Γράφει ο ΑΘανάσιος Κούστας
Ήμουν επτά χρονών αλλά για να περπατήσω στο κέντρο της Πάτρας, δεν είχα κανένα πρόβλημα, όπως άλλωστε όλα τα παιδάκια εκείνης της εποχής……
Έτσι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1961, δεν είχα κανένα πρόβλημα να πάρω το πέταλο που μου είχε χαρίσει ο Παναγόπουλος που είχε το χάνι και το πεταλωτήριο στην πλατεία Μαρκάτου. Αντί για τρυγονάκι προτίμησα το πέταλο που έφερνε γούρι – όπως πίστευαν – εκείνα τα χρόνια. Και μόλις θα με έβλεπαν με το πέταλο θα με έβαζαν και μέσα στο σπίτι η στο μαγαζί για ποδαρικό, καθώς το θεωρούσαν γουρλίδικο. Ήταν η πρώτη δράση προωθημένου Marketing της παιδικής μου ηλικίας. Κι έτσι αποφάσισα να επισκεφτώ μόνο καταστήματα που γνώριζα.
Νωρίς νωρίς η πρώτη μου επίσκεψη ήταν κάτω από το σπίτι μας στην Γούναρη, στην μπυραρία του Στέφανου Νύχτα. Ήταν στέκι λαϊκών ανθρώπων από τα προσφυγικά, τα Ταμπάχανα και το Κάστρο, με μεζέδες, δροσερή Μπύρα Μάμος και Ούζο από τον Βαντάνα και τον Χάχαλη που είχαν τα ποτοπωλεία το Μαρκάτο.
Στην συνέχεια κατηφόρισα την Γούναρη και μετά το Παλλάς μπήκα στο μαγαζί του Νασαχών με υφάσματα και είδη προικός που μετέπειτα κληρονόμησε ο υπάλληλός του Πετρόπουλος. Λίγο πιο κάτω μπήκα το μπακάλικο του Κλαουδάτου και δίπλα στο χασάπικο του Ανδριόπουλου που είμαστε πελάτες και εισέπραξα καλό φιλοδώρημα.

Μετά τα είπα στο ποδηλατάδικο του Μανιατόπουλου, που είχε όπως κι ο Βατίδης στην Κανακάρη τα περίφημα δισκέλετα ποδήλατα που ήταν χρήσιμα για τις μετακινήσεις των Πατρινών. Στην γωνία Γούναρη και Κορίνθου χαιρέτησα τον τροχονόμο που ήταν στην βαρέλα και γύρω του γεμάτη με δώρα από τις επιχειρήσεις όπως ήταν τότε το έθιμο. Στρίβοντας στην Κορίνθου φτάνω στο χασάπικο του Κορομπίλη που ήταν φίλος του παππού μου Θανάση. Ο Κορομπίλης κάθε Σάββατο έβαζε κοψίδια στη λάτα (λαδόχαρτο) και τα έστελνε στον φούρνο, για να συνοδεύσει το κρασί με τους φίλους του. Ήταν μια συνήθεια που οι αργοί ρυθμοί την επέτρεπαν μετά το κλείσιμο των μαγαζιών. Έτσι, πολλοί μαγαζάτορες οργάνωναν αυτές τις διασκεδάσεις, που είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητας.
Μετά την Πλατεία Γεωργίου, πέρασα γρήγορα από τα καταστήματα που ήταν στην στοά του Εσπέρου και βρέθηκα στην γωνία Κορίνθου και Ερμού. Επι της Κορίνθου ήταν το χασάπικο του Μπίτσα που ήταν πριν μια δεκαετία συνεταίρος με τον αποβιώσαντα παππού μου Θανάση Ζαφειρόπουλο και η μικρή μητέρα μου καθόταν στο ταμείο. Ο παππούς μου είχε έλθει στην Πάτρα, το 1920, από την Ζάκυνθο, με πρώτη στέγαση στην Κανακάρη και ειδικότητα στην τέχνη των αλλαντικών. Εκεί πήρα καλό φιλοδώρημα, ένα τάληρο.
Στην συνέχεια επί της Ερμού πήγα στο ουζερί του Βίνιου. Δίπλα στον Μπίτσα, στη γωνία με την Ερμού, ήταν το ουζερί του Βύνιου, με τον μεγάλο μαρμάρινο πάγκο. Πάνω στον πάγκο, από νωρίς είχαν πιάσει θέση πιατάκια για τη συνοδεία του ούζου‒ πατάτες βραστές, ρεβίθι βρασμένο, ντομάτα, αγγούρι και ράπανο . Κάποια πρωινά είχαμε δει τον πατέρα του Βύνιου, τον κυρ Δημήτρη, που είχε βγάλει στο πεζοδρόμιο φουφού και τηγάνιζε μπακαλέο ξερό. Κατέβαιναν οι εργάτες από το Μαρκάτο για το λιμάνι και αγοράζανε τον τηγανισμένο μπακαλέο ανάμεσα σε δύο φέτες ψωμί, για κολατσιό στον δρόμο. Μέσα στο μαγαζί του Βύνιου και ακριβώς μπροστά, στη γωνία, είχε στηθεί ένα μαγαζάκι. Δεν θα ήταν παραπάνω από 5-6 τετραγωνικά μέτρα και ήταν γεμάτο μέσα και με κρεμασμένα γύρω γύρω εμπορεύματα, όπως ρούχα, ζώνες, μαντίλια, γραβάτες και γραβατάκια. Ένα τέτοιο κόκκινο γραβατάκι με λάστιχο και με κεντημένο ένα τσολιαδάκι μού αγόρασε η μητέρα μου από τον εμποράκο, όπως λέγανε τον κυρ Γιώργο Αθανασόπουλο. Η μητέρα μου τον γνώριζε και ψώνιζε από το μαγαζί αυτό κουβαρίστρες, λάστιχα για φούστες και βάτες. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση πώς χώραγε αυτό το μαγαζάκι τόσα πράγματα και βέβαια πώς το βράδυ, που έκλεινε, τα έβαζε μέσα, σε έναν περιορισμένο χώρο δύο επί τρία μέτρα. Το μαγαζάκι έκλεινε το βράδυ με μεγάλα παραθυρόφυλλα, που την ημέρα τα ξεκρέμαγε και τα ακουμπούσε στις κολόνες.
Πιο πάνω, προς το Μαρκάτο και μετά την Κανακάρη, ήταν κι άλλα τέτοια μαγαζάκια με παρόμοια είδη και σε μεγάλη ποικιλία, αλλά υπαίθρια, αλλά δε πήγα καθώς δεν ήμουνα γνωστός. Πάνω στο πεζοδρόμιο υπήρχε ένα τρίτροχο καρότσι και στον δρόμο ένα αυτοκίνητο με ανοιχτές τις πόρτες, γεμάτα και τα δύο με εμπορεύματα, κυρίως μικροαντικείμενα.
Στο πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί του Βύνιου ήταν ένας τεράστιος φίκος, που συνιστούσε σημείο αναφοράς για το ουζερί. Αργότερα τον έκοψαν και φύτεψαν απέναντι έναν μικρότερο, που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στην συνέχεια είπα τα κάλαντα, Στο κατάστημα υποδημάτων του Γιώργου Δενάζη, με τη φίρμα Σεβαστάκης, που ήταν απέναντι και διαγωνίως, το οποίο είχε ανοίξει εκείνη την χρονιά και αποτελούσε καινοτομία για την Πάτρα.

Στην συνέχεια πήγα στον κο Δημήτρη Μανθόπουλο που είχε μεγάλη ποικιλία σε τόπια αλλά και σε ρετάλια. Δίπλα από του Μανθόπουλου είπα τα κάλαντα στα οπτικά του Αγγελόπουλου και από την άλλη πλευρά στου Κόντη με τα υαλικά. Απέναντι ήταν και το κατάστημα ψιλικών Αφοί Δημακόπουλοι, στο οποίο και μπήκα γιατί ψωνίζαμε, φερμουάρ, κουμπιά, ντεμισέ (ανέμες), κόπιτσες και σούστες. Και δίπλα στο κατάστημα υφασμάτων των Λαδά και Μανούσου, που και σ’ αυτό ήμαστε πελάτες. Τέλος, μπήκα στον Πετράκη, που είχε υφάσματα και ιερατικά, αλλά έκανε και βαφές υφασμάτων. Ο Πετράκης είχε τις καλύτερες βαφές για ρούχα αλλά και για πασχαλιάτικα αυγά.
Στην πλατεία Γεωργίου, είχαν στηθεί οι μπουναμάδες που από το πρωι είχαν αναμμένα τα λαμπιόνια. Αλλά και από το πρωι ήταν αναμμένες οι φωτεινές διαφημίσεις. Από τις πρώτες η διαφήμιση της Τρία Άλφα-Κασμήρια, που ήταν στην ταράτσα της οικίας Χαραλαμπόπουλου, απέναντι από το εμπορικό του Πανταζή. Αργότερα τη θέση αυτή κατέλαβε η διαφήμιση της Berkhsire, καθώς το 1960 εγκαινιάσθηκε η Μπέρκσαϊρ-Ελλάς. Διαφήμιζε ότι είχε στόχο να κατασκευάσει εντός του έτους 1.200.000 γυναικείες νάυλον κάλτσες, ώστε να καλυφθεί το ήμισυ των αναγκών της ελληνικής αγοράς. Και έτσι έκλεισε η ημέρα της παραμονής Πρωτοχρονιάς, το δε βράδυ βγάλαμε και φωτογραφία με τον αδελφό μου, στην Πλατεία Γεωργίου, μπροστά από το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Διαβάστε στο εορταστικό τεύχος του “πατρινόραμα-hellenic”


