Μέσα από τα βάθη μιας σιωπής που έκρυβε πληγές, φόβους και ανείπωτα συναισθήματα, γεννήθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή της Ιωάννας Μπουζάκη, μια εξομολόγηση ψυχής που μετατράπηκε σε φως. Η ποιήτρια μάς ταξιδεύει στο σύμπαν της γραφής της, όπου ο πόνος συναντά την κάθαρση και το σκοτάδι μεταμορφώνεται σε ελπίδα. Η ποίηση για εκείνη δεν είναι απλώς λέξεις πάνω στο χαρτί· είναι μια κραυγή ζωής, μια αναμέτρηση με τους εσωτερικούς μας δαίμονες, μια τελετουργία λύτρωσης. Σε μια συνέντευξη γεμάτη αλήθεια και συγκίνηση στο Πατρινόραμα Hellenic και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου, η Ιωάννα Μπουζάκημιλά για το σκοτάδι που έγινε έμπνευση, για τον έρωτα που φωτίζει και πληγώνει, και για τη μητρική αγάπη που σφραγίζει το έργο και την ψυχή της.
Κυρία Μπουζάκη, πώς γεννήθηκε η ανάγκη να γράψετε αυτή την πρώτη σας ποιητική συλλογή;
Η ανάγκη γεννήθηκε μέσα σε μια στιγμή. Διένυσα πολύ σκοτεινά και δύσκολα για μένα χρόνια και ξαφνικά ένα βράδυ πήρα χαρτί και άρχισα να γράφω. Ένιωσα ότι προετοιμαζόταν όλο αυτο από καιρό μέσα μου και τώρα ήρθε η κατάλληλη στιγμή να αποτυπωθεί. Ήταν μια εσωτερική αναγκαιότητα. Ήταν σαν οι λέξεις να έψαχναν διέξοδο, να ξεχυθούν από μέσα μου.Ένα ηφαίστειο συνασθημάτων που ήρθε η στιγμή να εκραγεί και η σιώπη να γίνει κραυγή. Η ποίηση έγινε ο τρόπος να δώσω μορφή στους φόβους, τον έρωτα, τις απώλειες, τους δαίμονες που παλεύουμε μόνοι μας στο σκοτάδι, τις προσωπικές μας κρυφές μάχες. Ήταν μια εξομολόγηση γεμάτη αλήθεια που τελικά έγινε ανάσα και πηγή ζωής.
Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να «ακροβατήσετε» ανάμεσα στο φως και το σκότος;
Όπως ήδη ανέφερα, πέρασα μια πολυ σκοτεινή περίοδο στη ζωή μου, η καθημερινότητα ήταν για μένα μια συνεχής πάλη επιβιώσης. Τα βράδια, όταν τα φώτα χαμηλώναν και υπήρχε η απόλυτη σιωπή, ήταν ακόμα πιο δύσκολο, γιατί έπρεπε να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου. Σε αυτό το μοναχικό μονοπάτι η γραφή έγινε για μένα ανάσα. Μετέτρεψε το σκοτάδι σε φως, και μέσα από την ποίηση ξανασυστήθηκα στον εαυτό μου. Η ποίηση έγινε καθρέφτης· όσο βυθιζόμουν μέσα του, τόσο περισσότερο μάθαινα ποια είμαι. Έμαθα πως χωρίς σκοτάδι, το φως δεν έχει νόημα. Έμαθα να ισορροπώ, να αγκαλιάζω τους δαίμονές μου και να βρίσκω τη δύναμη να συνεχίζω.
Ο τίτλος είναι ιδιαίτερα συμβολικός. Αν σας ζητούσα να τον εξηγήσετε με μία εικόνα ή ένα συναίσθημα, ποιο θα ήταν αυτό;
Φανταστείτε έναν ακροβάτη ξυπόλητο πάνω σε σχοινί, να κινείται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Προσπαθεί να βρει την ισορροπία μέσα του, ώστε να μην χαθεί ούτε στις σκιές ούτε στο φως. Αυτή η εικόνα, που αποτυπώνεται και στο εξώφυλλο από την κα Αθανασοπούλου Πάτρα, είναι η καρδιά της συλλογής μου, ένας αέναος χορός ανάμεσα στη δύναμη και την ευαλωτότητα, το σκοτάδι και το φως. Και οι δυο αντίρροπες καταστάσεις χρειάζονται στη ζωή μας, ώστε να μπορέσουμε να εξελιχθούμε. Οι δύσκολες καταστάσεις μάς κάνουν πιο δυνατούς, ο δρόμος προς το φως είναι πάντα δύσβατος, αλλά καθοριστικός για την εξέλιξή μας.
Στη συλλογή σας ο έρωτας φαίνεται να λειτουργεί άλλοτε ως φως και άλλοτε ως πηγή οδύνης. Πώς βιώνετε εσείς αυτή τη διττή του φύση;
Ο έρωτας είναι το πιο ‘φωτεινό σκοτάδι’. Είναι εκείνη η δύναμη, που μας κάνει να γεννιόμαστε ξανά και να καταστρεφόμαστε την ίδια στιγμή. Όταν τον αφήνεις να σε διαπεράσει, σε λυτρώνει, αλλά και σε ξεγυμνώνει από κάθε άμυνα.
Τον βιώνω σαν ένα εκκρεμές — πηγαίνει από το φως του απόλυτου συναισθήματος στο σκοτάδι της απώλειας, κι εγώ στέκομαι στη μέση, μαθαίνοντας να τον δέχομαι όπως είναι. Χωρίς τον έρωτα, εξάλλου, δεν υπάρχει ζωή. Εγώ δίνομαι στον έρωτα, πέφτω στη φωτιά, χωρίς να με νοιάζει, αν θα καώ. Μόνο έτσι πιστευώ αξίζει κανείς να ερωτεύεται, να δίνεται ολόψυχα, και ας είναι η φωτιά του να τον κάψει. Όμως, θα έχει ζήσει αληθινά και αυτό είναι το κέρδος. Ο έρωτας μάς αλλάζει, μας ωριμάζει, μας διαμορφώνει, αξίζει κάθε συναίσθημα που προκαλεί.
Αγγίζετε, επίσης, τη μητρική αγάπη και το συναίσθημα παρουσίας και απώλειας σαν ακροβάτης. Πόσο δύσκολο είναι να αποτυπωθούν τέτοια βιώματα χωρίς να γίνουν εξομολόγηση αλλά να διατηρήσουν την ποιητικότητά τους;
Η μητρική αγάπη είναι από μόνη της κάτι ιερό. Είχα την τύχη να με μεγαλώσει μια υπέροχη μητέρα, αλλά την έχασα πολύ νωρίς. Ολόκληροι τόμοι δεν αρκούν για να αποτυπώσουν το μεγαλείο της ψυχής της, τη δοτικότητα και την αστείρευτη αγάπη της. Η μητρότητα δεν ενυπάρχει απλά μέσα στην ποίηση. Είναι η ίδια, ποίηση. Οι απώλειες αυτές δεν ξεπερνιούνται ποτέ· απλώς με τα χρόνια μαθαίνεις να ζεις μαζί τους.
Όταν γράφω για τη μάνα, δεν προσπαθώ να εξομολογηθώ· προσπαθώ να μεταμορφώσω το προσωπικό βίωμα σε εικόνα και συναίσθημα που να μπορεί να αγγίξει και άλλους. Να απαλύνω για λίγο τον πόνο τους και να μοιραστώ το βιωμένο αυτό συναίσθημα μαζί τους.Η ποίηση μετουσιώνει τον προσωπικό πόνο σε κάτι συλλογικό, σχεδόν ιερό, και, τελικά, μπορεί να οδηγήσει σε κάθαρση και λύτρωση.
Ο Μιχάλης Κασσωτάκης, που προλογίζει το βιβλίο, έκανε λόγο για μια ώριμη ποιητική φωνή. Εσείς αισθάνεστε ότι αυτή η συλλογή σηματοδοτεί μια προσωπική «ωρίμανση» στη γραφή σας;
Για μένα, κάθε συγγραφικό δημιούργημα είναι ένα βήμα πιο κοντά στον εαυτό μου. Αν ωριμότητα σημαίνει να μπορείς να ακούς τη σιωπή μέσα σου, χωρίς φόβο και να γράφεις με αλήθεια, τότε ίσως αυτή η συλλογή να είναι ένα μικρό βήμα προς τα εκεί. Η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ· κάθε βιβλίο είναι ένα νέος σταθμός σε μια διαδρομη χωρίς τέρμα.
Το φως και το σκοτάδι, ο έρωτας, η μητρική αγάπη και η απώλεια, με βοήθησαν να τα μεταμορφώσω σε εικόνα και συναίσθημα που ίσως αγγίξει και, ενδεχομένως, βοηθήσει κι άλλους.
Θέλω και από εδώ να πω ένα τεράστιο ευχαριστώ στον κ. Μιχάλη Κασσωτάκη για την ουσιαστική του στήριξη και την πολύτιμη βοήθειά του. Είναι απίστευτη τιμή για μένα η καθοδήγηση και η παρότρυνση να συνεχίζω να γράφω, από εναν παιδαγωγό και λογοτέχνη με το δικό του ανάστημα.
Ποιο ποίημα της συλλογής θεωρείτε πιο «δικό» σας, πιο κοντά στην ψυχή σας; Και γιατί;
Χωρίς πολλή σκέψη θα πω το «ΠΡΕΠΕΙ». Είναι η κραυγή μου. Γράφτηκε, όταν ένιωθα να πνίγομαι σε σκοτεινά δωμάτια και έγινε η ανάσα μου. Κάθε φορά που το διαβάζω, μου θυμίζει πως πρέπει πάντα –και στα πιο βαθιά σκοτάδια-να αναζητώ φωτεινά μέρη, με ολάνθιστους κήπους γεμάτους γιασεμιά, βιολέτες και ρόδα, ώστε να ξεκουράζω και να γαληνεύω την ψυχή μου.
Και τότε κοιτάζω το πρόσωπο του παιδιού μου. Ακουμπάω απαλά το βλέμμα μου στο πρόσωπό του και γαληνεύω. Ο Βίκτωράς μου είναι η ανάσα μου, ο δικός μου κήπος, γεμάτος με πολύχρωμα πανέμορφα λουλούδια· είναι η πυξίδα μου, ο ήλιος μου, η δύναμή μου — η ίδια η Ζωή. Εύχομαι κάθε αναγνώστης να βρει τον δικό του «κήπο», το δικό του φως, εκεί όπου η ψυχή του θα βρίσκει γαλήνη.
Ζούμε σε μια εποχή τεχνολογικής υπερφόρτωσης και ταχύτητας. Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος της ποίησης σήμερα;
Σ’ έναν κόσμο, όπου τα πάντα τρέχουν γρήγορα και η πληροφορία μάς κατακλύζει, η ποίηση λειτουργεί σαν ανάσα· σαν μια στιγμή φυγής από την πραγματικότητα. Συνεχίζει να υπάρχει για να μας υπενθυμίζει την αλήθεια των συναισθημάτων, την ουσία της ανθρώπινης επαφής, που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει.
Η ποίηση μάς βοηθά να δούμε το φως και το σκοτάδι μέσα μας, να ακούσουμε την καρδιά μας σε μια εποχή θορύβου, να συνδεθούμε με τον άλλον, χωρίς μεσάζοντες, κρυμμένοι πίσω από οθόνες. Είναι το μέσο που μας επιτρέπει να αισθανθούμε, να σκεφτούμε, να συνδεθούμε.
Με άλλα λόγια, η ποίηση σήμερα δεν χάνει τη σημασία της· ίσα-ίσα, γίνεται πιο απαραίτητη από ποτέ. Μέσα σε ένα κόσμο βουτηγμένο στο ψέμα και την εικονική πραγματικότητα, η ποίηση είναι η μοναδική αλήθεια, είναι επανάσταση.
Πώς αντιδράσατε στα πρώτα σχόλια και τη συγκίνηση του κοινού; Υπήρξε κάποια στιγμή ή ένα μήνυμα που σας άγγιξε ιδιαίτερα;
Τα πρώτα σχόλια του κοινού με συγκίνησαν και με γέμισαν ευγνωμοσύνη. Είναι περίεργο συναίσθημα να βλέπεις ότι τα ποίηματά σου, που γεννήθηκαν μέσα από προσωπικά βιώματα, μπορούν να αγγίξουν κάποιον άλλο σε βάθος.
Υπήρξε ένα μήνυμα που με άγγιξε ιδιαίτερα: μια αναγνώστρια μού έγραψε ότι μέσα από ένα ποίημα της συλλογής ένιωσε για πρώτη φορά ότι δεν είναι μόνη στην απώλεια που βίωνε. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα την πραγματική δύναμη της ποίησης, που γίνεται καθρέφτης και παρηγοριά για τον άλλον και αυτό είναι ιδιαίτερα συγκινητικό. Στη εποχή της απομόνωσης νιώθεις ότι μετουσιώνεται η γραφή σε δύναμη και παρηγοριά
Είναι μια στιγμή που μένει ανεξίτηλη και μου υπενθυμίζει γιατί γράφω: για να συνδεθώ, να μοιραστώ και να αγγίξω, όσο μπορώ, ψυχές μέσα από τις δικές μου λέξεις. Είναι μαγικό να συνδέεσαι με ανθρώπους που δεν γνωρίζεις μέσα από κοινά βιωμένα συναισθήματα, να νιώθεις αόρατα χέρια να σε αγκαλιάζουν και να αισθάνεσαι ότι ακούγεσαι ουσιαστικά και βοηθάς. Αυτός είναι για μένα ο προορισμός και η αξία της ποίησης και η αποστολή κάθε δημιουργού.
Υπάρχουν ποιητές ή έργα που σας έχουν επηρεάσει στη γραφή σας ή που λειτουργούν ως πνευματικοί συνοδοιπόροι;
Πάντα είχα μια ερωτική σχέση με τη λογοτεχνία και ειδικά με την ποίηση. Αυτή η αγάπη με οδήγησε να ακολουθήσω την κατεύθυνση της Βυζαντινής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, όταν σπούδαζα στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχω μελετήσει πολλούς ποιητές. Αυτοί, όμως, που ξεχώρισα ήταν, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Εγγονόπουλος και η Κική Δημουλά.
Ο Οδυσσέας Ελύτης με επηρέασε βαθιά με τον λυρικό του υπερρεαλισμό και τον τρόπο που ενώνει το φως με το άυλο. Με την λατρεία του για το ελληνικό στοιχείο και την αντίληψη των πραγμάτων μέσω των αισθήσεων. Με την μεταφυσική διάσταση που δίνει σε σύμβολα, όπως το φως, η θάλασσα, ο ήλιος.
Από τον Νίκο Εγγονόπουλο διδάχθηκα την ελευθερία του υπερρεαλισμού, τη γενναία συνύπαρξη του παράλογου με το ιστορικό και το μυθικό. Συνδυάζει απροσδόκητα τις λέξεις με αποτέλεσμα να αιφνιδιαζει τον αναγνώστη και αυτό λειτούργησε καταλυτικά στον τρόπο και της δικής μου αποτύπωσης των λέξεων.
Η Κική Δημουλά, με την εσωστρεφή, υπαινικτική γραφή της και την ιδιοφυή χρήση της μεταφοράς, μου δίδαξε πώς το καθημερινό, το φθαρτό, μπορεί να αποκτήσει μεταφυσική διάσταση μέσα από τη λιτότητα του λόγου.
Αυτοί οι τρεις ποιητές, ο καθένας με τον τρόπο του, με καθοδηγούν στη δική μου αναζήτηση: πώς να ισορροπώ ανάμεσα στο φως και τη σκιά, στο συναίσθημα και τη σκέψη, στο ρεαλιστικό και το ονειρικό.
Τι ονειρεύεστε για τη συνέχεια; Να περιμένουμε νέα ποιητική δουλειά ή σκέφτεστε να στραφείτε και σε άλλες μορφές λόγου;
Η δεύτερη ποιητική συλλογή είναι σχεδόν έτοιμη, και νιώθω μεγάλη χαρά που μπορώ να συνεχίσω αυτό το ταξίδι. Κάθε νέα δουλειά είναι μια ευκαιρία να εμβαθύνω σε όσα με απασχολούν, να εξερευνήσω νέες πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας και να δοκιμάσω διαφορετικές ποιητικές φόρμες.
Παράλληλα, η καρδιά μου παραμένει στην ποίηση. Είναι ο χώρος, όπου νιώθω πιο ελεύθερη να ακροβατώ ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι και να μοιράζομαι με τους αναγνώστες όσα με συγκινούν και αξίζει να ειπωθούν.
Who is Who
Η Ιωάννα Μπουζάκη γεννήθηκε στο Γκρισχάιμ της Γερμανίας και ζει στην Πάτρα. Έχει σπουδάσει Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων και Φιλολογία, ενώ κατέχει και μεταπτυχιακό τίτλο στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στα Μοντέλα Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Εκπαιδευτικών Μονάδων. Εργάζεται στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο επί δεκαπέντε συναπτά έτη. Είναι μητέρα ενός αγοριού. Στον ελεύθερο χρόνο της αγαπά τη θάλασσα, τη λογοτεχνία και τον χορό. Πιστεύει βαθιά ότι η δύναμη της παιδείας και της τέχνης μπορούν να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο.




