«Ποιος ετοιμάζει το “τέλος εποχής” για το ΕΑΠ;»

Γράφει η Ευτυχία Λαμπροπούλου

Υπάρχουν ζητήματα που μένουν για κάποιο διάστημα κλεισμένα σε συρτάρια. Όχι κατ’ ανάγκη επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή  δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα να ειπωθούν δημόσια. Μια τέτοια συζήτηση φέρεται να έγινε πριν από λίγες ημέρες, με τη συμμετοχή υψηλόβαθμων στελεχών του Υπουργείου Παιδείας. Ανάμεσα στα θέματα που τέθηκαν ήταν και το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Το Πανεπιστήμιο που εδώ και χρόνια έχει συνδέσει το όνομά του με την Πάτρα, την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και τη δυνατότητα χιλιάδων ανθρώπων να σπουδάσουν, ανεξάρτητα από ηλικία, τόπο διαμονής ή επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, αυτή τη στιγμή συζητούνται τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Το πρώτο αφορά τη μεταφορά της έδρας του ΕΑΠ από την Πάτρα στην Αθήνα. Το δεύτερο προβλέπει τη συγχώνευση του ΕΑΠ με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση. Υπάρχει και ένα τρίτο, ακόμη πιο σύνθετο σενάριο,  να συμβούν και τα δύο. Να μεταφερθεί, δηλαδή, η έδρα του ΕΑΠ στην Αθήνα και στη συνέχεια να προχωρήσει η συγχώνευσή του με το ΕΚΠΑ.

Ας είμαστε σαφείς. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν πρόκειται για επίσημες κυβερνητικές αποφάσεις ή ανακοινώσεις, αλλά  για σενάρια που, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, βρίσκονται στο επίπεδο των συζητήσεων. Όταν, όμως, τέτοιες πληροφορίες αφορούν ένα Πανεπιστήμιο που για την Πάτρα δεν είναι ένα ακόμη ακαδημαϊκό Ίδρυμα, αλλά ένας θεσμός με ιστορία, παρουσία και ιδιαίτερο συμβολισμό για την πόλη, δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν. Και κάπου εδώ αρχίζουν οι αναπόφευκτοι συνειρμοί.

Η συζήτηση για την τύχη του ΕΑΠ δεν είναι καινούργια. Το 2019, με τον νόμο Γαβρόγλου, το ΕΑΠ βρέθηκε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Τότε η παρέμβαση του Αλέξη Λυκουργιώτη, πρώην Πρύτανη και θεμελιωτή του ΕΑΠ, υπήρξε καταλυτική. Ο πρώην Πρύτανης Αλέξης Λυκουργιώτης είχε απευθύνει μια δραματική έκκληση με έναν τίτλο που τα έλεγε όλα, «ΔΙΑΣΩΣΤΕ ΤΟ ΕΑΠ». Πράγματι το ΕΑΠ διασώθηκε και παρέμεινε αυτοτελές.

Σήμερα, επτά χρόνια μετά, η ιστορία μοιάζει να επιστρέφει. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, τα πρόσωπα είναι διαφορετικά, τα σενάρια είναι διαφορετικά. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: Τι μέλλει γενέσθαι με το ΕΑΠ; Μιας και πιάσαμε τα ερωτήματα μπαίνουν και άλλα στο τραπέζι. Τώρα ποιος θα σηκώσει το ανάστημά του;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της σημερινής συγκυρίας. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες για τρία σενάρια που αφορούν την επόμενη ημέρα του ΕΑΠ,  μεταφορά της έδρας στην Αθήνα, συγχώνευση με το ΕΚΠΑ ή συνδυασμός των δύο.

Από την άλλη υπάρχει το νέο Σχέδιο Σύμβασης, το οποίο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και κριτική. Το ερώτημα που τίθεται είναι μήπως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στα δύο; Το ερώτημα είναι βαρύ. Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτεί απάντηση. Δεν υποστηρίζουμε ότι υπάρχει σύνδεση. Ρωτάμε εάν υπάρχει;

Και εάν δεν υπάρχει, η διοίκηση του ΕΑΠ έχει έναν πολύ απλό τρόπο να το ξεκαθαρίσει να απαντήσει δημόσια. Γιατί δεν επανεξετάζει τις επίμαχες διατάξεις; Γιατί δεν τροποποιεί το Σχέδιο Σύμβασης στα σημεία που έχουν προκαλέσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις; Γιατί δεν επιλέγει τον δρόμο του διαλόγου; Και γιατί σιωπά απέναντι σε τόσο αιχμηρά δημοσιεύματα και δημόσιες τοποθετήσεις; Η σιωπή μπορεί να είναι επιλογή. Σε μια δημόσια συζήτηση, όμως, δεν είναι πάντα η καλύτερη απάντηση.

Και μέσα σε αυτό το κλίμα υπάρχει ένα ακόμη γεγονός που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Η γενναία και ηχηρή παραίτηση του Ομότιμου Καθηγητή Σήφη Μπουζάκη από το Συμβούλιο Διοίκησης του ΕΑΠ.

Στην επιστολή παραίτησής του, ο ίδιος κάνει λόγο για λόγους «βαθύτατα ακαδημαϊκούς, δεοντολογικούς και ηθικούς» και περιγράφει τη θητεία του στο Συμβούλιο Διοίκησης με ιδιαίτερα σκληρές εκφράσεις.

Μιλά για «μια απίστευτη μοναξιά και μια ακραία τοξικότητα», η οποία, όπως υποστηρίζει, δεν συνάδει με το ακαδημαϊκό ήθος, τις δημοκρατικές διαδικασίες και την ελευθερία της έκφρασης που πρέπει να διέπουν ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα.

Η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ήταν η άρνηση των διοικητικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου να διακινήσουν προς τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας γραπτό κείμενο-τοποθέτησή του.

Ο ίδιος χαρακτηρίζει την ενέργεια αυτή «ευθεία και απροκάλυπτη απόπειρα λογοκρισίας» σε βάρος εκλεγμένου μέλους του Συμβουλίου Διοίκησης και Ομότιμου Καθηγητή με ακαδημαϊκή διαδρομή σχεδόν μισού αιώνα.

Παράλληλα, εκφράζει την πλήρη διαφωνία του με τους χειρισμούς της Διοίκησης στο ζήτημα των συμβασιούχων εργαζομένων του ΕΑΠ, τους οποίους, όπως αναφέρει, αφήνουν σε «διαρκή αναίτια ομηρία και εργασιακή ανασφάλεια», παρά το γεγονός ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ιδρύματος.

Και στο πλέον αιχμηρό σημείο της επιστολής του σημειώνει:

«Η ακαδημαϊκή μου διαδρομή και η προσωπική μου αξιοπρέπεια δεν μου επιτρέπουν να νομιμοποιώ με την παρουσία μου τέτοιες αυταρχικές νοοτροπίες και πρακτικές».

Τα λόγια αυτά δεν είναι δημοσιογραφικοί χαρακτηρισμοί. Είναι οι ίδιοι οι χαρακτηρισμοί ενός ανθρώπου που μέχρι πρότινος συμμετείχε στο Συμβούλιο Διοίκησης του ΕΑΠ.

Κλείνοντας την επιστολή του, ο Ομ. καθηγητής  Σήφης Μπουζάκης επικαλείται το αρχαιοελληνικό ρητό του Βίαντος του Πριηνέως: «Αρχή άνδρα δείκνυσι». Η εξουσία αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του ανθρώπου.

Αλήθεια, έγινε αντιληπτό το μήνυμα που θέλησε να στείλει; Προβλημάτισε κανέναν το περιεχόμενο της επιστολής του; Ή μήπως η παραίτηση ενός Ομότιμου Καθηγητή και μέλους του Συμβουλίου Διοίκησης θα αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα ακόμη γεγονός που θα περάσει και θα ξεχαστεί;

Όταν ένας άνθρωπος με αυτή την ακαδημαϊκή διαδρομή επιλέγει να αποχωρήσει και μάλιστα καταγράφοντας εγγράφως τους λόγους της απόφασής του, το ελάχιστο που δικαιούται η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι να πληροφορηθεί, να ακούσει και να προβληματιστεί.

Και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα για την πόλη. Γιατί σιωπούν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς της Πάτρας; Η Περιφέρεια, οι βουλευτές, τα Επιμελητήρια, τα συνδικάτα και όλοι οι υπόλοιποι θεσμικοί και κοινωνικοί φορείς; Γιατί σιωπούν όσοι έχουν ασκήσει διοίκηση στο ΕΑΠ και ιδιαίτερα όσοι γνωρίζουν πολύ καλά τη σημασία του Ιδρύματος για την πόλη; Γιατί δεν ζητούν απαντήσεις; Γιατί δεν ζητούν από τον Πρύτανη και το Συμβούλιο Διοίκησης να επανεξετάσουν τις επίμαχες διατάξεις της Σύμβασης; Να αφαιρεθούν, δηλαδή, εκείνες οι προβλέψεις που έχουν προκαλέσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και για τις οποίες ασκείται έντονη κριτική; Αυτό ζητείται. Και είναι τόσο παράλογο;

Ας βάλουμε, λοιπόν, όλα τα δεδομένα στο ίδιο τραπέζι. Τρία σενάρια για το μέλλον του ΕΑΠ,  μεταφορά της έδρας στην Αθήνα, συγχώνευση με το ΕΚΠΑ ή και τα δύο μαζί.

Μια ιστορική προηγούμενη κρίση, το 2019, όταν ο Αλέξης Λυκουργιώτης, πρώην Πρύτανης και θεμελιωτής του ΕΑΠ, ύψωσε τη φωνή του με το «ΔΙΑΣΩΣΤΕ ΤΟ ΕΑΠ».Ένα νέο Σχέδιο Σύμβασης που έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Μια ηχηρή παραίτηση, αυτή του Ομότιμου Καθηγητή Σήφη Μπουζάκη, από το Συμβούλιο Διοίκησης. Και μια διοίκηση που, παρά όλα αυτά, επιμένει στη συγκεκριμένη Σύμβαση και δεν ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο καθώς και προγενέστερα υψηλόβαθμα στελέχη κρατούν σιγή ιχθύος.

Μπορεί όλα αυτά να είναι εντελώς άσχετα μεταξύ τους; Μπορεί και όχι. Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να ξεκαθαριστεί. Γιατί όταν εμφανίζονται ταυτόχρονα τόσα ερωτήματα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή.

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ΕΑΠ. Αφορά ευθέως και την Πάτρα. Το ΕΑΠ δεν είναι ένα Ίδρυμα που απλώς βρίσκεται γεωγραφικά στην πόλη. Έχει αποτελέσει επί χρόνια ένα από τα σημαντικότερα ακαδημαϊκά σημεία αναφοράς της. Μια ενδεχόμενη μεταφορά της έδρας του στην Αθήνα δεν θα ήταν μια απλή διοικητική μεταβολή. Θα είχε τεράστιο συμβολικό βάρος για την Πάτρα και θα προκαλούσε εύλογες αντιδράσεις. Και σήμερα, έστω και υπό τη μορφή σεναρίων, ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για τον ρόλο της Πάτρας στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.

Κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ποιο από τα τρία σενάρια θα προχωρήσει. Ίσως κανένα. Κανείς δεν γνωρίζει εάν πρόκειται για υπαρκτό σχεδιασμό που βρίσκεται σε αρχικό στάδιο ή για εναλλακτικές που απλώς εξετάζονται. Αυτό, όμως, που μπορούμε να καταγράψουμε είναι ότι η συζήτηση υπάρχει.

Και όταν η συζήτηση αφορά το μέλλον ενός δημόσιου Πανεπιστημίου, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Γιατί, αν όλα είναι απλώς φήμες, μια καθαρή διάψευση θα μπορούσε να βάλει τέλος στα σενάρια. Αν όμως υπάρχει κάτι περισσότερο; Τότε η σιωπή αποκτά άλλο νόημα. Και κάπου εδώ ταιριάζει η λαϊκή ρήση: «Κάποιον λάκκο έχει η φάβα».

Το 2019 ήταν το «ΔΙΑΣΩΣΤΕ ΤΟ ΕΑΠ». Σήμερα μήπως πρέπει να τεθεί το ίδιο ερώτημα; Χρειάζεται άραγε και πάλι να το διασώσουμε ή απλώς να περιμένουμε να δούμε τι έχει ήδη αποφασιστεί; Η  Πάτρα θα παρακολουθεί για μία ακόμη φορά τις εξελίξεις από απόσταση; Οι θεσμικοί της φορείς θα συνεχίσουν να σιωπούν; Η ακαδημαϊκή κοινότητα θα περιμένει; Οι φοιτητές θα αγνοούν και οι εργαζόμενοι θα αγωνιούν; Και η διοίκηση του ΕΑΠ θα συνεχίσει να μην απαντά στα κρίσιμα ερωτήματα; Η τύχη του ΕΑΠ δεν είναι υπόθεση λίγων. Είναι κοινή υπόθεση. Γι’ αυτό, σήμερα περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται κάποιος να σηκώσει το ανάστημά του. Γιατί, όπως λέει και η φράση που αποδίδεται στον Ισοκράτη: «Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον».

Μόνο που αυτή τη φορά το ερώτημα είναι ένα και σαφέστατο  Είναι πράγματι αόρατο το μέλλον του ΕΑΠ ή κάποιοι γνωρίζουν ήδη περισσότερα απ’ όσα λένε;