Η εποχή της παράνοιας – Άρθρο από την ψυχαναλύτρια Ηρώ Ζουμποπούλου

Σαστισμένη η κοινή γνώμη παρακολουθεί την παράνοια των τελευταίων ημερών.

 

Αρχικά θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε ότι παρανοϊκές σκέψεις κάνουν όλοι οι άνθρωποι, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι παρανοϊκοί.  

Ένας  παρανοϊκός που δομεί ολόκληρη την ζωή του με βάση ένα οργανωμένο παραλήρημα, δεν εμποδίζεται από την νόσο να είναι ενταγμένος και λειτουργικός. Αυτό συμβαίνει, γιατί η παράνοια δεν προκαλεί την αποδιοργάνωση και την έκπτωση που επιφέρει η σχιζοφρενική εκδοχή της ψύχωσης. Με άλλα λόγια, άνθρωποι σοβαρά διαταραγμένοι βρίσκονται ανάμεσά μας και όχι κατ’ ανάγκη στο ψυχιατρείο. Γιατί όμως η παράνοια γνωρίζει τέτοια έξαρση;

 

Στην υπερμοντέρνα εποχή μας, συντελούνται ριζικές και αμετάκλητες αλλαγές που μας επηρεάζουν όλους. Σύμφωνα με την Λακανική Ψυχανάλυση, η άκρατη ανάπτυξη του καπιταλισμού και της επιστήμης με την παράλληλα άμετρη παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση, ταρακούνησαν συθέμελα τον ακρογωνιαίο λίθο της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτός δεν είναι άλλος από το Όνομα του Πατρός, μια συμβολική διαδικασία που εσωτερικεύει στον άνθρωπο τον νόμο και το όριο, εξανθρωπίζοντάς τον. Η πατρική λειτουργία είναι η ρυθμιστική αρχή της πραγματικότητας που κρατάει το σύμπαν στην θέση του, επιτρέποντας στον άνθρωπο να μην αποτρελαίνεται. Η εξαύλωση της συμβολικής αυτής ασπίδας αναπόφευκτα ωθεί τον άνθρωπο αλλά και την κοινωνία προς την πλευρά της ψύχωσης, με αποτέλεσμα η παράνοια να εξαπλώνεται σαν πύρινη λαίλαπα.

Η ψυχαναλυτική κλινική συμπορεύεται με την πολιτική κατάσταση. Λαϊκιστές ηγέτες επανεξελέγονται γιατί αφυπνίζουν και συνάμα ικανοποιούν τον θυμό, την επιθετικότητα και το μίσος. Μίσος για ποιόν; Για τον διαφορετικό. Άλλωστε ο ρατσισμός είναι η δυσκολία μας να αγαπήσουμε το διαφορετικό. 

 

Οι γυναίκες το τελευταίο διάστημα, τόσο στην χώρα μας αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων. Ο Λακάν σημείωσε πως η γυναίκα δεν υπάρχει, εννοώντας πως η γυναικεία φύση δεν μπορεί να μπει σε καλούπια. Κάθε μια γυναίκα απαντά στο ερώτημα της θηλυκότητας με τον δικό της ενικό τρόπο, έτσι ώστε κάθε μια καταλήγει να είναι μια εξαίρεση χωρίς να υπάρχει γενικός κανόνας που να μπορεί να τις  χωρέσει όλες. Ως απόλυτη έκφραση της ετερότητας, η γυναίκα ήταν πάντα το στόχαστρο ρατσιστικού μίσους, παρανοϊκών παραληρημάτων, κακόβουλων σχολίων. Η γυναίκα που τη βιάζουν, η γυναίκα που την σκοτώνουν ακόμα και έξω από το αστυνομικό τμήμα, η γυναίκα που θέλουν να της επιβάλλουν να κυοφορήσει ένα έμβρυο που η ίδια δεν επιθυμεί, η γυναίκα που στην Αμερική της αφαιρέθηκε το δικαίωμα της διακοπής της κύησης ακόμα και αν η τελευταία είναι αποτέλεσμα βιασμού, η γυναίκα που κατακρίνεται γιατί χτένισε τα μαλλιά της ενώ πενθεί. 

 

Το ερώτημα είναι τι θα επιλέξουμε να κάνουμε με την έκνομη απόλαυση που κατοικεί μέσα μας. Θα επιδοθούμε στο μίσος, κατασπαράζοντάς τις σάρκες μας, βασανίζοντας απροστάτευτους, καίγοντας τσιγάρα στο σώμα τους; Ή θα μετουσιώσουμε την εγγενή μας βαρβαρότητα σε κάτι ωφέλιμο, από το οποίο θα αντλούμε ευχαρίστηση; Και κυρίως θα καταφέρουμε να αγαπήσουμε τον έτερο από εμάς;

 

Όπως είπε και ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: «Θεέ μου… προσπάθησα να σε αγαπήσω». Ψυχαναλυτικά μιλώντας, η αγάπη  είναι δύσκολη υπόθεση γιατί αγαπάμε πάντα από την θέση του ευνουχισμού, του μη-έχειν, της έλλειψης. Όμως, όπως μας υπενθυμίζει ο ψυχαναλυτής Jerôme Lecaux αυτό που λείπει από την κοινωνία μας, μια κοινωνία που αποθεώνει το υλισμό, είναι η ίδια η έλλειψη!