Ο  συγγραφέας Στρατής Γαλανός σε μια εξομολογητική συνομιλία ζωής στο “π” «Γράφω από θυμό για να σώσω τη μνήμη»

Στη συνάντηση του λόγου με τη μνήμη και της ανθρώπινης φθοράς με την ακατάβλητη δύναμη της ψυχής, ο συγγραφέας Στρατής Γαλανός ανοίγει ένα βαθιά προσωπικό παράθυρο ύπαρξης. Συνομιλώντας με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το “πατρινόραμα hellenic”, δεν αφηγείται απλώς τη διαδρομή του· την ανασυνθέτει μέσα από τις ρωγμές της ζωής, εκεί όπου η απώλεια, η σωματική δοκιμασία και η μνήμη μετατρέπονται σε πρώτη ύλη δημιουργίας.

Με λόγο λιτό αλλά διαπεραστικό, ο συγγραφέας Στρατής  Γαλανός αποκαλύπτει πως η συγγραφή δεν γεννήθηκε από μια στιγμή έμπνευσης, αλλά από μια μακρά εσωτερική κυοφορία  από ιστορίες που κουβαλούσε χρόνια μέσα του, σμιλεμένες από τις αφηγήσεις ανθρώπων που βίωσαν τον πόλεμο, την προσφυγιά, την Ιστορία στην πιο ωμή της εκδοχή. Η γραφή του γίνεται πράξη αντίστασης: απέναντι στο σώμα που περιορίζει, στον χρόνο που αφαιρεί, στη σιωπή που απειλεί να καταπιεί τα πάντα.

Σε αυτή τη συνομιλία, η δημιουργία δεν εξιδανικεύεται. Αντίθετα, παρουσιάζεται σαν ανάγκη,  είναι ένας καθημερινός αγώνας, ένας τρόπος να μετατραπεί ο θυμός σε τέχνη και η φθορά σε μνήμη. Ουσιαστικός  διάλογος που δεν χαρίζεται  γι’ αυτό και  μένει εγχάρακτος στην μνήμη της ψυχής μας.

Κύριε Στρατή Γαλανέ, όταν κοιτάτε πίσω στη διαδρομή σας, ποια στιγμή ήταν εκείνη που σας άλλαξε βαθιά μέσα σας και σας οδήγησε στη συγγραφή;

Δεν ήταν μια στιγμή αλλά μια διαδικασία. Μεταξύ σύλληψης και γέννησης μεσολαβεί η μακριά περίοδος της κυοφορίας. Ξεκίνησα να γράφω σε προχωρημένη ηλικία, στα 39 μου χρόνια, ένα σφάλμα για το οποίο θα μετανιώνω σε όλη μου τη ζωή. Τον Ιανουάριο του 2007 ολοκλήρωσα το πρώτο μου διήγημα το οποίο αργότερα συμπεριελήφθη στη συλλογή «Μνήμες-Μνήματα-Μνημεία». Έκτοτε δεν πέρασε μέρα που να μην γράψω και κάτι. Είχα ήδη στο μυαλό μου ένα ικανό απόθεμα ιστοριών που ήθελα ν’ αφηγηθώ. Ετούτη η παρακαταθήκη είχε σε μεγάλο βαθμό δημιουργηθεί στο παρελθόν, πριν αρχίσω τη συγγραφή. Προερχόταν κυρίως από προφορικές μαρτυρίες ατόμων του συγγενικού μου περιβάλλοντος, ανθρώπων που βίωσαν ακραίες καταστάσεις, την προσφυγιά, τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο σπαραγμό, τη Δικτατορία. Οι αφηγήσεις τους αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για μεγάλο μέρος του έργου μου. Θα έλεγα λοιπόν ότι ήταν αυτές που με καθόρισαν και επηρέασαν την προβληματική και το ύφος μου.

Πώς βιώνετε την καθημερινότητα μέσα σε ένα σώμα που ενδεχομένως να σας περιορίζει, αλλά σε μια ψυχή που μοιάζει να μην γνωρίζει όρια;

Ρομαντικά διατυπωμένη ερώτηση για μια πραγματικότητα που μόνο ωμά μπορεί να περιγραφεί. Το ανάπηρο σώμα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου με τον οποίο όμως είμαι υποχρεωμένος να συμβιώνω. Καθημερινά μου βάζει τρικλοποδιές και εμπόδια και στις πιο απλές δραστηριότητες. Ακόμα και για να γράψω, χρειάζομαι βοήθεια στην πληκτρολόγηση των κειμένων που υπαγορεύω. Η εκ γενετής αναπηρία βιώνεται ως μία τερατώδης και παράλογη αδικία που με τη σειρά της προκαλεί αισθήματα θυμού και οργής. Η γραφή έρχεται τότε σαν ασφαλιστική δικλείδα, να εκτονώνει τον βρασμό ψυχής πριν αυτός γίνει καταστροφικός ή αυτοκαταστροφικός. Γράφω από θυμό και φθόνο, μήπως και πάρω πίσω κάτι απ’ όσα η τύχη μού στέρησε και η ζωή μού αρνείται.

Υπήρξαν νύχτες που η σιωπή και η μοναξιά έγιναν σύμμαχοι ή αντίπαλοι, και πώς αυτές οι στιγμές αποτυπώνονται στα βιβλία σας;

Άλλη μια προσγείωση στην πεζή πραγματικότητα: εδώ και δώδεκα χρόνια πάσχω από χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Τις νύχτες ξαπλώνω στο άδειο κρεβάτι συντροφιά με μια μάσκα οξυγόνου· ο ύπνος μου, αγχώδης, εξαρτάται από την ομαλή λειτουργία του αναπνευστήρα. Ονειρεύομαι ωστόσο· «Είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό των ονείρων». Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της ονειροπόλησης, μου έρχονται ιδέες για τη συνέχεια ενός κειμένου. Αν και γνωρίζω ότι τις γεννά το υποσυνείδητο, η στιγμή που ανοίγεις τα μάτια και τις συλλαμβάνεις αποκρυσταλλωμένες, έχει κάτι το μαγικό.

Η σιωπή αντίθετα συνδέεται συνειρμικά με τον θάνατο και είναι στείρα. Το έργο μου αντλεί το λάλον ύδωρ του από δύο πηγές, την προφορικότητα και τη μουσική, ιδιότητες που προσπαθώ πάντοτε να διατηρήσω και στον γραπτό λόγο.

Τι σημαίνει για εσάς η λέξη συγγραφή, όχι θεωρητικά αλλά όπως τη ζείτε κάθε μέρα;

Σημαίνει κατά κύριο λόγο εργασία και σκέψη, δίνω λιγότερη έμφαση στην έμπνευση ή στο ταλέντο. Από την εποχή που συνταξιοδοτήθηκα, το 2013, το γράψιμο έγινε μέρος της καθημερινής μου ρουτίνας. Το αντιμετωπίζω πλέον σαν ένα καθήκον που οφείλω να επιτελέσω, ανεξαρτήτως διάθεσης, υγείας ή άλλων περισπασμών. Ακόμα κι όταν το αποτέλεσμα στο τέλος της ημέρας αποδεικνύεται πενιχρό, αργά ή γρήγορα η τριβή και η εξάσκηση θα αποδώσουν τους καρπούς τους.

 Όταν γράφετε, αισθάνεστε ότι απελευθερώνεστε από τα φυσικά όρια ή ότι τα μετατρέπετε σε δύναμη έκφρασης;

Ακριβώς! Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά στον συγγραφέα αποδίδεται ο άτυπος τίτλος του «Δημιουργού», όπως και στους θεούς. Δημιουργούμε κόσμους και πλάθουμε ανθρώπινους χαρακτήρες· έστω κι αν αυτοί οι κόσμοι κι οι χαρακτήρες είναι φασματικοί και χάρτινοι, τη στιγμή της συγγραφής αποκτούμε επάνω τους απόλυτη εξουσία ζωής και θανάτου. Μπορούμε να τους μεταμορφώσουμε ή να τους καταστρέψουμε, να τους καταστήσουμε συμπαθείς ή απεχθείς στον αναγνώστη, να τους χαρίσουμε την ευτυχία ή την απόγνωση.

Αλλά προσοχή! το νόμισμα έχει δύο όψεις: όσο μεγαλύτερη η δύναμη της έκφρασης, τόσο μεγαλύτερη και η χειραγώγηση που ο συγγραφέας ασκεί στον αναγνώστη. Παίζει με τα συναισθήματά του, γυρεύει να τον κάνει να ενστερνιστεί τις ιδέες και την κοσμοθεωρία του. «Hypocrite lecteur, — mon semblable, — mon frère!» έλεγε ο Μποντλέρ. Ασκώντας τη δύναμή του ο συγγραφέας αναζητά συνενόχους, αναγνώστες υποκριτές, όμοιους, αδελφούς του. Γρηγορείτε!

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάστηκε να αντιμετωπίσετε και να συμφιλιωθείτε μαζί του στη ζωή σας;

Η απώλεια και η παραίτηση. Καθώς τα χρόνια περνούν, αποχαιρετώ ανθρώπους που αγάπησα και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Στα γραπτά μου επιχειρώ να διατηρήσω την ανάμνησή τους, να μη χαθεί στη λήθη όπως τα δάκρυα στη βροχή. Παράλληλα το γήρας περιορίζει και τις δικές μου δυνατότητες. Η ζωή μού στερεί σταδιακά όλα όσα λάτρεψα, τα ταξίδια, τις απολαύσεις, τις εξόδους, τις γυναίκες. Και πάλι η γραφή έρχεται σαν μια απόπειρα διάσωσης του παρελθόντος, μια απέλπιδα προσπάθεια να ξαναζήσω με τη μνήμη ή τη φαντασία το απολεσθέν ή το ανέφικτο.

Τέλος, αν μπορούσατε να μιλήσετε στον μικρό εαυτό σας τα καλοκαίρια που ζήσατε στην Ικαρία τότε που ονειρευόταν να γίνεται παραμυθάς, τι θα του λέγατε σήμερα με όλη αυτή τη διαδρομή πίσω σας;

Θα του τραβούσα τ’ αυτί να τον προειδοποιήσω ν’ αποφύγει όλα τα λάθη που έκανα στην ενήλικη ζωή μου. Να μην αφήσει ούτε μια μέρα αναξιοποίητη, να μη ξεστρατίσει απ’ τον προορισμό του, να μη μαγευτεί απ’ το τραγούδι των Σειρήνων. Έπειτα, θα τον έπαιρνα αγκαλιά και θα του ’λεγα  να ’χει εμπιστοσύνη, όσα εμπόδια κι αν παρουσιαστούν στον δρόμο του, να συνεχίσει την πορεία που χάραξε. Και θα του ψιθύριζα στο ίδιο αυτί που τράβηξα, ότι αυτό το παιδί που ήμουν κάποτε δεν το πρόδωσα, το κουβαλώ στις πλάτες μου μέχρι σήμερα.

Εν τέλει , μέσα από τις λέξεις του, ο Στρατής Γαλανός δεν αναζητά λύτρωση αντιθέτως πολύτιμο συστατικό είναι η  διάρκεια, δεν ζητά να νικήσει τον χρόνο καθώς τον  αποτυπώνει,  τον κρατά ζωντανό εκεί όπου όλα μοιάζουν να χάνονται. Η γραφή του γίνεται ένας τόπος επιστροφής και αντίστασης, είναι ένας τρόπος σχεδόν θεϊκός που μετατρέπι την απώλεια σε παρουσία και τη σιωπή σε φωνή. Σε έναν κόσμο που συχνά ξεχνά, εκείνος επιμένει να θυμάται και να θυμίζει, να δίνει μορφή σε όσα κινδυνεύουν να σβήσουν. Ίσως τελικά αυτή και  να είναι η πιο ουσιαστική νίκη, όχι απέναντι στη ζωή αλλά μέσα σε αυτήν, εκεί όπου ο άνθρωπος συνεχίζει να δημιουργεί ακόμη και όταν όλα γύρω του συρρικνώνονται.