Ο Δημήτρης Μυστακίδης μιλά στο “π” και  φωτίζει ξανά το ρεμπέτικο

Υπάρχουν στιγμές που η μουσική ξεπερνά τα όρια της τέχνης και γίνεται φωνή κοινωνικής μνήμης, εσωτερικής αλήθειας και συλλογικού παλμού. Ο Δημήτρης Μυστακίδης, ο άνθρωπος που ξανάδωσε στη λαϊκή κιθάρα τη θέση που της άξιζε, παραχώρησε μία άκρως ουσιαστική συνέντευξη στο περιοδικό Πατρινόραμα και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου, ενόψει της μουσικής παράστασης «Από την Ανδρομέδα στο Κολωνάκι», που θα πραγματοποιηθεί στις 14 Σεπτεμβρίου στο Θερινό Θέατρο του Δήμου Πατρέων στις 20:30 το βράδυ.
Με λόγια γεμάτα ουσία, μιλά για την ενέργεια της κιθάρας, για τη δύναμη του ρεμπέτικου που εξακολουθεί να καθρεφτίζει τις πληγές αλλά και τις ελπίδες μας, και για την ευθύνη κάθε μουσικού που καλείται να μετατρέψει τον ήχο σε βίωμα και τον στίχο σε αγώνα.Ο Δημήτρης Μυστακίδης αποδεικνύει πως η λαϊκή κιθάρα δεν είναι απλώς όργανο, αλλά φωνή μιας ζωντανής παράδοσης. Με σεμνότητα και πάθος, συνεχίζει να δίνει στο ρεμπέτικο τη θέση που του αξίζει, κρατώντας ανοιχτό τον δρόμο για τις επόμενες γενιές.

Πώς νιώθετε που η λαϊκή κιθάρα, χάρη και στη δική σας δουλειά, έχει πλέον τη δική της ξεχωριστή θέση στη μελέτη του ρεμπέτικου;

Χαίρομαι πάνω από όλα που η λαϊκή κιθάρα έχει κατακτήσει τη θέση που της άξιζε στη συνείδηση του κόσμου αλλά και των μουσικών. Χαίρομαι επίσης που το τεχνικό επίπεδο έχει ανέβει σε πολύ υψηλά επίπεδα και πάρα πολλοί νέοι μουσικοί ασχολούνται με το όργανο. Αυτό όμως δεν έγινε μόνο με τη δική μου δουλειά. Πάρα πολλοί άνθρωποι – άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο έχουν βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Αν έχω βάλει και εγώ ένα λιθαράκι σ’ αυτή την εξέλιξη είμαι πανευτυχής.

Μετά από τόσες συνεργασίες με κορυφαίους καλλιτέχνες, τι κρατάτε πιο έντονα ως μουσικά «μαθήματα ζωής»;

Αυτό που υπάρχει σε μια μουσική σύμπραξη είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας. Για να ανθίσει, θέλει αλληλεγγύη, κατανόηση, μετριοπάθεια και αγώνα. Τα ίδια ακριβώς στοιχεία που βοηθάνε και μια κοινωνία να αναπτυχθεί και να ανθίσει. Οπότε μέσα από τη μουσική θεωρώ πως έγινα πιο «χρήσιμο» μέλος μιας κοινωνίας που έχει (η θα έπρεπε να έχει) σαν επίκεντρο τον άνθρωπο.

Στην εποχή μας, το ρεμπέτικο συναντά ξανά το νεανικό κοινό. Πού αποδίδετε αυτήν την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος;

Πάντα το ρεμπέτικο είχε απήχηση στους νέους. Είναι μια μουσική που ξεκίνησε από χαμηλά, διαπέρασε όλες τις κοινωνικές τάξεις και έγινε μουσική όλων των Ελλήνων. Και σαν λαϊκή δημιουργία που είναι, έχει αλήθεια. Οπότε είναι πολύ φυσικό να αγγίζει πολύ εύκολα τους νέους που διαχρονικά είναι αυτοί που αναζητούν αληθινές αξίες. Η μόνη διαφορά με το παρελθόν είναι ότι τώρα οι νέοι που ακούν ρεμπέτικο γνωρίζουν πολύ καλά το είδος και την ουσία του.  Ενώ παλιότερα το να ακούς ρεμπέτικα ήταν και λίγο δήλωση ανυπακοής προς το σύστημα, τώρα οι νέοι έχουν αναγνωρίσει την αντικειμενική καλλιτεχνική αξία του, που φυσικά εμπεριέχει και αυτή την τάση ανυπακοής προς την εξουσία, όπως όλες οι λαϊκές μουσικές άλλωστε.

Ως καθηγητής λαϊκής κιθάρας και παραδοσιακής μουσικής, πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη διδασκαλία και στη δική σας καλλιτεχνική δημιουργία;

Δεν αντιμετώπισα ποτέ πρόβλημα.

Ίσως επειδή γνωρίζω πολύ καλά τις δυσκολίες που έχει το επάγγελμα να ήμουν πιο αυστηρός και να είχα πολλές απαιτήσεις από τους μαθητές μου. Πάντως σε εμένα, η διαδικασία της διδασκαλίας της μουσικής που έπαιζα, με έκανε πολύ καλύτερο σαν μουσικό γιατί αναγκάστηκα να υπεραναλύσω όλα αυτά που έπαιζα με αποτέλεσμα να τα κατανοήσω σε βάθος, Αυτό όπως είναι φυσικό με βοήθησε να ενσωματώσω στο παίξιμο μου πολλές μικρές λεπτομέρειες που δίνουν (θελω να πιστεύω) ουσία στο τελικό αποτέλεσμα. Πάντως είναι δυο τελείως διαφορετικές διαδικασίες. Η διδασκαλία είναι φοβερά απαιτητική διαδικασία που εμπλέκει και άλλους ανθρώπους μέσα της. Ανθρώπους που σε εμπιστεύονται για να γίνουν καλύτεροι σ αυτό που αγαπάνε οπότε έχει φοβερή ευθύνη, ενώ η καλλιτεχνική δημιουργία είναι λίγο προσωπική υπόθεση. Ότι και να κάνεις  αφορά εσένα μόνο. Εσύ χρεώνεσαι το κόστος αλλά απολαμβάνεις και το κέρδος.

Το ρεμπέτικο κουβαλάει μια ιστορία κοινωνικών αγώνων, περιθωρίου αλλά και βαθιάς ευαισθησίας. Τι από αυτά πιστεύετε πως μιλά πιο δυνατά στο σήμερα;

Δυστυχώς όλες οι κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν το ρεμπέτικο συνεχίζουν να υπάρχουν και τώρα. Κοινωνική αδικία, φτώχεια, προσφυγιά, απομόνωση ολόκληρων κοινωνικών ομάδων, ανεξέλεγκτη κρατική βία και ατιμωρησία και πόσα άλλα. Θα μπορούσε να γραφτεί τώρα το ρεμπέτικο αλλά μιας και έχει ήδη γραφτεί νομίζω ότι αυτή την καινούργια ανάγκη την έχει καλύψει το Hip Hop.

Στο έργο σας συνδυάζετε έρευνα, δισκογραφία και διδακτική. Ποια διάσταση σάς δίνει τη μεγαλύτερη δημιουργική ικανοποίηση;

Αν θα μπορούσα να τα βάλω σε μια σειρά θα έλεγα δισκογραφία, έρευνα και διδασκαλία.

Αν έπρεπε να περιγράψετε με μια λέξη την ουσία της λαϊκής κιθάρας, ποια θα ήταν αυτή;

Ενέργεια.

Πόσο δύσκολο ήταν να ανασύρετε και να αναδείξετε μια τεχνική που είχε σχεδόν ξεχαστεί;

Δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Επειδή οι παλιότεροι κιθαρίστες είχαν φτάσει την τεχνική της σε πολύ υψηλά επίπεδα και η αξία της είναι πολύ μεγάλη ήταν σαν να είδα το κεφάλι από ένα χρυσό άγαλμα να ξεπροβάλει σε ένα χωράφι. Εγώ απλώς έσκαψα λίγο γύρω γύρω για να φανεί το μεγαλείο της.

Μετά από δύο βιβλία και τόσα χρόνια πορείας, τι είναι αυτό που ακόμη ψάχνετε ή που σας συγκινεί σαν να το ανακαλύπτετε πρώτη φορά;

Ψάχνω την ουσία στην απλότητα. Ακόμη εντυπωσιάζομαι με το πώς το απλό μπορεί να γίνει φοβερά. συγκινητικό.

Τι θα θέλατε να μείνει στο κοινό της Πάτρας μετά το τέλος της παράστασης στις 14 Σεπτεμβρίου;

Τα τραγούδια πάντα για μένα είναι η αφορμή για να θυμηθούμε πράγματα που μας πληγώνουν και πράγματα που πρέπει να παλέψουμε για να αλλάξουν. Θα ήθελα στο τέλος της συναυλίας έστω και ένας άνθρωπός να προβληματιστεί για το τι κάνουμε λάθος και να παλέψει για να το αλλάξουμε.