«Γράφει η Κατερίνα Ανδρικοπούλου – Sisterhood, η ελληνικά, η αδελφότητα μεταξύ γυναικών»

Είμαι στην Ιταλία. Μια γυναίκα, πάνω κάτω στην ηλικία μου, υπεύθυνη του διαμερίσματος που νοικιάζουμε, έρχεται να παραλάβει τα κλειδιά. Πρόσχαρη και ευγενική. Προσέχω πως φοράει ένα πολύ ωραίο, μακρύ, χρωματιστό φόρεμα. Λέω μέσα μου,  «Ωραίο το φόρεμα». Και μετά σκέφτομαι, γιατί να μην της το πω;

Μπαίνω στο αμάξι και, εκεί στο τελευταίο λεπτό, μεταξύ «arrivederci» και «γεια σας», της λέω: «Ωραίο το φόρεμα που φοράς». Δε την ξέρω, δε με ξέρει. Και αυτή αμέσως χαμογελά και μου λέει: «Grazie mille, ευχαριστώ πολύ, το πήρα από το τάδε μαγαζί, να, εδώ πιο κάτω είναι. Πήγαινε, τα έχει όλα 50%, πες τους από μένα τη Gessica». Όπως είπα, δε με ξέρει, δεν την ξέρω. Όμως νιώθω μια γλύκα μέσα μου και χαίρομαι που της το είπα, όπως φαντάζομαι χαίρεται και αυτή που της έδωσα ένα κομπλιμέντο για αυτό που διάλεξε και μου είπε πώς μπορώ να το αποκτήσω κι εγώ.

Σε μια άλλη παρέα, πρόσφατα μιλάω με μια παλιά μου γνωστή από το σχολείο. Δεν είμαστε κολλητές, απλά με ακολουθεί και την ακολουθώ στα social. Και, πάνω στη συζήτηση με άλλους, λέμε για τα likes που δίνουμε στις φωτογραφίες που ανεβάζουν οι άλλοι. Η κοπέλα, που εκτιμώ πολύ, πάνω στη συζήτηση μου λέει: «Εγώ πάντα κάνω καρδιές σ’ αυτά που ανεβάζεις και εσύ κάνεις το ίδιο για μένα. Δεν κοστίζει τίποτα. Σου δείχνω απλώς, έστω και έτσι, πως είμαι παρούσα, σε βλέπω, σε στηρίζω και χαίρομαι με τη χαρά σου». Τόσο απλά. Δεν έχω να κερδίσω κάτι, δεν έχει να κερδίσει κάτι, και όμως κάτι μου δίνει αυτή η διαδικτυακή υποστήριξη, ειδικά από ανθρώπους, από γυναίκες που εκτιμώ.

Πόσο σημαντική η αδελφότητα μεταξύ γυναικών. Αναρωτιέμαι συχνά γιατί να είναι τόσο δύσκολη για μερικές. Γιατί να υπάρχει αυτός ο ανταγωνισμός, όταν, στο κάτω κάτω, είμαστε όλες γυναίκες με τα ίδια προβλήματα, που όταν θα κλείσει η πόρτα του σπιτιού μας, όλες θα έχουμε να μαγειρέψουμε, να βάλουμε τα παιδιά για ύπνο, να ασχοληθούμε με τα ψυχολογικά τους, τα δικά μας και του άντρα μας, ή του πρώην άντρα μας.

Βλέπω γυναίκες στη δουλειά, που αντί να θέλουν να περάσουν όμορφα και ήρεμα, βγάζουν έναν ανταγωνισμό μεγαλύτερο από το εγώ τους. Σε σπρώχνουν για να μπουν μπροστά, να δείξουν, να τραβήξουν την προσοχή, να νιώσουν σημαντικές, να μειώσουν εσένα. Ψάχνουν μόνιμα να βρουν το λάθος σου. Ποτέ το σωστό. Κάνεις μια κίνηση να τις φέρεις πιο κοντά, να καταλάβουν πως δε θέλεις να δουλεύεις έτσι, έχεις αρκετά θέματα στο σπίτι σου, για να σε νοιάζει αν το χαρτί ή τα βιβλία βρίσκονται σε αυτή τη θέση και αν πρέπει να είναι από δω ή από κει ή πουθενά.

Η φίλη μου μου κάνει παράπονα πως στο γραφείο που δουλεύει, η γυναίκα που προσέλαβαν πρόσφατα το παίζει αφεντικό όταν λείπουν τα αφεντικά. «Δε θα σε χρειαστώ άλλο», της γνέφει με το χέρι, σαν να ‘ναι η γραμματέας της η άλλη. Η φίλη μου λέει: «Δε με νοιάζει, αλλά ρε παιδί μου, στενοχωριέμαι, γιατί να είναι έτσι;»

Με πνίγει το άδικο και ένας θυμός για αυτές τις γυναίκες που δεν ξέρουν πώς να είναι φίλες, αδερφές, σωστές συνάδελφοι. Δε μπορείς να ταιριάζεις με όλες, το ξέρω. Βρες τη φυλή σου και προστάτεψέ την. Δες το καλό, αρχικά, στα μάτια της άλλης και, αν δε σ’ αρέσει, μίλα με ευγένεια. Δε μπορεί πάντα να είναι οι άλλοι το πρόβλημα.

Το ιδανικό θα ήταν γυναίκες που υποστηρίζουν γυναίκες, στους χώρους που ανδροκρατούνται και όχι μόνο, γυναίκες που στηρίζουν και νιώθουν οικεία η μία με την άλλη. Και έτσι ο κύκλος θα μεγαλώνει και θα γινόμαστε πιο πολλές αυτές που θέλουν το καλό και το όμορφο η μία για την άλλη. Νιώθουμε όλες πιο δυνατές και σίγουρες για τα «θηρία» που καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε κάθε μέρα, όταν έχουμε η μία την άλλη. «Σε έχω, σε προσέχω, θα πάρεις την προαγωγή, δεν την κόβω, θα σε εκτιμάνε οι άλλοι», όχι όμως εις βάρος μου.

Γιατί στο τέλος, τι μένει; Αυτός που σε έκανε να νιώσεις, έστω για λίγο, σημαντική, σου άπλωσε το χέρι όταν το είχες περισσότερο ανάγκη, σε καλοδέχτηκε αληθινά, όχι ψεύτικα, σε άκουσε και, ας μην είχε να δώσει καμία λύση, σε βοήθησε να μεγαλώσεις μέρα με τη μέρα λίγο καλύτερα.