Μετρητής Καρτών – Αθροίζοντας τα πάθη του Ελισσαίου Βγενόπουλου

Γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος

Πώς μπορείς να εξηγήσεις κάποιο πάθος σε έναν άνθρωπο που δεν το έχει ζήσει, είναι σαν να προσπαθείς να περιγράψεις το άρωμα του γιασεμιού σε κάποιον που ποτέ δεν είχε όσφρηση. Πώς να εξηγήσεις την γοητεία μιας αμαρτίας σε έναν άνθρωπο που ποτέ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να διαβεί τη θύρα της, είναι σαν να προσπαθείς να περιγράψεις την 9 η σε έναν εκ γενετής κωφό. Πώς μπορείς να περιγράψεις το πάθος της αμαρτίας σε έναν άνθρωπο που δεν έχει ζήσει ούτε το ένα ούτε το άλλο, είναι σαν να περιγράφεις την ανατολή και τη δύση του φωτός σε έναν τυφλό που ποτέ δεν τις είδε.

Ο Γουίλιαμ Τελ (Όσκαρ Άιζακ) ήταν ένας καθόλου ευγενικός στρατιωτικός ανακριτής σε κάποια βαριά, άγρια και σκοτεινή φυλακή. Οι βασανισμοί σε αυτήν τη φυλακή δεν είναι η πρώτη επιλογή αλλά αν αποτύχουν όλες οι άλλες, θα αποτελέσει μετά βεβαιότητος την έσχατη, την σκληρότερη και την αποτελεσματικότερη. Τώρα ο ήρωας μας, αφού εξέτισε και μια πολύχρονη ποινή για αυτά που ήταν υπεύθυνος αλλά και για αυτά που του φόρτωσαν κι ας μην είχε καμιά ευθύνη, είναι ένας αντιτζογαδόρος. Τζογαδόρος είναι αυτός που χάνεται μέσα στο πάθος του να στοιχηματίζει μανιωδώς, πολλά και συνέχεια με σκοπό να κερδίσει όσα μπορεί περισσότερα, αλλά και να νιώσει τη χαρά και τη λύτρωση του τζόγου. Ο τζογαδόρος λειτουργεί με το ένστικτο, το συναίσθημα και το πάθος. Ο Γουίλιαμ Τελ όμως όλα τα κάνει με το μυαλό του, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη και στον αυθορμητισμό, είναι ένας άκρως εγκεφαλικός παίκτης με συγκεκριμένους, στόχους, προθέσεις και σκοπούς. Δεν παρασύρεται από τον πυρετό του παιχνιδιού, δεν είναι ο κυβευτής ο οποίος θα ρισκάρει τα πάντα κάτω από την επήρεια του πάθους του. Ενώ θα μπορούσε να διεκδικήσει πολλά, δεν αφήνεται στο κυνήγι των πολλών κερδών στα μεγάλα καζίνο και τους κερδοφόρους αγώνες αλλά με χαμηλό προφίλ, ήσυχες κινήσεις φροντίζει να διάγει καθαρά, απολυμαντικά, αποστειρωμένα τον βίο του. Ακόμα και τις ανέσεις των ξενοδοχείων που ζει τις απαρνείται χάριν της απαραίτητης αυτομαστιγώσεως και την αυτοτιμωρίας του εξαγνισμού για τα αμαρτήματα στα οποία έχει υποπέσει.

Ως καταλύτης στη ζωή του παίκτη μας θα λειτουργήσει ο νεαρός Κερκ, ο γιος κάποιου συνάδελφου του, ο οποίος μην αντέχοντας τις παλιές αμαρτίες, το έριξε στο ποτό τσάκισε στο ξύλο τη γυναίκα του, η οποία τον εγκατέλειψε και δεν έχανε την ευκαιρία ο μέθυσος πατέρας, να ξυλοφορτώνει και τον γιο του τον Κερκ, μετά από όλα αυτά έβαλε τέλος στη ζωή του και στις ανυπόφορες τύψεις του. Φαίνεται ότι το μέτρο υπολογισμού ενός πάθους είναι το πόσους και ποιους από τους κοντινούς ανθρώπους του μπορεί να αποχωριστεί κανείς χάριν αυτού, αλλά και πόσο μπορεί να βλάψει τους γύρω του και τον εαυτό του. Ο Κερκ θα ζητήσει βοήθεια για να εκδικηθεί την καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του. Υπεύθυνος φέρεται κάποιος υψηλόβαθμος στρατιωτικός (Γουίλιαμ Νταφόε), ο ήρωας μας, σαν έτοιμος από καιρό, θα τις προσφέρει και τις δυο ανοικονόμητα. Ο Γουίλιαμ Τελ εισπράττει το αίτημα του Κερκ ως μέρος του εξαγνισμού του και παρέχει όχι μόνο βοήθεια αλλά και την απόλυτη προστασία στον νεαρό.

Ο σκηνοθέτης Πολ Σρέιντερ χαρτογραφεί τα πάθη και τις αδυναμίες του ανθρώπου και ως σεναριογράφος του Μάρτιν Σκορτζέσε στις ταινίες «Οργισμένο Είδωλο», «Ο Τελευταίος

Πειρασμός» «Σταυροδρόμια της Ψυχής» αλλά και στις δικές του ταινίες «Hardcore» «Μίσιμα», «Νυχτερινές Επισκέψεις», «Ακρότητες» μοιάζει υπέροχα κολλημένος, εμμονικά εθισμένος στη σκιαγράφηση και περιγραφή του εσωτερικού αγώνα του ανθρώπου να υπερβεί τα πάθη του και να βρει λιμάνι για τις τύψεις και τις αμαρτίες του. Ο σκηνοθέτης κρατά από τον «Ταξιτζή» το πλαίσιο και φτιάχνει μια γοητευτικά παλαιομοδίτικη ταινία, αλλάζοντας όλα τα άλλα, γιατί η Αμερική δεν έχει πια καμιά σχέση με εκείνη της δεκαετίας του ’70, οι ρηγματώσεις του μέσου Αμερικάνου είναι πολύ περισσότερες και πολύ πιο σύνθετες, ο καπιταλισμός μετά από τόσες κρίσεις και τόσους αδύναμους που αλέθει στο διάβα του, προβληματίζει, η ανθρώπινη μοναξιά ανακατεμένη με τα πάθη, τους εθισμούς, τις ανασφάλειες και την έλλειψη οραμάτων, σπρώχνει τους ανθρώπους στο περιθώριο, στην ανταπόδοση του κακού, στην μανιώδη αυτοδικία και στην εκδικητική και αναποτελεσματική απόδοση δικαιοσύνης. Όσοι έχουν παίξει έστω και μια φορά ένα γύρο πόκα ή είχαν κάποια αναποδιά στον βίο τους, ξέρουν πολύ καλά ότι δεν έχει σημασία τι χαρτιά κρατά κανείς στα χέρια του, αλλά πόσο καλά θα παίξει ένα άσχημο φύλλο που του μοίρασε ο γκρουπιέρης ή η ζωή.

Πάντως καλό είναι, αν μας παρηγορεί και μας δίνουν κάποιο άλλοθι, έστω και κυνικό, να θυμόμαστε τα λόγια του Denis Diderot, «Τα συγκρατημένα πάθη κάνουν συνηθισμένους ανθρώπους». Οπότε ξαμοληθείτε αδέλφια, όσοι δεν κρατιέστε, στον χορό των παθών, γιατί όπως λένε κάποιοι που έχουν εύκολες τις δικαιολογίες και δεν ντρέπονται τις αντιφάσεις, τα πάθη ταπεινώνουν, το πάθος εξυψώνει.