία μέχρι τη δημιουργία του Συρτάρι, ποια στιγμή ήταν η πιο καθοριστική για να πιστέψετε ότι ανήκετε τελικά στον χώρο του βιβλίου;
Καταρχάς σας ευχαριστώ θερμά για το βήμα και τη φιλοξενία. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ουσιαστική ερώτηση, στην οποία θα μπορούσα να απαντήσω εκτενώς, καθώς αφορά σε μια πορεία με πολλές προσωπικές επιλογές. Αν θα ξεχώριζα ένα καθοριστικό σημείο, αυτό θα ήταν η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι ο δημοσιογραφικός λόγος ακολουθεί έναν συγκεκριμένο τρόπο απόδοσης, ο οποίος, σε προσωπικό επίπεδο, άρχισε να μου δημιουργεί ένα αίσθημα περιορισμού. Αντίθετα, η λογοτεχνία μου προσέφερε εξαρχής, από τα παιδικά μου ακόμη χρόνια, έναν χώρο ελευθερίας, όπου μπορούσα να γράφω χωρίς κανόνες και να δημιουργώ τους δικούς μου μυθοπλαστικούς κόσμους. Κομβικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έπαιξε επίσης το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εκεί ήρθα σε συστηματική επαφή με το θεωρητικό υπόβαθρο της λογοτεχνίας και με ένα ευρύ φάσμα κειμένων, από τα κλασικά έως τα σύγχρονα. Δεν αφορούσε τόσο σε μεθοδολογία της γραφής, όσο σε μια ουσιαστική εμβάθυνση στον τρόπο που λειτουργεί η λογοτεχνία ως μορφή σκέψης και έκφρασης. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η ενασχόλησή μου με το βιβλίο δεν ήταν απλώς μια επιλογή, αλλά μια σχεδόν φυσική εξέλιξη.
Υπήρξε ποτέ στιγμή που σκεφτήκατε να τα παρατήσετε, ειδικά στην αρχή της πανδημίας; Και αν ναι, τι ήταν αυτό που σας κράτησε;
Δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή που να σκέφτηκα να τα παρατήσω, ούτε καν στην αρχή της πανδημίας. Αντιθέτως, εκείνη η περίοδος συνέπεσε με την εκκίνηση του εκδοτικού οίκου. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρξαν δυσκολίες ή στιγμές προβληματισμού. Ιδίως όταν επιλέγεις να ασχοληθείς με βιβλία που δεν απευθύνονται στο ευρύ κοινό ή δεν θεωρούνται εμπορικά, όπως η ποίηση ή τα διηγήματα, είναι αναπόφευκτο να αναρωτηθείς για τη βιωσιμότητα και την πορεία αυτής της επιλογής. Ωστόσο, κάθε φορά που ένα βιβλίο ολοκληρώνεται αυτό το αίσθημα ανασφάλειας υποχωρεί και στη θέση του έρχεται η χαρά της δημιουργίας.
Ο εκδοτικός οίκος Συρτάρι επιμένει στη μικρή φόρμα. Είναι αυτό μια εκδοτική ταυτότητα που ήρθε συνειδητά ή προέκυψε μέσα από την εμπειρία;
Η έμφαση στη μικρή φόρμα αποτελεί μια συνειδητή εκδοτική επιλογή. Από την αρχή αναζητούσα τον τρόπο με τον οποίο ένα νέο εκδοτικό σχήμα θα μπορούσε να συνομιλήσει ουσιαστικά με τις σύγχρονες συνήθειες ανάγνωσης, ιδίως της νεότερης γενιάς. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ανάγνωση έχει επηρεαστεί έντονα από τα ψηφιακά μέσα. Αυτό, βεβαίως, δεν αφορά μόνο τους νεότερους, αλλά, σε έναν βαθμό, όλους μας. Η επιλογή της μικρής φόρμας ωστόσο δεν έγινε για να «απλοποιήσει» τη λογοτεχνία ή να την προσαρμόσει σε μια λογική ταχύτητας και κατανάλωσης. Αντιθέτως, στόχος ήταν να αξιοποιήσει δημιουργικά αυτούς τους νέους τρόπους πρόσληψης, χωρίς να χάνει το βάθος και την ποιότητά της.
Ποια είναι τα βασικά κριτήρια με τα οποία επιλέγετε νέους συγγραφείς για ένταξη στον κατάλογό σας;
Το ίδιο το κείμενο είναι, χωρίς αμφιβολία, το βασικό κριτήριο για την ένταξη ενός βιβλίου στο εκδοτικό μας πρόγραμμα. Αναζητούμε έργα που έχουν λόγο ύπαρξης, που είτε επιχειρούν να πουν κάτι νέο, είτε επανέρχονται σε διαχρονικά θέματα με έναν σύγχρονο τρόπο γραφής. Δεν πρόκειται μόνο για το «τι» λέγεται, αλλά και για το «πώς». Παράλληλα, το εκδοτικό μας πρόγραμμα δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε πρωτότυπα έργα. Περιλαμβάνει και κλασικά κείμενα που μπορούν να αποκτήσουν μια νέα πνοή στο σήμερα. Θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε ουσιαστικά προς το μέλλον χωρίς να συνομιλούμε με τις απαραίτητες βάσεις, τη γνώση και τα μαθήματα των δημιουργών που προηγήθηκαν. Επίσης, συχνά, το πρόγραμμα μας εμπλουτίζεται και μεταφράσεις σύγχρονων κειμένων.
Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να στηριχθεί εμπορικά ένα βιβλίο ποίησης ή μια συλλογή διηγημάτων;
Αναφέρεστε σε δύο λογοτεχνικά είδη που, πράγματι, δεν θεωρούνται εύκολα εμπορικά. Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει σε καμία περίπτωση τη σημασία τους. Αντιθέτως, η ποίηση, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί μία από τις υψηλότερες μορφές λογοτεχνικής έκφρασης, ενώ και το διήγημα –η μικρή φόρμα γενικότερα– είναι ένα απαιτητικό είδος, που χρειάζεται ακρίβεια, πυκνότητα και ουσιαστική γνώση της τέχνης της γραφής. Ένα καλό ποίημα ή ένα επιτυχημένο διήγημα δεν είναι απλώς η καταγραφή μιας ιστορίας ή ενός συναισθήματος. Είναι μια κατασκευή που οφείλει να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και, τελικά, να τον συγκινεί. Οι δυνατότητες που προσφέρουν τα νέα μέσα και οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν δημιουργήσει ένα διαφορετικό τοπίο. Ακόμη και η αποσπασματική παρουσίαση και η άμεση επικοινωνία με το κοινό μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, βοηθώντας τόσο την ποίηση όσο και τα διηγήματα να βρουν τον δρόμο τους προς τον αναγνώστη.
Παρατηρείτε ότι οι Έλληνες αναγνώστες στρέφονται περισσότερο σε ξένους συγγραφείς. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτή η τάση;
Πρόκειται για μια σκέψη που με έχει απασχολήσει αρκετά. Είναι γεγονός ότι και στο δικό μας εκδοτικό πρόγραμμα έχουμε εντάξει έργα ξένων συγγραφέων και διαπιστώνουμε πως, σε αρκετές περιπτώσεις, η εμπορική τους πορεία είναι πιο δυναμική σε σχέση με αντίστοιχα ελληνικά. Θεωρώ ότι αυτή η τάση σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την επιθυμία του αναγνώστη να έρθει σε επαφή με νέες αφηγηματικές φωνές και να γνωρίσει νέα πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η λογοτεχνία λειτουργεί, άλλωστε, και ως ένα παράθυρο προς άλλους κόσμους. Από την άλλη πλευρά, δεν θα έλεγα ότι πρόκειται για μια απόλυτη διαπίστωση. Η ελληνική λογοτεχνία διαθέτει σημαντικές φωνές.
Ποιος είναι ο ρόλος ενός μικρού ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου μέσα στο σημερινό, ανταγωνιστικό εκδοτικό τοπίο;
Στον «ωκεανό» της σύγχρονης εκδοτικής παραγωγής, όπου πράγματι δραστηριοποιούνται πολλές εκδοτικές επιχειρήσεις, κάθε φωνή έχει τη δική της αξία. Ο ρόλος κάθε εκδοτικού οίκου είναι να ξεχωρίσει σε ταυτότητα και συνέπεια. Η επιμέλεια, η αισθητική, η συνοχή του καταλόγου και η καθαρότητα της εκδοτικής γραμμής είναι στοιχεία που διαμορφώνουν αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης. Στην περίπτωση των Εκδόσεων Συρτάρι, η συνειδητή –ίσως και τολμηρή– επιλογή να εκδίδουμε συστηματικά ποίηση, διηγήματα και νουβέλες μας έχει δικαιώσει, ακριβώς επειδή βασίζεται σε μια σαφή εκδοτική πρόταση.
Επιλέγετε να δουλεύετε με μικρά τιράζ και επανεκδόσεις. Είναι αυτή μια στρατηγική επιβίωσης ή μια πιο συνειδητή εκδοτική στάση;
Οι συνθήκες της αγοράς, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, πράγματι επιβάλλουν μια πιο συγκρατημένη και προσεκτική διαχείριση των τιράζ και των ανατυπώσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για είδη που δεν χαρακτηρίζονται από υψηλή εμπορικότητα. Η ειδοποιός διαφορά μας, όμως, βρίσκεται στη δέσμευσή μας απέναντι στους συγγραφείς και στο αναγνωστικό κοινό: επιδιώκουμε τα βιβλία μας να παραμένουν διαθέσιμα και ζωντανά στον χρόνο, όχι μόνο για ένα σύντομο διάστημα, αλλά για όσο εξακολουθούν να συνομιλούν με τον αναγνώστη. Είτε μέσα από τα βιβλιοπωλεία είτε μέσω του δικού μας δικτύου, η παρουσία τους δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι πρόσκαιρο. Αυτή η προσέγγιση, πιστεύω, συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους: εκδότη, συγγραφέα και αναγνώστη.
Στα μελλοντικά σας σχέδια περιλαμβάνονται νέες μεταφράσεις κλασικών έργων, Τι μπορεί να προσφέρει μια νέα μετάφραση σε ένα ήδη εμβληματικό έργο;
Κυρία Λαμπροπούλου, σας ευχαριστώ θερμά για την ερώτηση, γιατί μου δίνει την ευκαιρία να υπενθυμίσω πως η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, όπως έχει επισημάνει και ο Roland Barthes. Μια νέα μετάφραση ενός κλασικού έργου δεν έρχεται να αντικαταστήσει τις προηγούμενες, αλλά να συνομιλήσει μαζί τους. Μπορεί να αποδώσει το έργο σε μια πιο σύγχρονη γλώσσα, ιδίως όταν πρόκειται για κείμενα που δεν έχουν μεταφραστεί εδώ και πολλά χρόνια.
Η συζήτηση με τον Πάνο Αντωνόπουλο αφήνει ως παρακαταθήκη την πίστη ότι το βιβλίο εξακολουθεί να αποτελεί έναν ζωντανό και ανθεκτικό χώρο έκφρασης. Μέσα από τις επιλογές και τη στάση του αναδεικνύεται η σημασία της συνέπειας της αισθητικής και της ουσιαστικής σχέσης με το κείμενο και τον αναγνώστη. Σε έναν κόσμο που κινείται με ταχύτητα η επιμονή στη λεπτομέρεια στη σκέψη και στη λογοτεχνική πυκνότητα λειτουργεί ως αντίσταση αλλά και ως πρόταση. Ο εκδοτικός οίκος Συρτάρι δεν είναι απλώς μια εκδοτική προσπάθεια αλλά μια στάση απέναντι στη γραφή και στη δημιουργία. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο σημαντική υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία δεν ακολουθεί τις εποχές αλλά τις διαμορφώνει.


