Με λέξεις που μυρίζουν χώμα, ελιές και πατρίδα, ο Γιώργος Ανωγειάτης συνομιλεί με την δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το “πατρινόραμα -hellenic”. Μέσα από μια εξομολόγηση γεμάτη μνήμες, κοινωνικές αγωνίες και λογοτεχνικές αναζητήσεις, ο συγγραφέας επιστρέφει στα παιδικά του χρόνια στα Ανώγεια Σπάρτης, μιλά για την ποίηση, την μοναξιά, την ελευθερία και την ανάγκη του ανθρώπου να παραμένει ευαίσθητος σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια. Η συζήτηση αυτή δεν είναι μόνο μια συνέντευξη, αλλά μια κατάθεση ψυχής από έναν δημιουργό που εξακολουθεί να πιστεύει στην δύναμη των λέξεων και της ανθρωπιάς.

Μεγαλώσατε στα Ανώγεια Σπάρτης, έναν τόπο με μνήμη και σιωπές. Ποιες εικόνες της παιδικής σας ηλικίας επιστρέφουν ακόμη μέσα στα κείμενά σας και σας συγκινούν περισσότερο;
Οι γονείς μου ήταν ξωμάχοι που πάλευαν με τα λιόδεντρα. Δεν μπορώ να ξεχάσω την μητέρα μου που κρεμούσε την νάκα με τον αδερφό μου μωρό σ’ ένα λιόδεντρο, όταν μάζευαν ελιές. Μου είπε πως το ίδιο έκανε και σε μένα. Γενικά η ζωή μου είναι δεμένη με την φύση.
Έμαθα ν’ αγαπώ τα ζώα, να λατρεύω την ομορφιά της, ν’ αναπνέω ελεύθερο αέρα, γι’ αυτό δεν μπορώ ν’ ανεχθώ πουλί κλεισμένο σε κλουβί. Το απόφθεγμα του Μάρκου Αυρήλιου, «Ω φύσις, εκ σου τα πάντα, εν σοι τα πάντα, εις σε τα πάντα», (Ω φύση, από σένα προέρχονται τα πάντα, μέσα σου βρίσκονται όλα και σε σένα καταλήγουν όλα), με αντιπροσωπεύει απόλυτα.
Ένα άλλο θέμα που με έχει πληγώσει πολύ είναι πως το 1967 ήμουν δέκα ετών, όταν οι συνταγματάρχες δολοφόνησαν την Δημοκρατία. Ένοιωθα την καταπίεση κι έμαθα ν’ αγωνίζομαι για να κατακτήσω την ελευθερία μου. Άκουγα κρυφά Ντόιτσε Βέλε για να μάθω τι γίνεται στον κόσμο κι αγάπησα τα απαγορευμένα τότε τραγούδια του Μίκη.
Αγαπώ πολύ το χωριό μου που βρίσκεται στους πρόποδες του Ταϋγέτου, κάτω ακριβώς από την πυραμίδα της κορυφής, άλλαξα το όνομά μου σε Ανωγειάτης και αφιέρωσα το πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα «Κεφάλι με δύο κορφές» σ’ αυτό. «Στο χωριό μου, τα Ανώγεια Σπάρτης που μ’ ανάθρεψε».
Δυο λόγια ακόμα γι’ αυτό. Στα Ανώγεια γεννήθηκε ο θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός, στιχουργός και ποιητής Νότης Περγιάλης, ο ποιητής του θεάτρου κατά τον Ξενόπουλο. Επίσης είναι το χωριό της εκτελεσμένης ηρωίδας Ηρούς Κωνσταντοπούλου και της μητέρας του Τέλη Σαβάλα.
Στα έργα σας υπάρχει έντονα η αίσθηση της απουσίας, της απώλειας και της εσωτερικής αναζήτησης. Πόσο δύσκολο είναι για ένα συγγραφέα να εκθέτει κομμάτια της ψυχής του μπροστά στους αναγνώστες;
Δεν είναι καθόλου δύσκολο, ίσα – ίσα που το αποζητώ. Είμαι από την φύση μου εξωστρεφής και μ’ αρέσει ν’ αδειάζω τα εσώψυχά μου στο τραπέζι, λέγοντας στους συνομιλητές και αναγνώστες: «Αυτός είμαι, γυμνός, δεν σας κρύβω τίποτα». Αυτό είναι λυτρωτικό για μένα.
Δεν θεωρώ ανθρώπους εκείνους που δεν σκέφτονται, δεν τους βασανίζουν τα κοινωνικά προβλήματα και το μόνο που τους νοιάζει είναι να βολευτούν αυτοί κι ας χαθεί ο κόσμος όλος, ξεχνώντας πως κι οι ίδιοι αποτελούν κομμάτι του. Αυτό χτυπάω πιο πολύ στα κείμενά μου.
Η απουσία και η απώλεια είναι τα πιο δυνατά σημεία της έμπνευσής μου. Αν δεν πονέσεις, δεν πρόκειται να γράψεις κάτι ωραίο κι αληθινό, απλά θα κοροϊδεύεις τους αναγνώστες, προσπαθώντας να διακριθείς με του κισσού το πλάνο ψήλωμα. Πόνος, πάθος, ποίηση: αυτό είναι το τρίπτυχο που με αντιπροσωπεύει.
Βλέπω την ζωή από την σκοπιά ενός ρομαντικού που ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο. Από τα μικράτα μου έφτιαχνα εικονογραφημένες ιστορίες με ήρωες που ξεσκέπαζαν την αδικία και επιβράβευαν το δίκιο. Έχτιζα έναν κόσμο όπως τον ονειρευόμουν κι όσο κι αν η ζωή με προσγείωνε ανώμαλα πολλές φορές, δεν έπαψα να ονειρεύομαι και να ζω στην ουτοπία μου.
Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία συναντιούνται συχνά στην ζωή σας. Υπήρξε στιγμή που ένα πραγματικό ανθρώπινο περιστατικό σας άγγιξε τόσο βαθιά, ώστε να γίνει αφορμή για ποίημα ή διήγημα;
Λογικό είναι, γιατί σπούδασα δημοσιογραφία και ως επί το πλείστον η γραφή μου είναι δημοσιογραφική, ειδικά στα διηγήματα. Προσπαθώ να το αποφύγω όσο μπορώ, όμως το χούι είναι δύσκολο να κοπεί. Η έμπνευση για να γράψω ποίημα έρχεται συνήθως στις πέντε το πρωί που ξυπνάω και είναι τόσο τυραννική, που αν δεν σηκωθώ να γράψω κάποιους στίχους, εξαφανίζεται εκδικητικά θα έλεγα και δεν θυμάμαι τίποτα.
Για το διήγημα είναι διαφορετικά: μπορεί να έρθει από ένα περιστατικό που θ’ ακούσω ή θα διαβάσω. Έρχεται τότε η κακομαθημένη φίλη και μου ρίχνει μια σφαλιάρα. Μετά όλα ακολουθούν το δρόμο τους πανεύκολα. Το χέρι πηγαίνει μόνο του. Να εξηγήσω πως πρώτα γράφω στο χαρτί και μετά πληκτρογραφώ στον υπολογιστή. Επίσης, ουδέποτε περιγράφω ένα γεγονός όπως ακριβώς έγινε, γιατί τότε δεν θα έγραφα λογοτεχνία αλλά δημοσιογραφική ανταπόκριση, αλλά το περιγράφω όπως το συνέλαβε η φαντασία μου.
Πολλά λοιπόν ανθρώπινα περιστατικά μ’ έχουν αγγίξει, είτε σημερινά, είτε του παρελθόντος. Προσπαθώ να μεταφερθώ όσο μπορώ πιο εναργώς στην εποχή που θέλω να περιγράψω και να «ζήσω» σ’ αυτήν, όπως οι ήρωες του διηγήματος. Έχω καταφέρει να μεταφερθώ σε πολλές εποχές της ιστορίας, στην τελευταία μου συλλογή διηγημάτων μάλιστα με τίτλο «Στη σκιά του Δημόκριτου», στο διήγημα «Στην αγέλη», περιγράφω την ζωή μιας αγέλης προϊστορικών ανθρώπων. Η εποχή που με αγγίζει πιο πολύ είναι η δεκαετία των παιδικών μου χρόνων, η δεκαετία του 60 δηλαδή με τα καλά και τα άσχημά της.
Μεγάλο ρόλο παίζει η ενσυναίσθηση. Αν δεν μεταφερθείς στην θέση του άλλου, αν δεν νοιώσεις την αγωνία του, δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα. Σε κάποια διηγήματα έχουν προσωποποιηθεί διάφορα ζώα, όπως πρόβατα, γάτες, γαϊδουράκια, καναρίνια, ακόμα και πέστροφες στο ενυδρείο, αλλά και δέντρα, όπως δρύες και λιόδεντρα.
Επιτρέψτε μου ν’ αναφερθώ σ’ ένα περιστατικό που συνέβη στην πόλη σας, την Πάτρα. Όταν ο εξαιρετικός Δήμαρχος κύριος Πελετίδης έδωσε την άδεια να μαζέψουν άπορες οικογένειες τον καρπό από τα λιόδεντρα που ανήκουν στον Δήμο, έπεσαν να τους φάνε εκείνοι που τα μάζευαν για πάρτη τους. Τραγελαφικό κι ενδεικτικό των καιρών μας. Έτσι έγραψα « Το λαδάκι», που θα μπει στην καινούργια συλλογή, όταν και εάν εκδοθεί.
Στην εποχή της γρήγορης πληροφορίας και των σύντομων συναισθημάτων, τι πιστεύετε ότι μπορεί ακόμη να σώσει η ποίηση μέσα στον άνθρωπο;
Η λέξη ποίηση βγαίνει από το ρήμα ποιώ, που σημαίνει εν πολλοίς όχι ότι απλά φτιάχνω κάτι, αλλά το φτιάχνω για να μείνει εσαεί. Η ποίηση είναι ο καθρέφτης της κάθε εποχής και φυσικά είναι η δυσκολότερη τέχνη, γιατί απαιτεί να δώσεις την ψυχή σου για να την υπηρετήσεις. Όταν γράφεις ένα ποίημα, περνάς σε άλλη διάσταση. Ξεχνάς ποιος είσαι, δεν υπάρχεις, δεν βγάζεις άχνα, μεταφέρεσαι αλλού, πεθαίνεις κατά κάποιον τρόπο.
Οι ποιητές έχουν να σηκώσουν βαρύ φορτίο στις πλάτες τους, να συντηρήσουν φωλιές νερού μέσα στις φλόγες, κατά τον Αναγνωστάκη. Δεν καταγράφουν μόνο την εποχή με τα στραβά και τα ανάποδα, αλλά προσπαθούν να μεταγγίσουν το αίμα της καρδιάς τους στους αναγνώστες, να αφυπνίσουν συνειδήσεις, να διορθώσουν συμπεριφορές, να οδηγήσουν τις σκέψεις του κόσμου και να δείξουν το μεγαλείο της ομορφιάς σε όλους μας.
Διανύουμε όμως την εποχή της ταχύτητας και της οθόνης. Τα βιβλία αφήνονται στους δρόμους, πάλι καλά που δεν καίγονται όπως παλιότερα. Ο σημερινός άνθρωπος, κακά τα ψέματα, δεν διαβάζει. Δεν σκύβει ν’ αναλύσει ένα ποίημα. Όπως έχει καταντήσει η ζωή, τα ενδιαφέροντα του κόσμου έχουν γίνει πιο πεζά.
Αυτή την αποστολή έχει σήμερα η ποίηση: να επαναφέρει στον άνθρωπο την ευαισθησία, την ενσυναίσθηση και να τον κάνει να καταλάβει το χρέος που έχει σαν πολίτης. Να τον ξανακάνει αναγνώστη κι όχι παθητικό παρατηρητή της οθόνης, που καταπίνει άβουλος ό,τι του σερβίρουν.
Θα τα καταφέρει; Ναι, είμαι σίγουρος πως μπόρα είναι και θα περάσει. Θα ξαναγίνουμε άνθρωποι, γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή κι όσο πιο γρήγορα συμβεί αυτό, τόσο το καλύτερο για την κοινωνία των ανθρώπων.
Οι τίτλοι των βιβλίων σας μοιάζουν να κουβαλούν μνήμες, πληγές και υπαρξιακά ερωτήματα, υπάρχει κάποιο έργο σας που γράφτηκε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη ή καθοριστική περίοδο της ζωής σας;
Αυτή είναι η δουλειά του λογοτέχνη: να συλλέγει μνήμες και ν’ αφήνει τις πληγές του ανοιχτές, έτσι ώστε κάθε στιγμή να έχει υλικό για να γράψει ένα βιβλίο, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Βλέπετε, τα γραφτά μένουν.
Υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς: α) αυτοί που ξεκινούν να γράφουν για μια υπόθεση και στην πορεία προσθέτουν κι άλλες, κι άλλες, έτσι που στο τέλος το βιβλίο να γίνει ένας αχταρμάς περιπετειών και καταστάσεων χωρίς βαθύτερα νοήματα, γιατί του λείπει ο κεντρικός κορμός και β) εκείνοι που πριν γράψουν ένα βιβλίο κρατούν σημειώσεις και ζυμώνουν στο μυαλό τους την υπόθεση πολλές μέρες, έτσι ώστε την ώρα που θα ρίξουν στον φούρνο το ψωμί, να μοσχοβολά ο τόπος. Είναι εκείνοι που γράφουν χωρίς να παρεκκλίνουν από το σχέδιο που έχουν εκπονήσει.
Τα βιβλία μου γράφτηκαν με πόνο ψυχής. Καθένα κουβαλά μνήμες και πληγές, όπως πολύ σωστά επισημάνατε. Η πρώτη ποιητική συλλογή, η «Απουσία», είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που περιγράφει μια έντονη συναισθηματική περίοδο που έζησα. Γενικά όλα μου τα ποιήματα είναι καθρέφτισμα της ψυχής μου κι όποιος εντρυφήσει σ’ αυτά, θ’ ανακαλύψει στοιχεία του χαρακτήρα μου και όχι μόνο.
Όταν μου συμβεί κάτι κακό, από μία άποψη το καλωσορίζω, γιατί είμαι σίγουρος πως όταν περάσει, θα μπορέσω να το κάνω λογοτέχνημα. Οι λογοτέχνες είμαστε λίγο παράξενοι, κουβαλάμε πολύ πόνο μέσα μας, γι’ αυτό μας βλέπετε γελαστούς. Αν γνωρίζατε τι κρύβει αυτό το φαινομενικά ευτυχισμένο χαμόγελο…
Μέσα από τα διηγήματα και τα ποιήματά σας περνά συχνά η αγωνία του χρόνου και της μοναξιάς. Φοβάστε περισσότερο την λήθη, ή την σιωπή των ανθρώπων;
Είμαστε παιδιά του χρόνου κι ο καθένας μας μια μοναδική προσωπικότητα. Δεν διαλέγουμε την μοναξιά, το κάνει αυτή μόνη της. Γεννηθήκαμε μόνοι και μόνοι θα φύγουμε. Ο χρόνος που μας δίνεται να ζήσουμε είναι το πιο ακριβό δώρο της φύσης, εναπόκειται σε μας αν τον αξιοποιήσουμε, ή αν το πέρασμά μας από αυτή την ζήση θα είναι σαν να μην συνέβη.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που δεν αντιδρούν σε τίποτα, είτε γιατί φοβούνται, είτε γιατί δεν τους νοιάζει, ενώ θα έπρεπε. Βιώνουμε περίεργες καταστάσεις, που αν συνέβαιναν πριν είκοσι χρόνια, ο κόσμος θα είχε βγει στους δρόμους. Τώρα βλέπουμε μια ύποπτη νωχελικότητα να έχει σκεπάσει τις φωνές των ανθρώπων, σε σημείο να απορούμε και ν’ αναρωτιόμαστε για τα πραγματικά ενδιαφέροντα του κόσμου.
Οι πολιτικοί μας ταγοί παίζουν χωρίς αντίπαλο, συγκαλύπτουν εγκλήματα, πλουτίζουν από την μια μέρα στην άλλη, παραχωρούν το δημόσιο χρήμα σε φίλους που αναλαμβάνουν δημόσια έργα χωρίς διαγωνισμό, αλωνίζουν κι αλεστικά δεν δίνουν, παραβιάζουν το Σύνταγμα χωρίς ν’ ακουστεί ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας, χειραγωγούν την δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ και προσπαθούν με χίλιους τρόπους ν’ αποκοιμίσουν συνειδήσεις, την στιγμή που τα συνδικάτα ροχαλίζουν κι ο κόσμος στέκεται απέναντί τους σαν να είναι λοβοτομημένος.
Ποτέ δεν μ’ ενδιέφερε να γίνω φίρμα, γι’ αυτό απέχω από τις γνωστές λογοτεχνικές κλίκες. Αν αξίζουν τα βιβλία μου, θα βρουν το δρόμο να γίνουν γνωστά, αν όχι, θα καταποντιστούν, όπως όλες οι μετριότητες. Γι’ αυτό δεν φοβάμαι την λήθη. Πόσο χαίρομαι όμως όταν με σταματούν στο δρόμο και μου λένε πως διάβασαν ένα βιβλίο μου και τους άρεσε πολύ. Αυτή είναι η πληρωμή μου, όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται.
Αν μπορούσατε ν’ αφήσετε μία μόνο φράση στους νεότερους ανθρώπους που παλεύουν να κρατήσουν ζωντανά τα όνειρα και την ευαισθησία τους, ποια θα ήταν αυτή;
Θα παραθέσω ένα στίχο μου: «Ας ήμουν λεξικό με μόνη την λέξη αγάπη στις σελίδες του».
Ήθελα να πω επίσης στα παιδιά να σέβονται την μοναδική Ελληνική γλώσσα και να μην την κατακρεουργούν, είτε προσθέτοντας ξένες λέξεις στις συνομιλίες τους, είτε πετσοκόβοντας τις Ελληνικές, όπως δλδ, τεσπα, ΣουΚου κλπ.
Να μην ξεχάσουν ποτέ ότι γεννήθηκαν Έλληνες και μόνη τους έννοια ας είναι να επαναφέρουν τις αξίες και τις αρετές που θέσπισαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, που τις προσκυνά η ανθρωπότητα ολόκληρη. Έχουμε κάνει τον κόσμο πιο όμορφο, τον έχουμε φωτίσει με τους κλασικούς δημιουργούς της Ελληνικής Γραμματείας. Ας διώξουν κάθε τι ξενόφερτο από την συμπεριφορά τους κι ας γίνουν Έλληνες με όλη την σημασία της λέξης, κάνοντας στάση ζωής τον στίχο του Σικελιανού:
«Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο».



