Κατερίνα Μαυρογεώργη στο “π”: «Η “Καρυάτιδα!” μάς κάνει να γελάμε με την ανθρώπινη φύση και τις αντιφάσεις της»

Μπορεί ένα άγαλμα να γίνει αφορμή για να ξεδιπλωθεί ολόκληρη η σύγχρονη Ελλάδα; Στην «Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη, η επιστροφή της χαμένης έκτης Καρυάτιδας πυροδοτεί έναν καταιγισμό από πολιτικές αντιπαραθέσεις, επικοινωνιακά παιχνίδια, παρασκηνιακές συγκρούσεις και καταστάσεις που προκαλούν αβίαστα το γέλιο, αφήνοντας όμως πίσω τους μια σαφή αιχμή.

Η επιτυχημένη κωμωδία, σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Μαυρογεώργη, έρχεται στην Πάτρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας, την Πέμπτη 27 Αυγούστου, στο Θερινό Δημοτικό Θέατρο. Με αφορμή την παράσταση, η σκηνοθέτις συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το περιοδικό «πατρινόραμα-hellenic», μιλώντας για το χιούμορ, την πολιτική σάτιρα, τις αντιφάσεις της ελληνικής πραγματικότητας, αλλά και για τη διαδρομή μιας παράστασης που πλέον ταξιδεύει σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Η «Καρυάτιδα!» μιλά για μια χώρα που μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να περάσει από την εθνική συγκίνηση στην πολιτική παράνοια και από το μεγαλείο στο φιάσκο. Εσείς, ως σκηνοθέτις, πού αισθανθήκατε ότι κρύβεται η πιο βαθιά αλήθεια αυτής της κωμωδίας;

Κρύβεται σε αυτή την ακραία συνθήκη που έχει φέρει ο Γιώργος Καπουτζίδης μέσα στην οποία εγκλωβίζονται όλοι από τα πρώτα κιόλας λεπτά -ήρωες κι άγαλμα εξίσου- χωρίς δρόμο διαφυγής. Κι όσο κυλά ο χρόνος και ξεδιπλώνεται η πλοκή, αυτή η συνθήκη γίνεται ολοένα πιο παράλογη, μα παράλληλα ολοένα πιο πιστευτή. Αυτό ασκεί διπλή επίδραση πάνω μας, τους θεατές: από τη μια πλευρά γελάμε ανακουφισμένοι, γιατί είναι θέατρο, άρα δεν έχει συμβεί (ακόμα) στ’ αλήθεια· από την άλλη ανατριχιάζουμε, καθώς συνειδητοποιούμε πως αυτή η ιστορία που παρακολουθούμε είναι βγαλμένη κατευθείαν από την πραγματικότητα που ζούμε.

Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό στο να γελάμε με τις ίδιες μας τις αντιφάσεις, ίσως επειδή κατά βάθος αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αυτές. Όταν σκηνοθετείτε μια τέτοια παράσταση, γελάτε περισσότερο με την Ελλάδα ή μαζί της;

Γελάω κυρίως με την ανθρώπινη φύση και τις αντιφάσεις της. Η οποία, ανεξαρτήτως εθνικότητας, δεν παραλείπει ποτέ να χαρίζει στιγμές μεγαλείου και ειρωνείας, ενίοτε και τραγικής.

Η «Καρυάτιδα!» έχει πίσω από το γέλιο μια αρκετά πικρή ματιά πάνω στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Πόσο δύσκολο είναι να κρατήσει κανείς αυτή την ισορροπία, ώστε το κοινό να γελάει με την καρδιά του αλλά, φεύγοντας από το θέατρο, να έχει και κάτι που να το ακολουθεί;

Θέλει θάρρος και πίστη στο κείμενο. Δεν προσπαθήσαμε ούτε να κερδίσει η κωμωδία, για να μην στεναχωρηθούμε πολύ στο τέλος, ούτε και να λυγίσουμε από το βάρος του  δράματος και της πικρής αλήθειας. Το αναπάντεχο φινάλε λειτουργεί ακριβώς επειδή έχει προηγηθεί το γέλιο, όταν η καρδιά έχει ζεσταθεί κι ανοίξει, κάποια πράγματα ακούγονται σαν να τα ακούς πρώτη φορά, σαν να κρύβεται μέσα τους μια ελπίδα, μια μυστική αισιοδοξία.

Μετά από δύο θεατρικές σεζόν και μια μεγάλη επιτυχία, τι έχει αλλάξει μέσα σας ως σκηνοθέτιδα απέναντι στην παράσταση; Υπάρχει κάποιο σημείο της που σήμερα το κοιτάτε διαφορετικά απ’ ό,τι όταν ξεκινούσατε;

Έχω πάντα έγνοια κι έχω πάντα  κέφι για αυτή τη δουλειά. Έγνοια γιατί είναι μια δύσκολη παράσταση για τον θίασο, πολύ σωματική και ρυθμική και κέφι γιατί είναι πάντα απολαυστική… Οι δύο σεζόν δεν εξαλείφουν ούτε την έγνοια, ούτε το κέφι! Αν κάτι κοιτάω διαφορετικά είναι η αντοχή και το δόσιμο των ηθοποιών που επίσης παραμένουν ενεργά στο εκατό τοις εκατό. Τους θαυμάζω ακόμα πιο πολύ.

Η «Καρυάτιδα!» ταξιδεύει πλέον στην Ελλάδα. Τι σημαίνει για έναν σκηνοθέτη να παίρνει μια παράσταση που γεννήθηκε στην Αθήνα και να τη συναντά σε διαφορετικές πόλεις, διαφορετικά κοινά και διαφορετικές ευαισθησίες;

Σημαίνει πολλή χαρά και πολλή αγωνία ταυτόχρονα. Η παράστασή μας γεννήθηκε μέσα σε ένα κλειστό θέατρο, προστατευμένη από τις συνθήκες του εξωτερικού χώρου. Η τροποποίησή της για είναι ασφαλής και ταυτόχρονα να μην χάσει τίποτα από την ουσία της ήταν ένα μεγάλο ταξίδι, και δημιουργικά και πιο πρακτικά. Το  να την βλέπω να ξεφεύγει από τα αρχικά χωροταξικά της όρια και να επισκέπτεται και άλλους προορισμούς  στη χώρα είναι κάτι το πολύ συγκινητικό… Χαίρομαι πάρα πολύ που μπορούν να την απολαύσουν θεατές από όλη την Ελλάδα.

Η επιστροφή της «χαμένης» Καρυάτιδας γίνεται αφορμή για να αποκαλυφθούν πολλά περισσότερα από μια εθνική ιστορία. Αν μπορούσατε να κρατήσετε μία μόνο εικόνα από την παράσταση ως σχόλιο για τη σημερινή Ελλάδα, ποια θα ήταν και γιατί;

Είναι μια εικόνα που υπάρχει τώρα στην παράσταση, σε αυτήν την καλοκαιρινή βερσιόν. Σε ένα σημείο, ένα βίντεο προβάλλεται στον τοίχο και τα λευκά στόρια του σκηνικού. Λειτουργούν σαν οθόνη για προβολή. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, ένας ήρωας του έργου, ο Γιώργος, ίσως ο πιο αθώος χαρακτήρας του έργου, μπαίνει κι ο ίδιος στην προβολή καθώς ανοίγει λίγο τα στόρια με τα χέρια του και βλέπει πως είναι πλέον περικυκλωμένοι από την αστυνομία. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος πια, και μάλιστα μόνο για τους δύο αθώους ήρωες του έργου, τον ίδιο και την Βιολέτα, ενώ πάνω τους προβάλλεται κάτι τελείως άλλο. Φέτος το καλοκαίρι ανατριχιάζω σε αυτό το σημείο πάντα.

Στο θέατρο η κωμωδία απαιτεί ακρίβεια, ρυθμό, αλλά και μια βαθιά εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που βρίσκονται πάνω στη σκηνή. Ποια στιγμή αυτής της διαδρομής σάς έκανε να νιώσετε ότι η «Καρυάτιδα!» δεν είναι πια απλώς μια παράσταση που σκηνοθετείτε, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που έχει τη δική του ζωή;

Νομίζω από την αρχή. Ένιωσα αμέσως μεγάλη εμπιστοσύνη με τον Γιώργο. Έπειτα βρήκα  ταιριαστούς ηθοποιούς, τους αγαπημένους μου συντελεστές και συντελέστριες, κι η ομάδα της Καρυάτιδας ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον παζλ που σιγά σιγά συμπληρώθηκε. Το έργο, η ομάδα, εμείς οι συντελεστικές δυνάμεις στον πάγκο συντονιστήκαμε προς μια δημιουργία που έδειχνε πως θα αποδεικνυόταν συνάμα αβάσταχτα αστεία και βαθιά ευαίσθητη.

Η «Καρυάτιδα!» αποδεικνύει πως η καλή κωμωδία δεν τελειώνει όταν πέσει η αυλαία. Το γέλιο μπορεί να είναι η αφετηρία για μια πιο ουσιαστική ματιά στην κοινωνία, στην πολιτική, στις ανθρώπινες αδυναμίες και στις αντιφάσεις που όλοι λίγο-πολύ αναγνωρίζουμε γύρω μας.

Στη σκηνοθετική ματιά της Κατερίνας Μαυρογεώργη, το κείμενο του Γιώργου Καπουτζίδη αποκτά γρήγορο ρυθμό, ενέργεια και θεατρική ζωντάνια, χωρίς να χάνει την αιχμηρότητά του. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο στοίχημα της παράστασης: να γελάσεις δυνατά, να αναγνωρίσεις μέσα στο γέλιο κάτι από τη δική σου πραγματικότητα και, επιστρέφοντας στο σπίτι, να συνεχίσεις να το σκέφτεσαι.