Η Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών γέμισε ασφυκτικά από πολιτικά πρόσωπα, ανθρώπους της Δικαιοσύνης, πανεπιστημιακούς και εκπροσώπους της Εκκλησίας, στην τελετή αναγόρευσης του Ευάγγελου Βενιζέλου σε Επίτιμο Διδάκτορα της Νομικής Σχολής και του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ. Η παρουσία τόσων διαφορετικών προσωπικοτήτων από όλο το πολιτικό φάσμα έδωσε από νωρίς ιδιαίτερο βάρος στην εκδήλωση, η οποία εξελίχθηκε σε σημείο πολιτικών συζητήσεων και έντονου παρασκηνίου.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ενώ το ακροατήριο παρακολουθούσε με εμφανή προσοχή τις ομιλίες και τις αναφορές στη μακρά πολιτική και ακαδημαϊκή πορεία του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης. Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα θερμό, με πολλούς από τους παρευρισκόμενους να συνομιλούν πριν από την έναρξη της εκδήλωσης σε μικρούς κύκλους, δίνοντας την εικόνα μιας άτυπης πολιτικής συνάντησης υψηλού επιπέδου.

Το παρών έδωσαν οι πρώην Πρόεδροι της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος και Κατερίνα Σακελλαροπούλου, οι πρώην πρωθυπουργοί Αντώνης Σαμαράς, Παναγιώτης Πικραμμένος και Ιωάννης Σαρμάς, αλλά και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης. Από την κυβέρνηση ξεχώρισαν οι παρουσίες των Νίκου Δένδια, Σοφίας Ζαχαράκη, Βασίλη Κικίλια και Όλγας Κεφαλογιάννη, ενώ στην αίθουσα βρέθηκαν επίσης κορυφαία στελέχη της δημόσιας ζωής, πρώην υπουργοί, τραπεζικά στελέχη και επιχειρηματίες.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά, του Νίκου Δένδια και του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, καθώς οι τρεις τους βρέθηκαν σε κοντινές θέσεις και συνομίλησαν αρκετές φορές σε ιδιαίτερα χαλαρό κλίμα. Οι εικόνες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες, ειδικά σε μια περίοδο όπου στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας καταγράφονται συζητήσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις για κρίσιμα πολιτικά ζητήματα. Πολλοί συνέδεσαν τις συγκεκριμένες παρουσίες με το βαρύ πολιτικό αποτύπωμα που εξακολουθεί να διαθέτει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αλλά και με τη συνεχιζόμενη απόσταση που έχει δημιουργηθεί το τελευταίο διάστημα ανάμεσα στον ίδιο και το Μέγαρο Μαξίμου.
Στα πηγαδάκια της εκδήλωσης συζητήθηκαν έντονα οι πολιτικοί συμβολισμοί της βραδιάς, με αρκετούς να σχολιάζουν πως η συγκέντρωση τόσο ισχυρών πολιτικών προσωπικοτήτων στην ίδια αίθουσα σπάνια περνά χωρίς μηνύματα. Το ενδιαφέρον στράφηκε όχι μόνο στις επίσημες ομιλίες αλλά και στις επαφές που πραγματοποιήθηκαν στο περιθώριο της τελετής, με τα βλέμματα να είναι διαρκώς στραμμένα στις κινήσεις και στις συνομιλίες των πρωταγωνιστών.
Η αναγόρευση του Ευάγγελου Βενιζέλου εξελίχθηκε τελικά σε μια βραδιά με έντονο πολιτικό χρώμα, ισχυρούς συμβολισμούς και πολλές παρουσίες που συζητήθηκαν όσο λίγες.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μετά την αναγόρευση, εξέφρασε τις ευχαριστίες του και απηύθυνε την καθιερωμένη αντιφώνηση με θέμα:

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως πρόκληση για την κυριαρχία, τον συνταγματισμό και την πολιτική θεολογία»
Ο ψηφιακός συνταγματισμός (digital constitutionalism) που επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του διαδικτύου και της συγκέντρωσης, αποθήκευσης ( στο « Νέφος» / cloud) και επεξεργασίας μεγάλων δεδομένων (big data) είναι και αυτός κρατικοκεντρικός. Απέναντι σε αυτόν οι μεγάλες πλατφόρμες (όπως η META / FB ) επιχείρησαν να αναπτύξουν ένα «ιδιωτικό συνταγματισμό», με δικούς τους κανόνες που συγκροτούν μια εταιρική οιονεί έννομη τάξη και δικά τους οιονεί συνταγματικά δικαστήρια.
Μετά την εκθετική ανάπτυξη της ΤΝ οι μεγάλες εταιρείες προβάλλουν πλέον την Constitutional AI ως δέσμη αρχών ενσωματωμένη στις δικά τους συστήματα με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Anthropic : Claude’s Constitution. Τα συστήματα όμως αυτά έχουν την τάση να υποδύονται ότι συμμορφώνονται στο ενσωματωμένο σε αυτά «σύνταγμα».
Η κρατικοκεντρική αντίληψη επανέρχεται με την πρόταση μιας public constitutional AI που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Οι μεγάλες εταιρείες που ελέγχουν τις τεχνολογικές εξελίξεις και την αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο πηγαίνουν πλέον στον πυρήνα του ζητήματος, διεκδικούν οιονεί κυριαρχία. Μάλιστα ο συνδυασμός ψηφιακής κυριαρχίας, κυριαρχίας επί των δεδομένων και ΤΝ προσλαμβάνει χαρακτηριστικά πολιτικής θεολογίας καθώς πρόκειται για μια οιονεί κυριαρχία: «πανταχού παρούσα» λόγω της πανταχού παρούσας υποδομής, «παντογνώστρια» λόγω της τεράστιας συγκέντρωσης δεδομένων και των ικανοτήτων προβλεπτικής ανάλυσης, «αόρατη» λόγω της λειτουργικής αδιαφάνειας και «άμεσα αποτελεσματική» καθώς έχει δυνατότητα στιγμιαίας εκτέλεσης των αποφάσεών της. Υπό την πίεση της ΤΝ μπορούμε να πούμε ότι συντελείται η μετάβαση από την πολιτική θεολογία της κυριαρχίας στην πολιτική θεολογία της παντογνωσίας/ πανεπιστήμης (omniscience). Βασικοί εταιρικοί παίκτες στο πεδίο της επεξεργασίας των big data σε συνδυασμό με εφαρμογές ΤΝ εκφράζονται με όρους θεολογικούς για να προωθήσουν τους στρατηγικούς στόχους τους και να νομιμοποιήσουν την αντίληψη που δηλώνουν ότι τους καθοδηγεί. Στο πεδίο αυτό η πιο χαρακτηριστική περίπτωση φαίνεται να είναι ο Peter Thiel συνιδρυτής και πρόεδρος της Pàlantir, εταιρείας που κυριαρχεί στην επεξεργασία των big data.
Ο τεχνολογικός ανταγωνισμός στο πεδίο της ΤΝ, σε συνδυασμό με το διαδίκτυο και τη συλλογή, αποθήκευση και επεξεργασία big data, ως ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών, μεταξύ εταιρειών και κρατών και μεταξύ κρατών αναδεικνύει κατά βάθος και πάλι ως επίδικο αντικείμενο τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν η δυτική, φιλελεύθερη, συνταγματική δημοκρατία δεν προστατεύσει τον εαυτό της έναντι του κινδύνου της θεσμικής και αξιακής υπονόμευσης της μέσω ανεξέλεγκτων, καταχρηστικών και παραβατικών εφαρμογών της ΤΝ και όλου του πλέγματος των νέων τεχνολογιών, δεν έχει ουσιαστικό νόημα η κατίσχυση της Δύσης στον τεχνολογικό και οικονομικό ανταγωνισμό επί του πεδίου της ΤΝ. Η Ελλάδα, χωρίς μικρομεγαλισμούς και εύκολες κοινοτοπίες, πρέπει να έχει ως κράτος και πολιτικό σύστημα, ως επιστημονική κοινότητα και ως κοινωνία πολιτών συνείδηση του επίδικου αντικειμένου και της διακινδύνευσης και να κινείται αναλόγως σε όλα τα πεδία.


