Ζωή Τηγανούρια: «Κάποιες μελωδίες δεν τις αναζητάς, έρχονται αβίαστα και σε βρίσκουν»

Υπάρχουν μελωδίες  που σε βρίσκουν εκεί που δεν το περιμένεις. Που ανοίγουν μια πόρτα στη μνήμη, φέρνουν πίσω ένα πρόσωπο, έναν τόπο, μια εποχή και σε κάνουν για λίγο να σταθείς απέναντι σε όσα κουβαλάς μέσα σου. Εκεί ακριβώς συναντά κανείς τη μουσική της Ζωής Τηγανούρια.

Η καταξιωμένη συνθέτρια και δεξιοτέχνις του ακορντεόν έχει χαράξει τη δική της ξεχωριστή διαδρομή, χωρίς να φοβηθεί να κινηθεί ανάμεσα στην ελληνική παράδοση, το τάγκο και διαφορετικούς μουσικούς πολιτισμούς. Για εκείνη, οι ρίζες δεν αποτελούν δεσμά, αλλά αφετηρία. Η παράδοση δεν είναι κάτι που μένει πίσω, αλλά ένας ζωντανός κόσμος που μπορεί να συνομιλεί με το σήμερα και να γεννά νέες μουσικές διαδρομές.

Με αφορμή τη μεγάλη μουσικοχορευτική της βραδιά στην Πάτρα,Την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, στις 21:00, στο PRIVILEGE, η Ζωή Τηγανούρια συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το περιοδικό “Πατρινόραμα Hellenic” και ανοίγει ένα παράθυρο όχι μόνο στη μουσική της, αλλά και στον άνθρωπο πίσω από τη σκηνή.

Μιλά για τη μελωδία που γεννήθηκε σε μια δύσκολη προσωπική περίοδο και έγινε για την ίδια μια ανάσα γαλήνης. Για το ακορντεόν που λειτουργεί σαν προέκταση των συναισθημάτων της. Για τη δύναμη της παράδοσης, τη συνάντησή της με το τάγκο, την καλλιτεχνική ελευθερία που χρειάστηκε να διεκδικήσει και τις πόρτες που κάποτε δεν άνοιξαν. Για τη συμπερίληψη και την ανάγκη η τέχνη να ανήκει σε όλους, αλλά και για εκείνη τη μοναδική στιγμή όπου το βλέμμα ενός θεατή γίνεται η πιο δυνατή επιβεβαίωση πως μια μελωδία κατάφερε να αγγίξει την ψυχή. Εκεί  βρίσκεται τελικά όλη η ουσία της μουσικής της Ζωής Τηγανούρια. Στην ικανότητά της να μετατρέπει τον ήχο σε συναίσθημα και το συναίσθημα σε μια εμπειρία που μένει.

Λέτε ότι η μουσική μπορεί να κάνει την ψυχή να χορεύει. Υπάρχει, όμως, κάποια μελωδία που έχει κάνει και τη δική σας ψυχή να «χορέψει» σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής σας; Και τι θυμάστε από εκείνη τη στιγμή;

Θα ξεχώριζα το «Ήλιος χρυσός και αλάτι», μία από τις πρώτες μου συνθέσεις. Την έγραψα στο πιάνο μου σε μια περίοδο που αντιμετώπιζα κάποια προσωπικά προβλήματα και η σύνθεση λειτουργούσε για μένα σαν μια ανάσα γαλήνης. Με βοηθούσε να απομακρύνομαι για λίγο από όσα με δυσκόλευαν και να ξαναβρίσκω, μέσα από τη μουσική, το φως που υπάρχει ακόμη και στις δύσκολες πλευρές της ζωής.

Η μελωδία βγήκε αβίαστα, από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα. Χρόνια αργότερα η Μαρία Παπαδάκη έγραψε τους στίχους που έχει σήμερα και το τραγούδι κυκλοφόρησε αρχικά με τη φωνή του Βαγγέλη Δημούδη και αργότερα με τη φωνή της Βιβής Βουτσελά. Με συγκινεί ιδιαίτερα που σήμερα αρκετοί σύλλογοι παραδοσιακών χορών το εντάσσουν στις εκδηλώσεις τους ανάμεσα σε παραδοσιακά τραγούδια.

Ο Αχιλλέας Χαλδαιάκης, Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε χαρακτηρίσει κάποτε τη μελωδία «οιονεί αχειροποίητη», λέγοντας πως εμείς οι άνθρωποι της μουσικής επιστήμης προσπαθούμε να αναλύσουμε και να καταγράψουμε πώς γεννιέται μια μελωδία, ενώ όταν υπάρχει αληθινή έμπνευση, εκείνη απλώς κυλάει σαν ένα ποταμάκι!

Τότε συνειδητοποίησα και πόσο βαθιά με είχε επηρεάσει ο κόσμος της παραδοσιακής μουσικής, μέσα στον οποίο μεγάλωσα με τα ακούσματα του βιολιστή πατέρα μου. Αυτή η μουσική μνήμη είχε ριζώσει μέσα μου και άρχισε να βγαίνει στις συνθέσεις μου η μία μετά την άλλη. Ίσως γι’ αυτό κάποιες μελωδίες δεν αισθάνεσαι ότι τις κατασκευάζεις· απλώς έρχονται.

Το ακορντεόν στα χέρια σας δεν είναι ένα μουσικό όργανο αλλά μοιάζει να γίνεται προέκταση των συναισθημάτων σας. Όταν ανεβαίνετε στη σκηνή, τι είναι αυτό που θέλετε περισσότερο να αφήσετε στον άνθρωπο που κάθεται απέναντί σας, μια μελωδία, μια ανάμνηση ή ένα συναίσθημα;

Θα έλεγα ένα συναίσθημα που πηγάζει από μνήμες. Γιατί πολλές φορές η μουσική έχει αυτή τη μοναδική δύναμη: να ξυπνά μέσα μας πράγματα που νομίζαμε ότι είχαμε ξεχάσει. Ένα άκουσμα μπορεί να μας επιστρέψει σε έναν τόπο, σε έναν άνθρωπο, σε μια εποχή, ακόμη και σε μια στιγμή που δεν μπορούμε πια να περιγράψουμε με λόγια, αλλά το συναίσθημά της παραμένει ζωντανό μέσα μας.

Το ακορντεόν για μένα είναι πράγματι μια προέκταση του συναισθήματός μου. Μέσα από αυτό μπορώ να πω πράγματα που ίσως δεν θα μπορούσα να εκφράσω με λέξεις. Κι όταν βρίσκομαι στη σκηνή, αυτό που επιθυμώ περισσότερο είναι η μουσική να αγγίξει κάτι προσωπικό στον καθένα. Να ξυπνήσει μια δική του μνήμη και, μέσα από αυτήν, ένα συναίσθημα.

Γιατί τελικά ο θεατής μπορεί να ξεχάσει ποια νότα έπαιξες ή ακόμη και ποιο κομμάτι άκουσε· δύσκολα όμως ξεχνά αυτό που τον έκανες να νιώσει.

Η παράσταση στην Πάτρα συνδυάζει μουσική, τραγούδι, χορό, ελληνική παράδοση και τάγκο. Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, πόσο δύσκολο είναι για έναν σύγχρονο καλλιτέχνη να κρατήσει ζωντανές τις ρίζες του χωρίς να εγκλωβιστεί στο παρελθόν;

Για μένα οι ρίζες δεν είναι κάτι που μας κρατά στο παρελθόν· είναι το σημείο από το οποίο μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά. Η παράδοση είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Αν την αντιμετωπίσουμε σαν κάτι μουσειακό, κινδυνεύουμε να χάσουμε ακριβώς αυτό που την έκανε να επιβιώσει μέσα στους αιώνες: την ικανότητά της να περνά από γενιά σε γενιά, να μεταμορφώνεται και να συνομιλεί με κάθε εποχή.

Αυτό προσπαθώ να κάνω και μέσα από τη μουσική μου. Κουβαλώ πολύ έντονα τα παραδοσιακά ακούσματα με τα οποία μεγάλωσα, αλλά παράλληλα έχω δεχθεί επιρροές από διαφορετικά είδη και μουσικούς πολιτισμούς.

Το τάγκο, εξάλλου, έχει σημαντική θέση στην καλλιτεχνική μου διαδρομή. Και στην ουσία είναι κι αυτό μια παράδοση, μόνο που έρχεται από έναν άλλο πολιτισμό, από την άλλη άκρη του κόσμου. Αυτό πάντα με γοήτευε. Γιατί, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι μουσικές παραδόσεις των λαών, στο βάθος μιλούν για τα ίδια πράγματα: τη χαρά, τον πόνο, τον έρωτα, τη νοσταλγία, την ίδια τη ζωή.

Γι’ αυτό θεωρώ πολύ σημαντικό να σεβόμαστε κάθε παράδοση και τις ρίζες της. Για μένα αυτοί οι διαφορετικοί μουσικοί κόσμοι δεν συγκρούονται. Αντίθετα, έχουν γίνει, με τα χρόνια, διαφορετικές όψεις της μουσικής μου ταυτότητας.

Το ζητούμενο είναι να γνωρίζεις και να σέβεσαι τις ρίζες σου, χωρίς να φοβάσαι να δημιουργήσεις κάτι καινούργιο πάνω σε αυτές. Γιατί η παράδοση παραμένει πραγματικά ζωντανή όχι μόνο όταν τη διατηρούμε, αλλά και όταν της δίνουμε χώρο να συνεχίσει το ταξίδι της.

Ιδιαίτερη θέση στη συγκεκριμένη βραδιά έχει η προσβασιμότητα για κωφούς και βαρήκοους. Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά να γνωρίζετε ότι άνθρωποι που δεν ακούν τη μουσική με τον συμβατικό τρόπο θα μπορούν να τη βιώσουν, να τη δουν και να τη νιώσουν μαζί σας;

Με συγκινεί ιδιαίτερα, γιατί πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι ανοιχτή και προσβάσιμη σε όλους. Η μουσική, άλλωστε, δεν είναι μόνο ήχος· είναι ρυθμός, δόνηση, κίνηση και συναίσθημα και μπορεί να φτάσει στον άνθρωπο με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, τη διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα έχει αναλάβει η Λαμπρινή Παπαπροκοπίου, επίσημη διερμηνέας Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας, ώστε η παράσταση να είναι προσβάσιμη και στους κωφούς και βαρήκοους θεατές.

Η συμπερίληψη είναι ένα θέμα που με αγγίζει προσωπικά και γι’ αυτό συμμετέχω συχνά, αφιλοκερδώς, σε εκδηλώσεις με αντίστοιχο χαρακτήρα. Θεωρώ σημαντικό ο καλλιτέχνης, όταν μπορεί, να συμβάλλει ώστε η τέχνη να μην αποκλείει κανέναν, αλλά να δημιουργεί χώρο για όλους.

Πίσω από τη λάμψη μιας σκηνής υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που έχει γνωρίσει αγωνίες, απογοητεύσεις και προσωπικές μάχες. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που χρειάστηκε να ξεπεράσετε για να φτάσετε σήμερα να δημιουργείτε με την ελευθερία που επιθυμείτε;

Ίσως η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να μη δεχτώ να μπω σε ένα μουσικό «κουτί». Υπήρξαν απογοητεύσεις και πόρτες που δεν άνοιξαν, όμως επέμεινα σε αυτό που πραγματικά με εξέφραζε. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η καλλιτεχνική ελευθερία δεν σου χαρίζεται· την κατακτάς. Και σήμερα νιώθω ελεύθερη να δημιουργώ χωρίς να χρειάζεται να χωρέσω σε μία ταμπέλα.

Αν μπορούσατε να σταματήσετε για λίγο τον χρόνο στη σκηνή της Πάτρας και να κρατήσετε μόνο μία εικόνα από εκείνη τη βραδιά, ποια θα θέλατε να είναι; Το βλέμμα ενός θεατή, έναν χορευτή που κινείται στη μουσική σας ή τη στιγμή που θα κλείσετε τα μάτια και θα αφήσετε το ακορντεόν να μιλήσει για εσάς;

Από τις εικόνες που περιγράφετε, θα επέλεγα το βλέμμα ενός θεατή τη στιγμή που καταλαβαίνω ότι η μουσική τον έχει αγγίξει πραγματικά. Εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζονται λόγια· υπάρχει μια σιωπηλή επικοινωνία ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό. Αυτή είναι η εικόνα που θα ήθελα να κρατήσω από εκείνη τη βραδιά.

Και μια πιο προσωπική ερώτηση μετά από τόσα χρόνια δημιουργίας, τι εξακολουθεί να σας συγκινεί πραγματικά ως καλλιτέχνιδα; Η πρώτη νότα πριν από μια συναυλία, το χειροκρότημα στο τέλος ή εκείνη η σιωπηλή στιγμή που καταλαβαίνετε ότι η μουσική σας άγγιξε έναν άνθρωπο;

Με συγκινεί ακόμη η πρώτη νότα. Εκείνη η στιγμή πριν αρχίσει πραγματικά μια συναυλία, όταν όλα είναι έτοιμα αλλά τίποτα ακόμη δεν έχει συμβεί. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, υπάρχει πάντα αυτή η μικρή αγωνία και η προσμονή για το ταξίδι που ξεκινά.

Και βέβαια το χειροκρότημα είναι πολύτιμο. Όμως ακόμη πιο σημαντικό είναι να αισθανθώ ότι δημιουργήθηκε μια πραγματική επικοινωνία με το κοινό. Υπήρξαν μάλιστα στιγμές που η συγκίνηση ήταν τόσο έντονη, ώστε, όσο κι αν προσπάθησα να το κρύψω, δάκρυσα επάνω στη σκηνή. Νομίζω ότι αυτές είναι οι στιγμές που μου θυμίζουν γιατί, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η μουσική εξακολουθεί να με συγκινεί με την ίδια δύναμη.

Screenshot

Τελικά η αληθινή δύναμη της μουσικής  βρίσκεται ακριβώς εκεί, σε όσα δεν χρειάζονται λέξεις. Σε μια μελωδία που γεννιέται σχεδόν ανεπαίσθητα, σε ένα ακορντεόν που γίνεται φωνή της ψυχής, σε ένα βλέμμα από την πλατεία που συναντά το βλέμμα του καλλιτέχνη πάνω στη σκηνή και για μια στιγμή οι δύο κόσμοι γίνονται ένας.

Η Ζωή Τηγανούρια δεν μιλά για τη μουσική σαν κάτι που απλώς δημιουργείται. Μιλά για κάτι που έρχεται, που αναδύεται από τις μνήμες, τις δυσκολίες, τις ρίζες, τις χαρές και τις σιωπές μιας ολόκληρης ζωής. Γι’ αυτό οι μελωδίες της έχουν αυτή τη δύναμη να περνούν από τον έναν άνθρωπο στον άλλον και να αποκτούν κάθε φορά μια διαφορετική προσωπική ιστορία.

Τώρα αυτή η μουσική ιστορία έρχεται στην Πάτρα. Την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, στις 21:00, στο PRIVILEGE, η Ζωή Τηγανούρια ανεβαίνει στη σκηνή για μια βραδιά όπου η μουσική, το τραγούδι και ο χορός συναντιούνται σε μια παράσταση γεμάτη ρυθμό, συναίσθημα και εικόνες. Μαζί της ο τενόρος  Χρήστος Δεληζώνας, η guest  σοπράνο Λίνα Γερονίκου, οι χορευτές διεθνούς εμβέλειας  Ζωή Πουλή και Leonardo Gomez,Βασίλης Κατσούλης στο βιολί,Γιώργος Πολίτης  στο μπάσο,Στέλιος Γενεράλης στα κρουστά και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Μάνος Αντωνίου. Τρία ξεχωριστά χορευτικά σχήματα της Πάτρας, Παγκαλαβρυτινός Σύλλογος Πατρών, Οι «Αετοί του Μωριά» των Μύλων Πατρών και η Σχολή Χορού «Περί Χορού: Εμμέλεια», δημιουργούν μια βραδιά που υπόσχεται να ξεπεράσει τα όρια μιας ακόμη συναυλίας.

Είναι μια βραδιά για όσους αγαπούν τη μουσική, για όσους θέλουν να ξαναβρούν μέσα από μια μελωδία κάτι δικό τους, για όσους αγαπούν τον χορό και την ελληνική παράδοση, αλλά και για εκείνους που θέλουν να ζήσουν μια διαφορετική καλλιτεχνική εμπειρία. Μια εμπειρία που έχει χώρο για όλους, καθώς η παράσταση θα είναι προσβάσιμη και σε κωφούς και βαρήκοους θεατές, με διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα από την Λαμπρινή Παπακροκοπίου.

Και ίσως αυτή να είναι η κατάλληλη στιγμή να αφήσουμε για λίγο την καθημερινότητα στην άκρη και να ακολουθήσουμε μια μελωδία που δεν ξέρουμε ακόμη πού θα μας οδηγήσει.

Την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, στις 21:00, η Πάτρα έχει το δικό της μουσικό ραντεβού στο PRIVILEGE. Η Ζωή Τηγανούρια μας καλεί να ακούσουμε, να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε και πάνω απ όλα, να νιώσουμε. Γιατί κάποιες βραδιές αξίζει να είσαι εκεί.