«Το παιδί που δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει – Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε στα 54 του»

Η είδηση ήρθε ξαφνικά και πάγωσε την Ελλάδα. Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε από τη ζωή στα 54 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη μουσική διαδρομή, δεκάδες τραγούδια και μια φωνή που για περισσότερες από τρεις δεκαετίες συνόδευσε τις χαρές, τους έρωτες, τους χωρισμούς και τις νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς.

Ο θάνατός του από ανακοπή καρδιάς στο νοσοκομείο «Ελπίς» έβαλε απότομα τέλος σε μια ζωή που από πολύ νωρίς ήταν συνδεδεμένη με το τραγούδι και τη νύχτα.

Πίσω όμως από τον καταξιωμένο καλλιτέχνη, πίσω από τα φώτα, τις μεγάλες πίστες και τις επιτυχίες, υπήρχε ένα παιδί.

Ένα παιδί μόλις 15 ετών που δούλευε για το όνειρό του.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο νεαρός Γιώργος Μαζωνάκης εργάστηκε στο Utopia, το νυχτερινό μαγαζί του Γιάννη Κόντη. Και όπως έχει διηγηθεί ο ίδιος ο Κόντης, ο Μαζωνάκης δεν περιοριζόταν σε μία δουλειά. Εργαζόταν ταυτόχρονα και σε ένα ακόμη μαγαζί.

Επτά ημέρες την εβδομάδα.

Σε μια ηλικία που άλλα παιδιά ζούσαν την ανεμελιά της εφηβείας, εκείνος έδινε τη δική του μάχη. Ξενύχτι, δουλειά, κούραση και ξανά από την αρχή.

Δεν είχε ακόμη γίνει ο Γιώργος Μαζωνάκης που γνώρισε όλη η Ελλάδα.

Ήταν απλώς ένα παιδί που ήξερε τι ήθελε.

Και δεν φοβήθηκε τη σκληρή διαδρομή.

Από τη Νίκαια του Πειραιά, όπου μεγάλωσε, με καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης, ο Μαζωνάκης κουβαλούσε από μικρός την αγάπη για το λαϊκό τραγούδι. Άκουγε Διονυσίου, Πάριο, Μαρινέλλα, Χάρις Αλεξίου, αλλά παράλληλα αγαπούσε και το ξένο ροκ. Ένα μουσικό κράμα που αργότερα θα γινόταν μέρος της δικής του ξεχωριστής ταυτότητας.

Στα 15 του είχε ήδη αποφασίσει ότι το τραγούδι δεν θα ήταν ένα περαστικό όνειρο.

Θα ήταν η ζωή του.

Το καλοκαίρι του 1992 ήρθε η μεγάλη ευκαιρία. Η Polygram τον ανακάλυψε και η πόρτα της δισκογραφίας άνοιξε. Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, «Μεσάνυχτα και κάτι».

Και μετά ήρθε η απογείωση.

«Με τα μάτια να το λες», «3 το πρωί», «Ανήκω σε μένα», «Μη μου ζητάς», «Μου λείπεις», «Παιδί της Νύχτας». Τραγούδια που δεν έμειναν απλώς στις λίστες επιτυχιών.

Έγιναν αναμνήσεις.

Ο Μαζωνάκης κατάφερε κάτι που λίγοι καλλιτέχνες πετυχαίνουν: να αποκτήσει δικό του ήχο, δικό του ύφος, δική του σκηνική ταυτότητα. Δεν προσπάθησε να χωρέσει σε καλούπια. Αντίθετα, έφτιαξε το δικό του.

Και το κοινό τον ακολούθησε.

Για περισσότερα από 30 χρόνια, η φωνή του ακούστηκε μέσα στη νύχτα. Σε μαγαζιά που γέμιζαν ασφυκτικά, σε αυτοκίνητα που διέσχιζαν την Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα, σε σπίτια όπου κάποιοι αγαπούσαν, κάποιοι χώριζαν και κάποιοι προσπαθούσαν απλώς να ξεχάσουν.

Τώρα η νύχτα θα είναι διαφορετική.

Ο άνθρωπος που ξεκίνησε από τα 15 του να παλεύει επτά ημέρες την εβδομάδα για να γίνει τραγουδιστής έφυγε ξαφνικά, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που δεν χωρά εύκολα σε αριθμούς, δίσκους και επιτυχίες.

Γιατί η πραγματική παρακαταθήκη του δεν είναι μόνο όσα τραγούδησε.

Είναι όσα έκανε τους άλλους να αισθανθούν.

Και αυτό δεν σβήνει.

Μπορεί τα φώτα της σκηνής να έσβησαν. Μπορεί το μικρόφωνο να έμεινε άδειο.

Όμως κάθε φορά που θα ακούγεται ένα τραγούδι του, θα επιστρέφει εκείνο το παιδί των 15 χρόνων που δούλευε ασταμάτητα κυνηγώντας το όνειρό του.

Ο Γιώργος έφυγε.
Η φωνή του, όμως, έμεινε.

Και όσο θα υπάρχει ένας άνθρωπος που θα τον θυμάται, θα ζει μέσα στα τραγούδια του.