Ο 33χρονος ήταν υπέρμαχος της ανωτερότητας της λευκής φυλής, όπως δείχνουν οι αναρτήσεις του στα social media

Μεταξύ των νεκρών είναι ο Κίο Σονγκ Τσο, 37 ετών, η σύζυγός του Σίντι Τσο, 35 ετών. Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης ήταν οι γονείς του 3χρονου αγοριού που επίσης σκοτώθηκε, με τον 6χρονο αδελφό του να είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειας που σώθηκε. Τα δύο κορίτσια που σκοτώθηκαν ήταν αδελφές. Οι υπόλοποι νεκροί ήταν ο Κρίστιαν Λεκούρ, 23 ετών, ο Έλιο Κουμάνα- Ρίβας, 32 ετών, και μία γυναίκα, η Αϊσουάρια Θατικόντα, 26 ετών.
Άλλοι 10 άνθρωποι, ηλικίας 5 με 61 ετών, έχουν τραυματιστεί, εκ των οποίων τουλάχιστον τρεις νοσηλεύονται σε κρίσιμη κατάσταση. Ο δράστης, που χρησιμοποίησε ημιαυτόματο τουφέκι AR-15, έχει ταυτοποιηθεί ως ο 33χρονος Μαουρίσιο Γκρασία. Έπεσε νεκρός από τα πυρά των αστυνομικών που έσπευσαν στο σημείο.
Οι αρχές προς το παρόν δεν έχουν αναφερθεί στο πιθανό κίνητρο του μακελειού που σημειώθηκε το Σάββατο στο εκπτωτικό εμπορικό κέντρο Allen Premium Outlets που βρίσκεται στο Άλεν, προάστιο του Ντάλας.
Χίτλερ και «Ακροδεξιό Τάγμα Θανάτου»
Η εφημερίδα New York Times έγραψε ότι ο δράστης πιστεύεται ότι είχε κάνει αρκετές αναρτήσεις σε ρωσική πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, στις οποίες υμνούσε τον Χίτλερ, ενώ είχε εκφράσει νεοναζιστικές απόψεις. Προς το παρόν οι αρχές δεν έχουν σχολιάσει τα δημοσιεύματα αυτά.
Το μακελειό αυτό είναι ένα από τα πιο πρόσφατα που έχουν καταγραφεί στις ΗΠΑ φέτος, με τη μη κυβερνητική οργάνωση Gun Violence Archive να κάνει λόγο για τουλάχιστον 202 περιστατικά μαζικών πυροβολισμών στα οποία έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί τέσσερις ή περισσότεροι άνθρωποι.
Σε μια αιφνιδιαστική κίνηση, επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων του Τέξας ενέκρινε χθες, Δευτέρα, νομοσχέδιο που προβλέπει την αύξηση της κατώτατης νόμιμης ηλικίας για την αγορά κάποιων ημιαυτόματων τουφεκιών στα 21 έτη από τα 18.
Το μέτρο πρότεινε η Δημοκρατική βουλευτής Τρέισι Κινγκ, αλλά δεν αναμένεται να εγκριθεί από τα δύο σώματα του κοινοβουλίου του Τέξας, όπου την πλειοψηφία έχουν οι Ρεπουμπλικάνοι, ούτε και από τον κυβερνήτη Γκρεγκ Άμποτ.


