Δημήτρης Π. Κρανιώτης στο “π”, ανάμεσα στην ιατρική και την ποίηση, ο λόγος γίνεται ύπαρξη

Σε μια εποχή όπου οι λέξεις συχνά εξαντλούνται στην ταχύτητα και χάνουν το βάθος τους, υπάρχουν ακόμη συνομιλίες που επιμένουν να ανοίγουν χώρο για σκέψη και αίσθημα. Η δημοσιογράφος Ευτυχία Λαμπροπούλου συνομιλεί με τον Δημήτρη Π. Κρανιώτη σε μια συνέντευξη εφ όλης της ύλης για το περιοδικό Πατρινόραμα Hellenic, καταγράφοντας έναν διάλογο που υπερβαίνει τα όρια της τυπικής συνέντευξης. Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης, γιατρός και ποιητής με έντονη διεθνή παρουσία, με έργο που έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και με ενεργό ρόλο σε διεθνείς λογοτεχνικούς οργανισμούς, αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση δημιουργού που γεφυρώνει την επιστήμη με την τέχνη. Μέσα από τις απαντήσεις του φωτίζει τη βαθύτερη σχέση γλώσσας και ύπαρξης, επιστήμης και τέχνης, καθημερινότητας και στοχασμού. Η συζήτηση αυτή γίνεται μια αφορμή για να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση της ποίησης στον σύγχρονο κόσμο και να θυμηθούμε ότι πίσω από κάθε λέξη υπάρχει ένας άνθρωπος που αναζητά νόημα.

Πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο της ποίησης μέσα σε μια εποχή ταχύτητας και γλωσσικής απλοποίησης;

Στην εποχή μας όπου η γλώσσα συρρικνώνεται σε συνθήματα, όπου η επικοινωνία εξαντλείται στην ταχύτητα και όχι στο βάθος, η ποίηση επιμένει να επιβραδύνει τον χρόνο. Και μόνο αυτή η επιβράδυνση συνιστά ήδη μια μορφή αντίστασης.

Δεν θα έλεγα ότι η ποίηση αντιμάχεται ευθέως την απλοποίηση, μάλλον την υπερβαίνει. Διεκδικεί τη λεπτότητα, τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις, την πολλαπλότητα των σημασιών. Εκεί όπου ο δημόσιος λόγος επιδιώκει τη μονοσήμαντη κατανόηση, η ποίηση ανοίγει ρωγμές, αφήνει χώρο για αμφιβολία, για συναίσθημα, για στοχασμό.

Σε έναν κόσμο που βιάζεται να καταναλώσει τα πάντα, ακόμη και τις ίδιες τις λέξεις, η ποίηση μας καλεί να σταθούμε. Να αφουγκραστούμε. Να θυμηθούμε ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας, αλλά και τρόπος ύπαρξης. Και υπό αυτή την έννοια, ναι, η ποίηση λειτουργεί ως μορφή αντίστασης στην απλοποίηση της σκέψης.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη μετάφραση της ποίησης και τι θεωρείτε ότι μεταφέρεται πιο δύσκολα από μια γλώσσα σε μια άλλη;

Η μετάφραση της ποίησης είναι πάντα ένα λεπτό και δημιουργικό ρίσκο, είναι μια πράξη όχι μόνο γλωσσική, αλλά και βαθιά υπαρξιακή. Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω τι αντιστέκεται περισσότερο στη μετάφραση, δεν θα επέλεγα ούτε αποκλειστικά την ελληνική εμπειρία, ούτε μόνο την εικόνα ή το συναίσθημα. Αυτό που μεταφράζεται πιο δύσκολα είναι η «ενέργεια» που γεννιέται από τη σύμπλεξή τους.

Η ελληνική γλώσσα κουβαλάει ιστορικά και πολιτισμικά στρώματα, μια ιδιαίτερη μουσικότητα και μια σχέση με το φως, τη μνήμη και το τοπίο που δεν μεταφέρονται αυτούσια. Η ποιητική εικόνα μπορεί να αποδοθεί, αλλά συχνά αλλάζει υφή. Το συναίσθημα, από την άλλη, είναι ίσως το πιο «μετακινήσιμο», αλλά ποτέ δεν φτάνει ακριβώς με την ίδια θερμοκρασία.

Τελικά, κάθε μετάφραση είναι μια νέα εκδοχή του ποιήματος, μια δεύτερη ζωή. Και ίσως εκεί να βρίσκεται και η ομορφιά της: όχι στην πιστή αναπαραγωγή, αλλά στη δυνατότητα του ποιήματος να ξαναγεννηθεί σε έναν άλλο γλωσσικό και πολιτισμικό ουρανό, διατηρώντας έναν πυρήνα αλήθειας που, ευτυχώς, δεν μεταφράζεται πλήρως αλλά αναγνωρίζεται.

Πώς συνυπάρχουν μέσα σας η ιατρική και η ποίηση ως δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης του ανθρώπου;

Δεν θα μπορούσα να ιεραρχήσω αυτές τις δύο «αναγνώσεις», γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές, σαν δύο διαφορετικά φώτα που φωτίζουν το ίδιο πρόσωπο από άλλη γωνία.

Η ιατρική με διδάσκει να διαβάζω το σώμα: τα σημάδια, τις σιωπές του οργανισμού, τις μικρές αποκλίσεις που κρύβουν μεγάλες ιστορίες. Είναι μια γνώση ακριβής, απτή, συχνά σωτήρια. Όμως, όσο πιο πολύ πλησιάζεις τον άνθρωπο μέσα από τη βιολογία του, τόσο περισσότερο συνειδητοποιείς ότι κάτι ουσιώδες διαφεύγει, κάτι που δεν χωρά σε εξετάσεις ή διαγνώσεις.

Εκεί έρχεται η ποίηση. Όχι για να δώσει απαντήσεις, αλλά για να αντέξει τα ερωτήματα. Για να αφουγκραστεί το άρρητο, τον φόβο, την ελπίδα, τη μοναξιά, όλα εκείνα που δεν καταγράφονται σε έναν ιατρικό φάκελο, αλλά καθορίζουν βαθιά την ανθρώπινη εμπειρία.

Αν, λοιπόν, υπάρχει μια «βαθύτερη αλήθεια», αυτή δεν ανήκει αποκλειστικά ούτε στην ιατρική, ούτε στην ποίηση. Αναδύεται στο σημείο όπου αυτές οι δύο συναντιούνται: εκεί όπου το σώμα πονά και η ψυχή προσπαθεί να του δώσει νόημα. Εκεί όπου ο γιατρός και ο ποιητής, μέσα μου, δεν διαφωνούν, αλλά συνομιλούν.

Πώς αξιολογείτε τη θέση της ποίησης στην πολιτιστική πολιτική της Ελλάδας και τη συμβολή της στη διεθνή πολιτιστική παρουσία της χώρας;

Η εμπειρία της διοργάνωσης του 22ου Παγκόσμιου Συνεδρίου Ποιητών το 2011 στη Λάρισα υπήρξε για μένα μια βαθιά επιβεβαίωση ότι η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ζωντανός χώρος συνάντησης πολιτισμών. Εκεί, φωνές από διαφορετικές γλώσσες και παραδόσεις δεν απλώς συνυπήρξαν, αλλά συνδιαλέχθηκαν ουσιαστικά, και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της πολιτιστικής διπλωματίας.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό ποιητικό κεφάλαιο, που εκτείνεται από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη δημιουργία. Ωστόσο, δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό το κεφάλαιο αξιοποιείται πάντα με τη συνέπεια και τη στρατηγική που του αξίζει σε διεθνές επίπεδο. Συχνά λειτουργούμε αποσπασματικά, με αξιόλογες αλλά μεμονωμένες πρωτοβουλίες, χωρίς μια μακρόπνοη πολιτιστική πολιτική που να εντάσσει την ποίηση ως βασικό εργαλείο εξωστρέφειας.

Πιστεύω ότι αν επενδύσουμε πιο συνειδητά στην ποίηση ως μορφή πολιτιστικής διπλωματίας, όχι μόνο θα αναδείξουμε τη σύγχρονη ελληνική φωνή στον κόσμο, αλλά και θα επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας σε έναν παγκόσμιο διάλογο που έχει ανάγκη από βάθος, ευαισθησία και αυθεντικότητα.

Τι σημασία έχουν για εσάς οι καθημερινές στιγμές στη γέννηση της ποίησης;

Πράγματι, ο τίτλος «Ρυτίδες στον καφέ» γεννήθηκε από μια φαινομενικά ασήμαντη, καθημερινή στιγμή, από εκείνες που συχνά προσπερνάμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι όμως, αν σταθούμε λίγο περισσότερο, θα δούμε ότι μέσα σε αυτές τις «μικρές» στιγμές εγγράφεται ολόκληρη η εμπειρία του χρόνου: η φθορά, η μνήμη, η προσμονή, η σιωπηλή συνομιλία με τον εαυτό μας.

Η ποίηση, για μένα, δεν αναζητά το μεγάλο στο προφανές, αλλά το ουσιαστικό στο ελάχιστο. Έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία να ανιχνεύει τις ρωγμές της καθημερινότητας και να τις μετατρέπει σε τόπους νοήματος.

Ίσως, τελικά, η ποίηση να είναι ακριβώς αυτό: η τέχνη που μας μαθαίνει να βλέπουμε ξανά. Να ανακαλύπτουμε το θαυμαστό μέσα στο οικείο, να διαβάζουμε τις «ρυτίδες» των πραγμάτων πριν αυτές χαθούν. Γιατί εκεί, στις «μικρές στιγμές», αποκαλύπτεται συχνά η πιο διαρκής και ανθρώπινη αλήθεια.

Ποιος είναι ο ρόλος του ποιητή απέναντι στις σύγχρονες συγκρούσεις και με ποιον τρόπο μπορεί η ποίηση να επηρεάσει τη συλλογική συνείδηση;

Σε έναν κόσμο που μοιάζει να επανέρχεται διαρκώς σε κύκλους βίας και πολέμου, ο ρόλος του ποιητή δεν είναι να υψώσει τη φωνή του πιο δυνατά από τον θόρυβο, αλλά να την καταστήσει πιο ουσιαστική. Η ποίηση δεν λειτουργεί με όρους άμεσης επιρροής ή πολιτικής ισχύος, αλλά λειτουργεί πιο υπόγεια, πιο αργά, αλλά συχνά πιο βαθιά.

Μέσα από τη δράση μου ως εκπρόσωπος του PEN Greece στην Επιτροπή Συγγραφέων για την Ειρήνη στο PEN International, έχω δει ότι οι ποιητές μπορούν να γίνουν φορείς μιας άλλης μορφής αντίστασης, καθώς η ποίηση έχει τη δύναμη να επαναφέρει το ανθρώπινο πρόσωπο εκεί όπου κυριαρχούν οι αριθμοί και τα συνθήματα, να αποκαθιστά τη μοναδικότητα της κάθε ζωής.

Μπορεί να μην αλλάζει τον κόσμο με άμεσο και ορατό τρόπο, αλλά επηρεάζει τη δημόσια συνείδηση με έναν πιο διαρκή τρόπο, καλλιεργώντας την ενσυναίσθηση, τη μνήμη και την εσωτερική εγρήγορση. Ο ποιητής άλλωστε είναι μάρτυρας της εποχής του και ταυτόχρονα ένας φύλακας της ανθρώπινης ευαισθησίας. Σε καιρούς σύγκρουσης, αυτός ο ρόλος δεν είναι περιττός, είναι ουσιώδης.

Τέλος, πώς θα περιγράφατε σε έναν νέο άνθρωπο τη φύση και τις απαιτήσεις της ποιητικής διαδρομής;

Θα του έλεγα ότι η ποίηση είναι και τα δύο, και ίσως κάτι ακόμη πιο απαιτητικό: ένας δρόμος ελευθερίας που περνά αναγκαστικά μέσα από τη μοναχική αντίσταση.

Ελευθερία, γιατί σου επιτρέπει να βρεις τη δική σου φωνή, να αρθρώσεις έναν λόγο αυθεντικό, έξω από τις ευκολίες και τις επιταγές της εποχής. Να ορίσεις εσύ τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο. Αλλά και αντίσταση, γιατί αυτή η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτάται καθημερινά, με επιμονή, αμφιβολία, σιωπή, ακόμη και με αποτυχίες.

Θα του έλεγα επίσης να μην βιαστεί. Η ποίηση είναι μια διαρκής μαθητεία στο βλέμμα και στη γλώσσα. Να διαβάζει, να ακούει, να παρατηρεί, να αντέχει την αβεβαιότητα. Και κυρίως, να μην φοβηθεί τη μοναξιά που συχνά τη συνοδεύει, γιατί μέσα σε αυτήν, αν είναι ειλικρινής, μπορεί να συναντήσει όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τους άλλους με έναν πιο αληθινό τρόπο.

 

Η συνομιλία αυτή δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία ερώτηση αλλά συνεχίζει να αντηχεί μέσα στον αναγνώστη. Ο λόγος του Δημήτρη Π. Κρανιώτη αφήνει ένα αποτύπωμα που δεν επιδιώκει να δώσει εύκολες απαντήσεις αλλά να καλλιεργήσει μια πιο ουσιαστική εγρήγορση. Σε έναν κόσμο που βιάζεται, η ποίηση επιμένει να επιβραδύνει, να φωτίζει το ανεπαίσθητο και να επαναφέρει το ανθρώπινο μέτρο. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ουσιώδες μήνυμα αυτής της συνάντησης, ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνο σε όσα λέγονται αλλά και σε όσα τολμάμε να αφουγκραστούμε μέσα στη σιωπή.

WHO IS WHO