Πέτρος Λαμπρινάκος μιλά στο “π”: Η τέχνη της εικόνας, η ευθύνη της παράδοσης και η δύναμη της ελπίδας

Υπάρχουν έργα που δεν μετρώνται με αριθμούς, ούτε αποτυπώνονται εύκολα σε απολογισμούς. Έργα που χτίζονται αθόρυβα, με γνώση, πίστη, επιμονή και κυρίως με ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να μετατρέπουν την παράδοση σε ζωντανό παρόν. Ένα τέτοιο έργο παράγεται εδώ και χρόνια με τις ευλογίες και την στήριξη  του Σεβασμιωτάτου Μιτροπολίτη Πατρών κκ Χρυσοστόμου  από την Ιερά Μητρόπολη Πατρών στον χώρο του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και της πνευματικής δημιουργίας.

Μέσα από τη Σχολή Βυζαντινής Αγιογραφίας, η Ιερά Μητρόπολη Πατρών δεν περιορίζεται στη διαφύλαξη μιας μεγάλης καλλιτεχνικής και εκκλησιαστικής παρακαταθήκης. Δημιουργεί, εκπαιδεύει, εμπνέει και παραδίδει στις νεότερες γενιές μια τέχνη αιώνων, όχι ως κάτι μουσειακό, αλλά ως μια ζωντανή γλώσσα που εξακολουθεί να συνομιλεί με τον άνθρωπο του σήμερα.

Στην καρδιά αυτής της προσπάθειας βρίσκεται ο Πέτρος Λαμπρινάκος, διακεκριμένος αγιογράφος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους εκφραστές και δασκάλους της βυζαντινής αγιογραφίας στην Ελλάδα. Για τον ίδιο, όμως, η αγιογραφία δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι διακονία, ευθύνη και μια αδιάκοπη μαθητεία απέναντι σε μια παράδοση που, όπως ο ίδιος τονίζει, δεν φυλάσσεται σε προθήκες, αλλά παραμένει ζωντανή.

Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στην δημοσιογράφο  Ευτυχία Λαμπροπούλου για το «Πατρινόραμα-Hellenic», ο Πέτρος Λαμπρινάκος μιλά για την αγιογραφία ως κλήση, για την πνευματική ευθύνη του αγιογράφου, για τη μεγάλη πρόκληση της διδασκαλίας και για το έργο της Σχολής Αγιογραφίας της Ιεράς Μητρόπολης Πατρών. Μιλά ακόμη για την παράδοση και τη σύγχρονη εποχή, για την τεχνητή νοημοσύνη, την ταχύτητα, την ανάγκη για εσωτερική σιωπή και για μια τέχνη που, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, εξακολουθεί να μας καλεί να σταθούμε και να κοιτάξουμε βαθύτερα.

Γιατί, τελικά, όπως λέει και ο ίδιος, «η αγιογραφία δεν είναι η τέχνη να ζωγραφίζουμε όμορφα πρόσωπα, είναι η τέχνη να κάνουμε ορατή την ελπίδα».

Πότε καταλάβατε ότι η αγιογραφία δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά κλήση;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει μία συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία το καταλαβαίνει κανείς. Είναι περισσότερο μια αργή αποκάλυψη. Ξεκινάς ίσως από την αγάπη για τη ζωγραφική, από το σχέδιο, το χρώμα, την ανάγκη να δημιουργήσεις. Κάποια στιγμή όμως, μπροστά σε μια μορφή που γεννιέται πάνω στο ξύλο, αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Στην αγιογραφία δεν ζωγραφίζεις απλώς ένα πρόσωπο. Καλείσαι να διακονήσεις μια παρουσία. Και τότε καταλαβαίνεις ότι η δεξιοτεχνία, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν αρκεί. Χρειάζεται ευθύνη, σιωπή, ταπείνωση και συνείδηση του τι υπηρετείς. Εκεί, νομίζω, η τέχνη αρχίζει να γίνεται κλήση. Με τα χρόνια μάλιστα αυτή η αίσθηση γίνεται εντονότερη. Όσο περισσότερο γνωρίζεις την αγιογραφία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πρόκειται για μια τέχνη που κατακτάς κάποτε και λες «τώρα την έμαθα». Συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Όσο προχωράς, τόσο μεγαλώνει μέσα σου ο σεβασμός απέναντί της. Υπήρξαν φορές που στάθηκα μπροστά σε ένα τελειωμένο πρόσωπο και αισθάνθηκα ότι η σημαντικότερη στιγμή δεν ήταν εκείνη κατά την οποία έβαλα την τελευταία πινελιά, αλλά η σιωπή που ακολούθησε. Αυτές οι στιγμές σε διδάσκουν ότι η εικόνα, όταν ολοκληρωθεί, πρέπει κάποια στιγμή να πάψει να μιλά για τον ζωγράφο της. Και όταν αρχίζεις να διδάσκεις, αυτή η κλήση αποκτά ακόμη μία διάσταση. Δεν παραδίδεις απλώς μια τεχνική. Παραδίδεις κάτι που παρέλαβες και εσύ. Γίνεσαι ένας μικρός κρίκος σε μια αλυσίδα αιώνων. Αυτό δημιουργεί μεγάλη ευθύνη αλλά και βαθιά ευγνωμοσύνη.

Τι ξεχωρίζει την αγιογραφία από κάθε άλλη μορφή ζωγραφικής;

Η ζωγραφική συνήθως ξεκινά από τον καλλιτέχνη και εκφράζει τον κόσμο του. Η αγιογραφία ξεκινά από την Εκκλησία και οδηγεί πέρα από τον ίδιο τον αγιογράφο. Η εικόνα δεν επιδιώκει απλώς να συγκινήσει αισθητικά ούτε να αντιγράψει τη φυσική πραγματικότητα. Δεν θέλει να μας πει πώς ακριβώς έμοιαζε ένας Άγιος. Θέλει να μας φανερώσει τον άνθρωπο μεταμορφωμένο μέσα στη Χάρη. Γι’ αυτό και στην εικόνα όλα έχουν λόγο υπάρξεως: το βλέμμα, η στάση του σώματος, η αντίστροφη προοπτική, το φως, ακόμη και η φαινομενική άρνηση του φυσικού χώρου. Η αγιογραφία δεν ζωγραφίζει τόσο αυτό που βλέπει το μάτι, όσο εκείνο που καλείται να δει η ψυχή. Αυτό είναι και ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που προσπαθώ να μεταδώσω στους μαθητές μου. Δεν αρκεί να μάθουν να σχεδιάζουν σωστά ένα μάτι. Πρέπει να καταλάβουν γιατί το βλέμμα της εικόνας είναι έτσι. Δεν αρκεί να γνωρίζουν πώς φωτίζεται ένα πρόσωπο. Πρέπει να αντιληφθούν γιατί το φως της εικόνας δεν λειτουργεί όπως το φυσικό φως ενός τοπίου ή ενός πορτρέτου. Στη φυσιοκρατική ζωγραφική το φως έρχεται συνήθως από κάπου και πέφτει επάνω στο αντικείμενο. Στην εικόνα το πρόσωπο μοιάζει να φωτίζεται διαφορετικά, σαν το φως να αποκαλύπτει μια εσωτερική πραγματικότητα. Γι’ αυτό η βυζαντινή ζωγραφική δεν είναι μια «ατελής» προσπάθεια ρεαλισμού, όπως κάποτε λανθασμένα θεωρήθηκε. Είναι μια απολύτως συνειδητή εικαστική γλώσσα με διαφορετικό σκοπό. Και αυτό ακριβώς την κάνει μοναδική.

Πόσο καθοριστική είναι η πνευματική ζωή του αγιογράφου στο έργο του;

Είναι καθοριστική, αλλά χρειάζεται εδώ μεγάλη προσοχή. Δεν θα ήθελα ποτέ να παρουσιάσουμε τον αγιογράφο ως έναν άνθρωπο που επειδή ζωγραφίζει Αγίους γίνεται αυτομάτως και άγιος. Ο αγιογράφος είναι άνθρωπος με αδυναμίες, πτώσεις και αγώνες όπως όλοι. Η πνευματική ζωή όμως τον βοηθά να κατανοήσει ότι αυτό που δημιουργεί δεν του ανήκει ολοκληρωτικά. Η προσευχή, η συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, η μελέτη και κυρίως η ταπείνωση αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο στέκεσαι απέναντι στην εικόνα. Μπορεί κανείς να μάθει άριστα την τεχνική. Η τεχνική όμως δημιουργεί έναν ικανό τεχνίτη. Δεν αρκεί από μόνη της για να γεννήσει έναν αληθινό αγιογράφο. Και θα έλεγα ότι η πνευματικότητα δεν εκφράζεται απαραίτητα με μεγάλα λόγια. Φαίνεται πολλές φορές στον τρόπο με τον οποίο εργάζεσαι: στην υπομονή σου, στον σεβασμό προς το πρότυπο, στην αποδοχή του λάθους, στην επιμονή να ξαναρχίσεις όταν κάτι δεν είναι σωστό. Υπάρχει και κάτι ακόμη που θεωρώ πολύ σημαντικό: ο αγιογράφος πρέπει να μάθει να υποχωρεί μπροστά στην εικόνα. Στη σύγχρονη τέχνη είναι απολύτως θεμιτό ο δημιουργός να επιθυμεί να αναγνωρίζεται αμέσως η προσωπική του σφραγίδα. Στην αγιογραφία όμως χρειάζεται μια διαφορετική ισορροπία. Ο δημιουργός υπάρχει, ασφαλώς, αλλά δεν πρέπει να στέκεται ανάμεσα στην εικόνα και στον άνθρωπο που προσεύχεται μπροστά της. Η μεγαλύτερη επιτυχία ίσως είναι κάποιος να σταθεί μπροστά στην εικόνα σου και να ξεχάσει ποιος τη ζωγράφισε.

Ποιο είναι το όραμά σας ως διευθυντής της Σχολής Αγιογραφίας της Ι. Μητροπόλεως Πατρών;

Το όραμά μου είναι η Σχολή να μη γίνει ποτέ ένα απλό εργαστήριο αντιγραφής εικόνων. Θέλω οι μαθητές μας να μαθαίνουν πρώτα να βλέπουν και ύστερα να ζωγραφίζουν. Να γνωρίζουν σχέδιο, χρώμα, ιστορία της τέχνης, τεχνικές και υλικά, αλλά ταυτόχρονα να κατανοούν τη θεολογία της εικόνας και τον λόγο για τον οποίο η Εκκλησία ζωγραφίζει με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο. Δεν θέλω να αποφοιτούν άνθρωποι που απλώς γνωρίζουν «πώς γίνεται μια εικόνα». Θέλω να γνωρίζουν γιατί γίνεται η εικόνα. Και ακόμη περισσότερο, θέλω η Σχολή να είναι μια ζωντανή κοινότητα. Ένας χώρος όπου ο μαθητής δεν φοβάται να δοκιμάσει, να αποτύχει, να ρωτήσει, να αναζητήσει και τελικά να βρει τη δική του θέση μέσα στη μεγάλη συνέχεια της βυζαντινής ζωγραφικής. Για μένα αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη ενός δασκάλου: όχι να δημιουργήσει αντιγραφείς του εαυτού του, αλλά ανθρώπους που κάποια στιγμή δεν θα τον χρειάζονται πια. Θα ήθελα ένας μαθητής που περνά από τη Σχολή μας, όταν ολοκληρώσει τον κύκλο των σπουδών του, να μην έχει απλώς έναν φάκελο με όμορφες εικόνες. Να έχει αποκτήσει εικαστική παιδεία. Να μπορεί να σταθεί μπροστά σε μια εικόνα του Πρωτάτου, ενός μεγάλου κρητικού εργαστηρίου ή ενός σύγχρονου αγιογράφου και να κατανοεί τι βλέπει. Και υπάρχει κάτι που με συγκινεί ιδιαίτερα στη διδασκαλία. Έρχονται άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, επαγγελμάτων και εμπειριών. Κάποιος μπορεί να ξεκινήσει λέγοντας «εγώ δεν μπορώ ούτε μια γραμμή να τραβήξω». Και ύστερα από χρόνια βλέπεις τα χέρια του να δημιουργούν ένα πρόσωπο. Αυτή η μεταμόρφωση του μαθητή είναι για τον δάσκαλο ένα ξεχωριστό έργο τέχνης. Το όραμά μου λοιπόν είναι μια Σχολή με βαθιές ρίζες στην παράδοση αλλά με ανοιχτά μάτια στο παρόν. Μια Σχολή που δεν θα φυλάσσει την παράδοση σε προθήκη, αλλά θα τη διατηρεί ζωντανή.

Τι πρέπει να έχει ένας νέος που θέλει να γίνει αγιογράφος;

Πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει υπομονή. Να αγαπά τη μελέτη και να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι θα κάνει εκατοντάδες σχέδια που δεν θα του αρέσουν μέχρι να αρχίσει πραγματικά να βλέπει. Να μελετήσει τους μεγάλους δασκάλους χωρίς να γίνει δούλος της αντιγραφής τους. Να μάθει σχέδιο πριν αναζητήσει «ύφος». Να μάθει το χρώμα πριν εντυπωσιαστεί από τα εφέ. Και να αποκτήσει ταπεινότητα απέναντι σε μια τέχνη που κουβαλά αιώνες ιστορίας.

Τι πρέπει να αποφύγει;

Τη βιασύνη. Την ευκολία. Την υπερβολική αυτοπεποίθηση. Και κυρίως την ιδέα ότι επειδή έμαθε μια τεχνική, έμαθε και την αγιογραφία. Η αγιογραφία είναι ένας δρόμος στον οποίο όσο περισσότερο προχωράς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πόσα ακόμη έχεις να μάθεις. Θα του έλεγα επίσης να μη βιάζεται να αποκτήσει προσωπικό «ύφος». Είναι μια μεγάλη παγίδα για τον νέο δημιουργό. Το προσωπικό ύφος δεν αποφασίζεται. Προκύπτει. Έρχεται έπειτα από χρόνια μελέτης, αποτυχιών, διορθώσεων, παρατήρησης και εργασίας. Και θα του έλεγα να σχεδιάζει. Πολύ. Να σχεδιάζει πρόσωπα, χέρια, σώματα, πτυχώσεις. Να παρατηρεί τους μεγάλους δασκάλους όχι για να τους αντιγράψει μηχανικά αλλά για να καταλάβει γιατί πήραν τις αποφάσεις που πήραν. Η καλή αγιογραφία δεν αρχίζει από το πινέλο. Αρχίζει από το βλέμμα.

Υπάρχει χώρος για προσωπική έκφραση χωρίς να παραβιάζεται η παράδοση;

Βεβαίως. Διαφορετικά δεν θα υπήρχε εξέλιξη στη βυζαντινή ζωγραφική. Η παράδοση δεν είναι φωτοτυπικό μηχάνημα. Αν ήταν, ο Πανσέληνος, ο Θεοφάνης και τόσοι μεγάλοι δημιουργοί θα ζωγράφιζαν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Παράδοση σημαίνει παραλαμβάνω κάτι ζωντανό, το κατανοώ, το αφομοιώνω και το παραδίδω στην επόμενη γενιά χωρίς να προδώσω την ουσία του. Ο αγιογράφος λοιπόν μπορεί –και κατά τη γνώμη μου πρέπει– να έχει προσωπική γραφή. Αρκεί η προσωπικότητά του να μη γίνεται σημαντικότερη από το πρόσωπο που εικονίζει. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δημιουργική ελευθερία και στην αυθαιρεσία. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ωριμότητα του αγιογράφου. Αν κοιτάξουμε άλλωστε την ιστορία της βυζαντινής ζωγραφικής, θα δούμε τεράστιες διαφοροποιήσεις. Άλλη η ευγένεια της Κομνήνειας περιόδου, άλλη η μνημειακότητα και η δύναμη της Παλαιολόγειας ζωγραφικής, άλλη η αυστηρότητα και η πειθαρχία μεγάλων έργων της Κρητικής Σχολής. Κι όμως όλα αυτά τα αναγνωρίζουμε ως μέρη της ίδιας παράδοσης. Η παράδοση λοιπόν δεν είναι επανάληψη της στάχτης. Είναι διατήρηση της φωτιάς. Και θεωρώ ότι ένας από τους σημαντικότερους στόχους της σύγχρονης αγιογραφίας είναι ακριβώς αυτός: να μην αντιγράψει απλώς το παρελθόν, αλλά να συνομιλήσει δημιουργικά μαζί του.

Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζει σήμερα η αγιογραφία στη σύγχρονη κοινωνία;

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι η ευκολία. Ζούμε στην εποχή της άμεσης εικόνας, της οθόνης, της ταχύτητας και πλέον της τεχνητής νοημοσύνης. Μπορούμε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να έχουμε μπροστά μας χιλιάδες εικόνες. Όμως η αγιογραφία απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: χρόνο. Και υπάρχει ακόμη ένας κίνδυνος: να μετατραπεί η εικόνα σε ένα όμορφο διακοσμητικό αντικείμενο. Να εντυπωσιάζει με το χρυσό, τη στιλπνότητα και την τεχνική αρτιότητα, αλλά να έχει χάσει την εσωτερική της σιωπή. Δεν είναι ζητούμενο η εικόνα να λάμπει περισσότερο. Είναι να μιλά βαθύτερα. Η μεγάλη πρόκληση λοιπόν σήμερα είναι να χρησιμοποιήσουμε όσα μας προσφέρει η εποχή χωρίς να επιτρέψουμε στην ταχύτητα και στην επιφάνεια της εποχής να αλλοιώσουν την ουσία της εικόνας. Δεν είμαι αντίθετος στην τεχνολογία. Κάθε εποχή χρησιμοποίησε τα εργαλεία που είχε στη διάθεσή της. Το ζήτημα είναι ποιος χρησιμοποιεί ποιον: εμείς το εργαλείο ή το εργαλείο εμάς. Όταν η τεχνολογία βοηθά στη μελέτη, στην πρόσβαση σε μνημεία, στη σύγκριση έργων και στη γνώση, είναι πολύτιμη. Όταν όμως υποκαθιστά την παρατήρηση, το σχέδιο, τη χειρωνακτική άσκηση και τη σκέψη, τότε έχουμε πρόβλημα. Ο αγιογράφος πρέπει να αντισταθεί λίγο στην εποχή του. Σε έναν κόσμο που λέει «γρηγορότερα», εκείνος πρέπει μερικές φορές να απαντήσει «βαθύτερα».

Μπορεί η αγιογραφία να μιλήσει στον άνθρωπο του 21ου αιώνα;

Με ποιον τρόπο; Ίσως σήμερα να είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Ο σύγχρονος άνθρωπος δέχεται καθημερινά χιλιάδες εικόνες. Εικόνες που απαιτούν την προσοχή του, προσπαθούν να του πουλήσουν κάτι, να τον εντυπωσιάσουν, να τον κάνουν να επιθυμήσει. Η βυζαντινή εικόνα κάνει κάτι σχεδόν επαναστατικό: μένει σιωπηλή και σε κοιτάζει. Δεν απαιτεί τίποτε. Δεν φωνάζει. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Σε καλεί να σταθείς. Και ίσως αυτό ακριβώς χρειάζεται περισσότερο ο άνθρωπος του 21ου αιώνα: μέσα στον θόρυβο, μια εικόνα που δεν του ζητά να καταναλώσει, αλλά να συναντήσει ένα Πρόσωπο. Πιστεύω πολύ στη δύναμη του βλέμματος της εικόνας. Το βλέμμα του Χριστού, της Παναγίας ή ενός Αγίου δεν είναι ένα βλέμμα που απλώς παρατηρούμε. Με έναν παράξενο τρόπο αισθανόμαστε ότι εκείνο παρατηρεί εμάς. Και εκεί αλλάζουν οι ρόλοι. Δεν είμαι πλέον εγώ ο θεατής που εξετάζει ένα έργο τέχνης. Γίνομαι εγώ εκείνος που στέκεται απέναντι σε ένα βλέμμα. Αυτή η συνάντηση δεν έχει ηλικία. Δεν ανήκει στον 10ο, στον 14ο ή στον 21ο αιώνα. Αγγίζει κάτι βαθύτερο μέσα στον άνθρωπο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι όσο υπάρχει άνθρωπος που αναζητά νόημα, παρηγοριά, ελπίδα και υπέρβαση, η εικόνα θα έχει κάτι να του πει.

Τέλος,  αν έπρεπε να συνοψίσετε το μήνυμά σας προς το κοινό σε μία φράση, ποια θα ήταν;

«Η αγιογραφία δεν είναι η τέχνη να ζωγραφίζουμε όμορφα πρόσωπα, είναι η τέχνη να κάνουμε ορατή την ελπίδα.» Και ίσως θα πρόσθετα κάτι ακόμη: Η εικόνα δεν δημιουργήθηκε για να σταματά το βλέμμα επάνω της. Δημιουργήθηκε για να το οδηγεί παραπέρα. Αν λοιπόν ένας άνθρωπος σταθεί έστω και για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά σε μια εικόνα και μέσα στη σιωπή της αισθανθεί κάτι που τον ξεπερνά, τότε η εικόνα έχει επιτελέσει τον βαθύτερο σκοπό της. Γιατί τελικά ο αγιογράφος ζωγραφίζει με χρώματα και γραμμές κάτι που δεν χωρά ούτε στα χρώματα ούτε στις γραμμές: την προσδοκία ότι το σκοτάδι δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Η συνέντευξη με τον Πέτρο Λαμπρινάκο δεν είναι απλώς μια συζήτηση για την τέχνη της αγιογραφίας. Είναι μια υπενθύμιση ότι, σε μια εποχή όπου όλα κινούνται γρήγορα και η εικόνα καταναλώνεται συχνά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που επιμένουν στον χρόνο, στη μελέτη, στην υπομονή και στο βάθος.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό αποτύπωμα του έργου που παράγει η Ιερά Μητρόπολη Πατρών, η δημιουργία ενός ζωντανού χώρου γνώσης, πολιτισμού και πνευματικής αναζήτησης. Όπου η παράδοση δεν αντιμετωπίζεται ως ανάμνηση, αλλά ως συνέχεια. Τόσο οι νέοι όσο και οι μεγαλύτεροι μαθητές μαθαίνουν όχι μόνο πώς να κρατούν ένα πινέλο, αλλά και πώς να βλέπουν. Αυτή είναι η μεγάλη δύναμη της εικόνας. Ότι δεν την προσπερνάς, σε σταματά, σε κοιτάζει, σε καλεί, μέσα στη σιωπή της, να αναζητήσεις κάτι πέρα και πάνω από τη μορφή και το χρώμα, σε μία βαθύτερη συνομιλία με το Θείο. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που υπηρετούν αυτή την τέχνη με γνώση, ευθύνη και ταπείνωση, η βυζαντινή αγιογραφία δεν θα αποτελεί μια κληρονομιά του παρελθόντος, αλλά θα  παραμένει ένα ζωντανό φως στο παρόν.

Γιατί, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Πέτρος Λαμπρινάκος, η εικόνα δεν δημιουργήθηκε για να σταματά το βλέμμα επάνω της. Δημιουργήθηκε για να το οδηγεί παραπέρα. Και ίσως, σε έναν κόσμο που συχνά μοιάζει να βιάζεται ακόμη και να ελπίσει, αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό έργο της τέχνης: να μας θυμίζει ότι το σκοτάδι δεν έχει ποτέ τον τελευταίο λόγο.