Το Κοστούμι – Πρόβα επιβίωσης

Του Ελισσαίου Βγενόπουλου

Δεν είναι τέχνη είναι τεχνική, ψιθυρίζει ο ήρωας μας και εννοεί ότι χρειάζεται, πριν απ’ όλα, εμπειρικές μεθόδους ολοκληρωμένες και πλήρη γνώση του αντικειμένου για να υπάρξει ένα καλό αποτέλεσμα.  Εκεί που χάνονται τα ίχνη της τέχνης και της τεχνικής καθώς σμίγουν οι δυο έννοιες, εκεί φύεται η έμπνευση και φουντώνει η δημιουργία. Ο ρόλος της τέχνης είναι να ρίξει φως στις σκοτεινές πλευρές των παθών του ανθρώπου. Όταν η τεχνική έρθει αρωγός σ’ αυτήν την προσπάθεια το αποτέλεσμα είναι υπέροχο και η εκδίκηση της φαντασίας ολοκληρωτική.

Ο ράφτης της ταινίας δεν είναι απλώς ένας καλό τεχνίτης,  δεν αρκείται στο  να διαλέξει το καλύτερο ύφασμα, να κάνει τον ακριβή σχεδιασμό, να πάρει τα σωστά μέτρα του πελάτη του. Το πιο σημαντικό είναι να ζυγίσει τον άνθρωπο, που σαν μικρό παιδί αφήνεται στον τεχνίτη για να τον ντύσει, να υπολογίσει τις «διαστάσεις» της προσωπικότητάς του και με αυτό το κοστούμι που θα τον ντύσει να φωτίσει τις σκοτεινές πλευρές που έχει κι ο ίδιος ανάγκη να βγουν στο φως. Ακριβώς όπως ένα έργο τέχνης γιατί η ζωή συντρίβει την προσωπικότητα των ανθρώπων και καθήκον της τέχνης αλλά και ενός πραγματικά καλού κοστουμιού είναι να μας υπενθυμίσει την ύπαρξή της.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 στο Σικάγο ο Λονδρέζος κύριος Λέοναρντ είναι μετά από σχεδόν μια δεκαετία, ο έμπιστος ράφτης της γειτονιάς. Οι περισσότεροι κάνουν υποθέσεις για τα ελατήρια και τους λόγους της άφιξης του ράφτη στο Σικάγο που έχουν να κάνουν με την γιγάντωση του Ναζισμού και τις επιπτώσεις του πολέμου. Ο ίδιος ο παράξενος κύριος Λέοναρντ,  παρακάμπτοντας την προσωπική του τραγωδία, ισχυρίζεται ότι το ‘σκασε, από το λονδρέζικο Σάβιλ Ρόου «λόγω της εισβολής των μπλουτζίνς». Με προσοχή, φινέτσα και στυλ κάνει την τεχνική τέχνη για αυτούς που μπορούν να πληρώσουν κάτι τέτοιο και οι οποίοι δεν είναι και τα καλύτερα παιδιά του κόσμου. Βέβαια πολλοί μπαινοβγαίνουν στο ραφτάδικο, υπάλληλοι που  έχουν τον τρόπο τους, πωλητές που το μάτι τους γυαλίζει, αλλά πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, το ραφτάδικο εξυπηρετεί τα καλά παιδιά με τις βρώμικες δουλειές. Το ραφτάδικο είναι το τακτικό ταχυδρομείο της μαφίας της γειτονιάς. Στο πίσω μέρος του καταστήματος ένα γραμματοκιβώτιο ανοιγοκλείνει ασταμάτητα, δίνοντας απαραίτητες πληροφορίες, υποχρεωτικές προς εφαρμογήν  συμβουλές και  εντολές οι οποίες θα πρέπει να εκτελεστούν χθες. Το μάθαμε πια μετά από όλους τους Νονούς, αφού εντρυφήσαμε σε όλον τον Μάρτιν Σκορσέζε   και «συγκατοικήσαμε» με τόσους σκοτεινούς τύπους, το αφεντικό δίνει ένα μέρος του σχεδίου σε κάποιον, ένα άλλο μέρος σε κάποιον άλλο,  ένα μικρό μέρος σε κάποιον τρίτο, ολόκληρο το σχέδιο όμως σε κανέναν.

Ενώ συμβαίνουν αυτά στο μαγαζί του, ο Λέοναρντ παραμένει διακριτικός μέχρις εξαϋλώσεως, προσεκτικός μέχρις παρεξηγήσεως και προσηλωμένος  μέχρις ταυτίσεως . Δεν τον αφυπνίζει ούτε η φοβερή Μέιμπλ η βοηθός  του, η οποία ονειρεύεται φωναχτά, σκέφτεται χαμογελαστά και θέλει να ξεφύγει από τα ασφυκτικά γι αυτήν πλαίσια της πόλη και να φτιάξει μιαν άλλη ζωή. Ο Λέοναρντ  ο οποίος πίσω από το γλυκό και συγκαταβατικό του ύφος είναι φανερό ότι κρύβει πολλά, τα οποία δεν πρέπει να τα αντιληφθούν οι ένοικοι, οι επισκέπτες και οι διερχόμενοι από το μαγαζί του, φροντίζει και προστατεύει την αυθόρμητη και δυναμική Μέιμπλ με όλη τη διακριτικότητα και την έγνοια που τον διακρίνει και τη φαντασία που τον χαρακτηρίζει.

Και ενώ όλα κινούνται μέσα σε μια αναιμική αλλά βολική για όλους ισορροπία, οι ιρλανδοί μαφιόζοι αντιλαμβάνονται ότι κάποιο πουλάκι κελαηδάει τα μυστικά τους, εκεί που δεν πρέπει. Τα χέρια αρχίζουν να τρέμουν, οι κόρες των οφθαλμών να διαστέλλονται, το αίμα να βράζει και η ρουτίνα και η ησυχία του καλόγουστου ραφτάδικου, ως δια μαγείας, να εξαερώνεται και ο ράφτης γίνεται όπως από την αρχή δηλώνει κόφτης και αποδεικνύει αυτό που ο Αμερικανός αρθρογράφος έγραφε «Το συνηθισμένο επιχείρημα ότι το έγκλημα οφείλεται στη φτώχεια είναι ένα είδος συκοφαντίας για τους φτωχούς». Ναι, η πλεονεξία παίρνει το πάνω χέρι κι αυτή είναι που οπλίζει το έγκλημα και το κάνει ανεξέλεγκτο.

Η κάμερα του Γκράχαμ Μουρ, του βραβευμένου με Όσκαρ  σεναρίου για το «The Imitation Game», σκηνοθέτη κινείται στους τέσσερις τοίχους του ραφείου και σμίγει με τον «Βρόγχο» του σπουδαίου Χίτσκοκ και  παίζει με τους κανόνες μιας θεατρικής παράστασης πότε συγκλίνοντας και πότε αποκλίνοντας, χωρίς ποτέ να ταυτιστεί με τις επιταγές της θεατρικής τέχνης. Η θεατρική δομή της ταινίας έρχεται να δέσει αρμονικά με την δεινότητα του  Μαρκ Ράιλανς, του σημαντικού Βρετανού ηθοποιού. Πολύ καλοί και οι Τζόνι Φλιν, Ντίλαν Ο’Μπράιεν, Ζόι Ντόιτς, Νίκι Αμούκα Μπερντ στους άλλους ρόλους. Έτσι, μέσα σ’ αυτό το περιβόητο ραφτάδικο έχουμε την κάμερα να προσπαθεί να ανακαλύψει τα μυστικά του αινιγματικού, διακριτικού όσο και σκοτεινού ήρωα μας, πίσω από τις λεπτές εκφράσεις, τους  χαμηλότονους υπαινιγμούς και τις ανεπαίσθητες μεταπτώσεις, ενώ στις σκοτεινές γωνιές του καταστήματος, κάποιες φορές και εκτός πλάνου, αναπτύσσεται το γκανγκστερικό κομμάτι της ταινίας. Υπάρχει και ένα άλλος ιστός του φιλμ που αργά, αργά υφαίνεται και είναι αυτός του θρίλερ, ο οποίος αν και σε κάποια σημεία παραπαίει, στηρίζει και αυτός μέσω της ακατάπαυστης αγωνίας το εγχείρημα. Όλα αυτά καθώς μαφιόζοι, επισκέπτες και  περαστικοί προσπαθούν να λύσουν τις άλυτες διαφορές τους με τη ζωή αλλά και μεταξύ τους,  πότε εκτοξεύοντας άγρια βλέμματα, πότε πετώντας βαριά λόγια, πότε πυροβολώντας κατάστηθα ή ανάμεσα στα μάτια. Καλές είναι οι έντονες ματιές και οι επιτυχημένες ατάκες, αλλά και ένα όπλο βοηθάει σε κάποιες περιστάσεις. Κάτι ήξερε ο Αλ Καπόνε από αυτά, όταν έλεγε «Μπορείτε να καταφέρετε περισσότερα με μια καλή κουβέντα κι ένα όπλο, απ΄ ότι μόνο με μια καλή κουβέντα».