ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ (ΜΠΙΤΟΛΑ) – ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑΣ, ως διαχρονικό γεωστρατηγικό γεωπολιτικό σημείο.
Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Μια αλησμόνητη ιστορική αναδρομή στη μνήμη των Δυτικών Βαλκανίων και μιας πολύ σημαντικής χαμένης ελληνικής αστικής πολιτείας.
Τα Μπίτολα — το ιστορικό Μοναστήρι— δεν αποτελεί απλώς μία πόλη της νότιας Πελαγονίας και νυν Βόρειας Μακεδονίας. Συνιστά έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες του ελληνισμού των Δυτικών Βαλκανίων, έναν χώρο όπου ο ελληνικός πολιτισμός, η εμπορική ευφυΐα, η παιδεία και η αστική αρχοντιά οικοδόμησαν έναν σπάνιο κόσμο υψηλής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτοί οι άνθρωποι διωχθέντες από τα διάφορα πολιτικά καθεστώτα αναγκαστικά πηγαίνουν αρκετοί στο Βελιγράδι όπου έδωσαν και εκεί μια σπάνια νέα κοινωνική, πολιτισμική, οικονομική ώθηση.
Το Μοναστήρι υπήρξε για αιώνες το φυσικό κέντρο του ελληνισμού της ευρύτερης Δυτικής Μακεδονίας, της Πελαγονίας και της ενδοβαλκανικής εμπορικής αρτηρίας που συνέδεε τη Θεσσαλονίκη με το εσωτερικό της Βαλκανικής. Η ελληνική παρουσία δεν υπήρξε περιστασιακή· υπήρξε από αιώνες οργανική, δομική και ηγεμονική.
Οι μεγάλες ελληνικές οικογένειες της πόλης —πολλές εξ αυτών βλαχόφωνοι ή και Σαρακατσάνοι στην ιδιωματική καθημερινότητά τους, αλλά αδιαμφισβήτητα με την βαθειά ελληνική εθνική συνείδηση — δημιούργησαν την αστική φυσιογνωμία της μαγευτικής πόλης του Μοναστηρίου. Τα χαρακτηριστικά κίτρινα νεοκλασικά και με ευρωπαϊκή αισθητική οικοδομήματα, που ακόμη τώρα στέκουν ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας άλλης εποχής, αποτελούν το μοναδικό αρχιτεκτονικό αποτύπωμα αυτής της ελληνικής αστικής τάξεως της εποχής τους.
Ο βλαχόφωνος ή και ο λιγότερο σλαβόφωνος ελληνισμός του Μοναστηρίου και των πέριξ περίπου τριάντα χωρίων, υπήρξε ιστορικά ως φορέας παιδείας, εμπορίου, ομολογίας, εθνικής αντοχής και μαρτυρίας. Η χρήση του βλαχικού ιδιώματος, ουδέποτε αναιρούσε την βαθύτατη ελληνική πολιτισμική τους ταυτότητα· αντιθέτως, οι κοινότητες αυτές, υπήρξαν από τους μεγαλύτερους ευεργέτες, χρηματοδότες των ελληνικών σχολείων, των ορθοδόξων ναών και των εθνικών ιδρυμάτων μας.
Κατά τον 19ο αιώνα, το Μοναστήρι μεταβλήθηκε σε μοναδικό κέντρο ελληνικής παιδείας. Ελληνικά σχολεία, φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, βιβλιοθήκες και εκκλησιαστικά ιδρύματα συγκρότησαν έναν ισχυρό και απαράμιλλο πνευματικό ιστό. Η ελληνική γλώσσα συναποτελούσε το δημόσιο, κοινωνικό, πολιτιστικό και κύριο όργανο της ανώτερης παιδείας και της εμπορικής επικοινωνίας.
Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχείας περί το 1870 υπήρξε μία αρνητική και καθοριστική καμπή. Η βουλγαρική εκκλησιαστική και εθνική διείσδυση στη Δυτική Μακεδονία εγκαινίασε μία περίοδο ενός παράδοξου εθνικισμού και σκληρού ανταγωνισμού, απάνθρωπων διωγμών και κοινωνικών ρήξεων. Οι ελληνικές οικογένειες του Μοναστηρίου βρέθηκαν υπό την ασφυκτική πίεση, κοινωνική, οικονομική, εθνική και πολιτική.
Το λεγόμενο Μακεδονικό Ζήτημα ανέδειξε τη πόλη του Μοναστηριού ως το κεντρικό πεδίο της παρανοϊκής αντιπαραθέσεως μεταξύ ελληνικών, βουλγαρικών και σερβικών εθνικών επιδιώξεων. Οι ελληνικές κοινότητες αγωνίστηκαν και κράτησαν μια ισχυρή παρουσία, αλλά οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις των Βαλκανικών Πολέμων ανέτρεψαν οριστικά τον παλαιό κόσμο στην περιοχή του Μοναστηρίου.
Μετά τη χάραξη των νέων Βαλκανικών συνόρων και κυρίως μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, το Μοναστήρι εντάχθηκε στη σερβική κρατική σφαίρα, αφήνοντας εκτός του ελληνικού κράτους δεκάδες ελληνόφωνα και βλαχόφωνα χωριά της περιοχής. Αυτή η ιστορική εξέλιξη υπήρξε τραυματική για τις τοπικές ελληνικές κοινότητες, οι οποίες βρέθηκαν αποκομμένες από τον εθνικό κορμό. Ήδη από τότε είχε αρχίσει να τεμαχίζουν τη πατρίδα μας οι δήθεν Δυτικές Φίλες Δυνάμεις. Ο πολύς Βενιζέλος που πρότεινε τον σφαγέα μας Κεμάλ για Νόμπελ, δέχθηκε αυτά τα νέα σύνορα εις βάρος των ελληνικών οικογενειών της περιοχής. Γνώρισα ο ίδιος γέροντες εκείνης της εποχής και μου τα διηγήθηκαν, καθότι αναγκάστηκαν να φύγουν για το Βελιγράδι και εκεί το καθεστώς του Τίτο να τους αναγκάσει να αλλάξουν επίθετο όπως ο δικαστικός διερμηνέας Μίτρε Ντιμιτρόβσκι από Δημήτριος Δημητρόπουλος και η σπιτονοικοκυρά μου προκειμένου τα παιδιά της να ανέλθουν τη δημόσια ιεραρχία.
Η ανθελληνική πίεση για μετανάστευση προς τη γείτονα Φλώρινα, τη Θεσσαλονίκη και το Βελιγράδι υπήρξε μαζική. Οικογένειες με πλούτο, με μόρφωση και με κοινωνική συγκρότηση αναζήτησαν νέα πατρίδα, διωγμένοι και ταπεινωμένοι. Πολλοί κατόπιν κατέστησαν εξέχοντα μέλη της πρώην Γιουγκοσλαβίας της κρατικής διοίκησης, του εμπορίου και της επιστήμης. Γράφω σχετικό πολυσέλιδο βιβλίο μου με τίτλο Δαλματία, η παρουσία των Ελλήνων από την Τεργέστη έως το Δυρράχιο και από την Αδριατική έως το Δούναβη.
Η κομμουνιστική περίοδος στη πρώην Γιουγκοσλαβία του Τίτο, έφερε ένα νέο κύμα σιωπής και αναγκαστικών προσαρμογών. Τα περισσότερα αν όχι όλα τα ελληνικά επώνυμα σλαβοποιήθηκαν, οικογενειακές ταυτότητες αλλοιώθηκαν, και η δημόσια αναφορά στην ελληνική καταγωγή συχνά περιοριζόταν. Η αλλαγή των ονομάτων, όπως σε πολλές οικογένειες της περιοχής, δεν υπήρξε μόνο μία διοικητική πράξη· αλλά υπήρξε μέγιστο εθνικό και ιστορικό τραύμα.
Το Μοναστήρι είχε ενταχθεί στην επαρχία Βαρδάρσκα (όπως δηλώνουν και γραμματόσημα της εποχής), αλλά ακόμα και σήμερα διατηρεί τα ίχνη εκείνης της ωραίας ελληνικής εποχής, τα σχολεία, τα αρχοντικά, τους ελληνορθόδοξους ναούς, τα εμπορικά κτήρια, τη μνήμη των οικογενειών. Η ιστορία του δεν είναι απλώς τοπική· είναι κεφάλαιο του ευρύτερου ορθοδόξου διαβαλκανικού ελληνισμού.
Οι αλησμόνητες ελληνικές πατρίδες μας δεν θα χάνονται όσο επιβιώνει η μνήμη μας. Και το Μοναστήρι παραμένει ένα ζωντανό αρχείο του ελληνισμού της Μακεδονίας μας· ένας τόπος όπου η αρχοντιά, η παιδεία και η ιστορική αξιοπρέπεια των Ελλήνων άφησαν το ανεξίτηλο αποτύπωμα της ειρηνικής προόδου.
Η ιστορική μνήμη δεν είναι μόνο νοσταλγία. Είναι και χρέος. Και το Μοναστήρι με τα χωριά του, το παλαιό ελληνικό Μοναστήρι της Πελαγονίας, απαιτεί όχι τη λήθη, αλλά την επισκεψιμότητα και την διεθνή ιστορική δικαίωση, κι ας αφήσουν όσοι είναι ανιστόρητοι διπλωμάτες και πολιτικοί με τους παχυλούς μισθούς την επικίνδυνη ημιμάθειά τους.


