Ελένη Κυριακοπούλου : Το θέατρο της αλήθειας και η δύναμη της Θυμάρις

Στη σκηνή όπου η μυθολογία συναντά το ανθρώπινο μέτρο, η θεατρική παράσταση «Ποια Ελένη;» των Ρέππα – Παπαθανασίου σε σκηνοεθεσία Μιλτιάδη Παπλά, δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία αποκαλύπτει τις ρωγμές της ψυχής και τις σιωπηλές της αλήθειες. Μέσα από πρόσωπα που δεν φορούν προσωπείο αλλά πληγές, το έργο επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια της αφοσίωσης, της φιλίας και της ηθικής επιλογής. Η ηθοποιός  Ελένη Κυριακοπούλου, μέσα από τον ρόλο της Θυμάρις, συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου και στο “πατρινόραμα – hellenic” για όλα όσα μένουν όταν η σκηνή αδειάζει,  για τις σχέσεις που μας καθορίζουν, για τις σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις και για το θέατρο ως ζωντανή εμπειρία που συνεχίζει να ανασαίνει μέσα στον θεατή.

Πώς συναντάτε εσείς προσωπικά τη Θυμάρις μέσα στο έργο «Ποια Ελένη;» και τι ήταν αυτό που σας έκανε να θέλετε να τη ζωντανέψετε στη σκηνή;

Η Θυμάρις είναι από τους ρόλους του έργου που είναι πιο ρεαλιστική και ανθρώπινη. Δεν έχει αξιώματα ή υπερφυσικές δυνάμεις είναι μια απλή δούλα και πιστή φίλη της αρχόντισσας Πευκίς. Εκεί είναι που την συναντώ, γιατί αγαπώ και έχω ανάγκη τις αληθινές και ζεστές ανθρώπινες σχέσεις και φιλίες.

Το έργο των Ρέππα – Παπαθανασίου ακουμπά συχνά ευαίσθητες κοινωνικές και ανθρώπινες χορδές. Υπάρχει κάποια στιγμή της πρόβας που σας συγκλόνισε ή σας άλλαξε τον τρόπο που βλέπετε την ηρωίδα σας;

Η τελευταία σκηνή του έργου, που την κλείνει η Θυμάρις μαζί με την αρχόντισσα Πευκίς, είναι από τις πιο δυνατές σκηνές του έργου, μαζί με τη σκηνή της Κασσάνδρας. Εκεί, λοιπόν, αποκαλύπτεται η πραγματική Θυμάρις, δηλαδή η ψυχή της, μια ψυχή αγνή, δυνατή και ανιδιοτελής. Αυτή είναι και η σκηνή που με μάγεψε και ήθελα να δοκιμαστώ για αυτόν τον ρόλο.

Η σκηνοθεσία του Μιλτιάδη Παπλά φαίνεται να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη λεπτομέρεια και στην ψυχολογία των χαρακτήρων. Πώς βιώνετε αυτή τη διαδρομή μαζί του ως δημιουργική συνεργασία;

Ο Μιλτιάδης Παπλάς είναι μια προσωπικότητα που σέβομαι και εκτιμώ. Για μένα είναι ο δάσκαλός μου. Προσπαθώ να τον ακούω και να ακολουθώ τις οδηγίες του πιστά. Είναι απαιτητικός και αυστηρός πολλές φορές, αλλά είναι και πάντα παρών με πραγματική διάθεση να σε καθοδηγήσει ώστε να βρεις τα πατήματά σου. Το βιογραφικό του άλλωστε τον δικαιώνει, γιατί οι δουλειές του πάντα ξεχωρίζουν και έχουν αυτό το κάτι παραπάνω, που για μένα είναι το πηγαίο μεράκι και η αγάπη που έχει για το θέατρο.

Η Θυμάρις είναι ένας ρόλος που ισορροπεί ανάμεσα στο τραγικό και το ανθρώπινο, ίσως και το καθημερινά οικείο. Πού δυσκολευτήκατε περισσότερο να την προσεγγίσετε;

Η Θυμάρις σαν ρόλος έχει τη δυσκολία της στο γεγονός ότι είναι άκρως εκφραστική, τόσο στην κωμική όσο και στην τραγική πλευρά της.

Σε μια εποχή που το θέατρο συχνά καλείται να μιλήσει για την κοινωνία, τι πιστεύετε ότι αφήνει στον θεατή η ιστορία της παράστασης όταν σβήσουν τα φώτα;

Η συγκεκριμένη παράσταση πραγματεύεται το ΚΑΛΛΟΣ   και την ΑΡΕΤΗ. Μετά εξαρτάται από τον θεατή πόσο βαθιά θέλει να προχωρήσει τη σκέψη του. Πάντως για μένα είναι το τίμημα των επιλογών και των αποφάσεων που παίρνουμε στη ζωή μας, καθώς και η κάθαρση που θα έρθει είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι βασικά μηνύματα της παράστασης.

Η Θυμάρις είναι από τους ρόλους του έργου που είναι πιο ρεαλιστική και ανθρώπινη. Δεν έχει αξιώματα ή υπερφυσικές δυνάμεις· είναι μια απλή δούλα και πιστή φίλη της αρχόντισσας Πευκίς. Εκεί είναι που την συναντώ, γιατί αγαπώ και έχω ανάγκη τις αληθινές και ζεστές ανθρώπινες σχέσεις και φιλίες.

Αν μπορούσατε να περιγράψετε με μία μόνο φράση τη Θυμάρις, όχι ως ρόλο αλλά ως πρόσωπο, ποια θα ήταν αυτή;

Η Θυμάρις είναι ένα πρόσωπο που επιλέγει να θυσιαστεί για αυτά που πιστεύει: την αγάπη και τη φιλία.

Η Θυμάρις δεν ανήκει μόνο στη σκηνή ούτε μόνο στην παράσταση,η  ανήκει σε εκείνο το εύθραυστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης που επιμένει να αγαπά χωρίς όρους και να στέκεται πιστό ακόμη και όταν όλα γύρω καταρρέουν. «Ποια Ελένη;» δεν κλείνει απλώς με το τέλος μιας ιστορίας, αλλά ανοίγει ένα εσωτερικό ερώτημα για τον καθένα από εμάς,  τι επιλέγουμε όταν οι ρόλοι τελειώσουν και οι μάσκες πέσουν. Γιατί τελικά, το πραγματικό φως του θεάτρου δεν είναι εκείνο που σβήνει στη σκηνή, αλλά εκείνο που μένει αναμμένο μέσα μας όταν επιστρέφουμε στη ζωή.