*Γράφει ο Νικόλαος Ζαχαριάδης, Καθηγητής Θεολόγος – Συγγραφέας

Ένα πρωτοφανές υπερφυσικό γεγονός παρατηρείται κάθε Αύγουστο στην Κεφαλλονιά, το νησί του Αγίου Γερασίμου, που πάνω από 436 χρόνια διατηρείται το άγιο και άφθαρτο σκήνωμά του. Στα νότια του νησιού κάτω από το μεγάλο βουνό του Αίνου στην περιοχή της Λειβαθούς, εκεί που βασιλεύει η ελιά (εξ ου και η ονομασία «Ελιού»), συναντάμε το Μαρκόπουλο. Μικρό χωριό, χτισμένο στα 300 μέτρα υψόμετρο πάνω από τη θάλασσα στη γωνιά που βλέπει προς τον Πατραϊκό κόλπο. Η θέα είναι εξαίσια. Το καλύτερο μπαλκόνι της Κεφαλλονιάς.
Εκεί βαθιά στην όχθη μιας ρεματιάς, στο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βγαίνουν κάθε χρόνο την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου τα φίδια της Παναγίας.
Από τις πρώτες μέρες αυτής της περιόδου, συγκεκριμένα από την 6ην Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού εμφανίζονται στο ναό τα περίφημα φίδια της Παναγίας.
Καθώς προχωρούν οι ημέρες γίνονται περισσότερα και την παραμονή της Κοιμήσεως πληθαίνουν. Ενώ βασιλεύει ο ήλιος και οι καμπάνες κτυπούν απανωτά τα φίδια ξετρυπώνουν πολλά – πολλά. Βλέπεις Μαρκοπουλιώτες με κεριά να γυρνούν στη ρεματιά για να μαζέψουν φίδια και να τα φέρουν στο ναό.
Στον εσπερινό, τότε που αρχίζει η μεγάλη πανήγυρις κυκλοφορούν άνετα. Κανένα δε φοβούνται αν και τα παίρνουν και τα βάζουν σε μπουκάλες σήμερα και τα εναποθέτουν πάνω στην Αγία Τράπεζα. Τα φίδια της Παναγίας τα πιάνουν οι χριστιανοί, τα καμαρώνουν και τα ακουμπούν επάνω τους.
Τοπικό δίστιχο τονίζει: «Τα φίδια απ’ το Μαρκόπουλο καλαίνω να με φάνε, μα κείνα είναι τση Παναγιάς και με χαϊδολογάνε».
Φαινόμενα απίθανα και απίστευτα τα φίδια της Παναγίας. Άλλα τα βλέπεις τυλιγμένα στο μπράτσο ενός χριστιανού σαν βραχιόλια,άλλα ανεβασμένα στην εικόνα της Παναγίας ή στον Ευσταυρωμένο ή στους άρτους της αρτοκλασίας. Στη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας μπορεί κάποιο ν’ ανεβεί στο Ευαγγέλιο που κρατάει στα χέρια του ο παπάς.
Πανηγυρίζουν κι αυτά, σαν εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου μαζί με τους Χριστιανούς την εορτή της μητέρας του Κτίστου των απάντων. Και δίνουν στην πανήγυρη ένα τόνο εδεμικό (στην Εδέμ οι Πρωτόπλαστοι και τα ζώα ζούσαν αδελφωμένα).
Όταν τελειώνει στις 15 Αυγούστου η Θ. Λειτουργία τρεις – τέσσερις φωτογράφοι κρατούν στα χέρια τους φίδια και τα προσφέρουν σ’ όσους επιθυμούν να φωτογραφηθούν μ’ αυτά. Μερικοί ευαίσθητοι τα πιάνουν με φόβο. Εκείνα άφοβα ανεβαίνουν στο στήθος τους, στο λαιμό τους και ο φακός απαθανατίζει το παράδοξο θέαμα.
Καθώς φεύγει η 15η Αυγούστου αναχωρούν κι αυτά. Οι Χριστιανοί θα τα περιμένουν πάλι το επόμενο έτος «όπως θα περιμένουν το Μάη τις παπαρούνες» κατά την έκφραση Κεφαλλονίτη συγγραφέα και θα τα καλωσορίσουν με γλυκόλογα: «Καλώς τα τα αγαπητά μας φίδια. Πώς είσαστε από πέρυσι»;
Το χρώμα αυτών των φιδιών είναι γκρίζο. Στο μέγεθος λεπτά και σχετικώς μικρά. Δεν περνούν το μέτρο. Όταν πλησιάζεις να τα χαϊδέψεις στο κεφάλι, νιώθεις ένα δερματάκι βελούδινο και βλέπεις δύο μάτια σπινθηροβόλα. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι στο πλατύ τους κεφάλι σχηματίζεται ένας μικρός σταυρός, πράγμα που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση. Κάτι το πρωτοφανές και μοναδικό. Πουθενά δεν συναντάται κάτι παρόμοιο. Επί πλέον και στην άκρη της λεπτής γλώσσας τους υπάρχει το σημείο του σταυρού.
Μερικοί Γερμανοί φυσιοδίφες που τα εξέτασαν από πλευράς ζωολογικής δεν μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα από τα γνωστά είδη.
Όλα όσα σχετίζονται με αυτάτα φίδια είναι παράδοξα και υπερφυή. Από που βγαίνουν είναι ακαθόριστο και άγνωστο. Από το καμπαναριό; Από σχισμές και αιχμές του Ναού; Από το γύρω χώρο; Υπάρχει η ιδέα ότι βγαίνουν από τα ερείπια του παλαιού ναού. Όσο κι αν παρατηρούν οι Μαρκοπουλιώτες για να προσδιορίσουν από πού ξεπροβάλλουν καθώς και πού κρύβονται μετά την εορτή τίποτα δεν επισημαίνουν. Άγνωστος και μυστηριώδης ο κρυψώνας τους.
Μία φορά κάποιος Χριστιανός σκέφτηκε να πάρει ένα φίδι και να το κλείσει σε μπουκάλι.
Μάλιστα το τοποθέτησε στο εικονοστάσι του σπιτιού του. Αργότερα διαπίστωσε ότι το μπουκάλι ήταν άδειο. Όπως διηγούνται οι ντόπιοι σε οποιοδήποτε μέρος κι αν τα κλείσεις ύστερα από σαράντα μέρες θα εξαφανιστούν.
Πολλοί που έτυχε να σκοτώσουν ένα φίδι (π.χ. ένας αμαξάς που το πάτησε με το κάρο του) είδαν στον ύπνο τους την Παναγιά να τους το γυρεύει. Και πήραν την απόφαση, να στείλουν στο προσκυνητάρι της ασημένια ή ξύλινα επιχρυσωμένα ομοιώματα φιδιών.
Και κάτι άλλο αξιοσημείωτο. Όταν το 1924 η Εκκλησία της Ελλάδος δέχτηκε το νέο ημερολόγιο οι Κεφαλλονίτες αγωνιούσαν να δουν την επιλογή που θα έκαναν τα φίδια. Αυτά βγήκαν με το νέο, πράγμα που συνετέλεσε να μη βρει έδαφος ο παλαιοημερολογιτισμός στην Κεφαλλονιά.
Η εμφάνιση των φιδιών έχει και προφητική σημασία. Θεωρείται καλό σημάδι για τα πράγματα του τόπου, καλοχρονιά και ευημερία. Γι’ αυτό και με ξεχωριστή αγωνία τα παιδιά του Μαρκόπουλου το βράδυ της 5ης προς την 6ην Αυγούστου ανάβουν κεριά και ψάχνουν γύρω από το καμπαναριό για να διαπιστώσουν την εμφάνισή τους. Η κραυγή «βγήκανε τα φίδια!» αντηχεί φορτισμένη με μεγάλη χαρά.
Αν δεν βγουν είναι κακός οιωνός. Τον Αύγουστο του 1940 παραμονές του μεγάλου πολέμου καθώς και το 1953 που επλήγη το νησί από σεισμό δεν βγήκαν, επίσης και το 1922 με τη Μικρασιατική καταστροφή.
Το θαυμαστό και εκπληκτικό αυτό φαινόμενο των φιδιών της Παναγίας κατ’ επανάληψη έχει απασχολήσει τον Τύπο καθώς και την τηλεόραση της Ελλάδος μας. Και στις καλοπροαίρετες και ίσιες ψυχές αναθέρμανε την πίστη.
Υπηρέτησα ως καθηγητής 7 χρόνια στο νησί της Κεφαλλονιάς (1984-1991) και επειδή προβληματίστηκα για το φαινόμενο αυτό αρκετά, έψαξα, είδα, άκουσα, συζήτησα και έγραψα αυτό το κείμενο γύρω από τα φίδια της Παναγίας που κι αυτά με το δικό τους τρόπο υμνούν και δοξάζουν την πορφυρογέννητη βασίλισσα των αγγέλων, τη Μεσίτρια του κόσμου, την Παναγία μας.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μόνο στον ελλαδικό χώρο υπάρχουν 35.000 προσωνύμια προς την Παναγία μας ένεκα θαυμάτων. Μόνο στην Κεφαλλονιά ανακάλυψα ότι υπάρχουν 800 ονόματα της Παναγίας: Παναγία η Στεφάνα, Παναγία η Μαγκάνα, κ.λ.π.
Η Παναγία η φιδού βοήθειά μας…
ΑΜΗΝ.
ΜΕΣΙΤΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ
Ω Παναγιά μου Δέσποινα
Μάνα όλου του κόσμου,
την προσευχή μου άκουσε
και την υγειά μου δως μου.
Εσύ μόνο στο Χριστό μιλάς
κλαις και τον παρακαλάς
πες κάτι και για μένα,
δεν έχω άλλον κανένα.
Εσέ έχω Άχραντε
και εσέ παρακαλάω,
μη βλέπεις που ’μαι αμαρτωλός
το ξέρω και πονάω.
Αν σε ρωτήσει Πάναγνε
γιατί δεν τον κοιτάω
πες του πως είμαι αόμματος
το φως του αναζητάω.
Να δω τον ήλιο κει ψηλά
τη νύχτα το φεγγάρι
την ομορφιά που έφτιαξε
η δική του χάρη.
Κι αν ακόμα δεν πειστεί
ότι τον αγαπάω
δικός του θα μείνω σταθερός
τον λόγο μου κρατάω.


