Σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ισορροπία μοιάζει πιο εύθραυστη από ποτέ, οι εξελίξεις στη διεθνή σκηνή δεν αποτελούν απλώς μακρινά γεγονότα, αλλά δυνάμεις που διαπερνούν σύνορα και επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα, την ανάπτυξη και το μέλλον κάθε χώρας. Οι γεωπολιτικές αναταράξεις δεν είναι πια αφηρημένες έννοιες μεταφράζονται σε οικονομικές πιέσεις, σε ανασφάλεια, σε ανακατατάξεις που δοκιμάζουν την αντοχή των κοινωνιών και των αγορών.
Η Ελλάδα, ως μια μικρή αλλά δυναμική οικονομία με ιδιαίτερη γεωστρατηγική θέση, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των επιπτώσεων. Οι προκλήσεις που αναδύονται απαιτούν νηφαλιότητα, διορατικότητα και βαθιά κατανόηση των διεθνών εξελίξεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα και η προοπτική της χώρας μέσα σε ένα αβέβαιο περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, το κείμενο που ακολουθεί του πρώην Υποδιοικητή της ΤτΕ Θεόδωρου Μητράκου αποτυπώνει με σαφήνεια και τεκμηρίωση τις συνέπειες των σύγχρονων συγκρούσεων για την ελληνική οικονομία, φωτίζοντας πτυχές που καθορίζουν όχι μόνο το παρόν, αλλά και το μέλλον.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι μπαίνουμε πλέον σε μια εποχή νέων κινδύνων και αυξημένης αβεβαιότητας. Κανείς μάλιστα δεν μπορεί να προβλέψει με κάποια βεβαιότητα πόσο αρνητικός θα είναι τελικά ο αντίκτυπος των εξελίξεων αυτών στη διεθνή οικονομία. Οι επιδράσεις των εξελίξεων ασφαλώς ξεπερνούν τα στενά οικονομικά όρια και αφορούν πολλές ακόμη πτυχές της κοινωνίας. Οι συνέπειες πάντως αυτού του πολέμου ίσως μας συνοδεύουν για καιρό καθώς, εκτός των άλλων, προστίθενται σε μια σειρά άλλων διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς και τις εφοδιαστικές αλυσίδες αλλά και την ιδιαίτερα απρόβλεπτη και ασταθή εξωτερική και δημοσιονομική πολιτική των ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση το εύρος των επιπτώσεων του πολέμου, σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας που περιορίζει την επενδυτική δραστηριότητα, συνδέεται κυρίως με τη διάρκεια των συγκρούσεων που θα καθορίσει και το μέγεθος της διαταραχής στις ροές και τις τιμές της ενέργειας και κατά συνέπεια στον πληθωρισμό.
Σε κάθε περίπτωση πάντως οι συνέπειες του εξελισσόμενου πολέμου στη Μέση Ανατολή είναι πολύ πιθανόν να είναι εντονότερες και με μεγαλύτερη διάρκεια για μια οικονομία όπως η ελληνική. Είμαστε μια μικρή, ανοικτή και ευάλωτη οικονομία με δομικές αδυναμίες, υψηλό χρέος και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η σημαντική εξάρτηση της οικονομίας μας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο (καθαρός εισαγωγέας ενέργειας) την καθιστά πιο ευάλωτη σε μεγάλες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας, οι οποίες σταδιακά θα διαχυθούν και στις άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι πολύ πιο αργή στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με πιο πιθανή ερμηνεία τις σημαντικές αδυναμίες στην παραγωγική βάση και την έλλειψη ανταγωνισμού στην ελληνική οικονομία. Επιπλέον, η μάλλον πλημμελής λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών ελέγχου και εποπτείας της αγοράς δεν φαίνεται ότι μπορεί να αποτρέψει πιθανά φαινόμενα αισχροκέρδειας που είναι συνηθισμένα σε τέτοιες αναταράξεις.
Ο κλάδος του τουρισμού, ως η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε αρνητικές γεωπολιτικές εξελίξεις και αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό κανάλι μετάδοσης των αρνητικών επιπτώσεων του πολέμου στην ελληνική οικονομία. Τα τελευταία έτη ο κλάδος ανέκαμψε δυναμικά, με τις αφίξεις και τις ταξιδιωτικές εισπράξεις (μη κατοίκων) να ξεπερνούν πλέον τα προ πανδημίας επίπεδα. Οι διαθέσιμες σήμερα πρόδρομες ενδείξεις για την πορεία του τουρισμού δεν καταγράφουν προς το παρόν κάποιες αρνητικές εξελίξεις. Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και η παράταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή για μεγαλύτερο διάστημα είναι πιθανό να περιορίσουν τις διεθνείς ταξιδιωτικές ροές και εισπράξεις. Η διάβρωση των εισοδημάτων από την άνοδο του πληθωρισμού αλλά και η αρνητική διάθεση των ταξιδιωτών λόγω του πολέμου μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις ταξιδιωτικές μετακινήσεις και τα σχετικά έσοδα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έχει αρνητικές επιδράσεις και στο ήδη επιβαρυμένο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας. Πάντως, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία έτη με σταθερούς ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους της ευρωζώνης, το σημαντικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα αλλά και πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για όσο διάστημα θα υπάρχουν ακόμη, λειτουργούν ως μηχανισμοί σταθερότητας σε τέτοιες εξωγενείς αναταράξεις.
Αναδημοσίευση από “Το ΒΗΜΑ της Κυριακής”


