Λίγο πριν από την παράσταση «Λήθη Vs Θύμηση – Δοκιμή Πόε» στο Επίκεντρο+, η ηθοποιός και κινησιολόγος Μίκα Στεφανάκη ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τη μνήμη, το σώμα και τις αθέατες διαδρομές της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από μια σκηνική εμπειρία που βασίζεται στην κίνηση, τη σιωπή και την αναπνοή, η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει εκείνες τις προσωπικές ιστορίες που συχνά παραμένουν κρυμμένες κάτω από το πέπλο της λήθης. Η ίδια μιλά στο «Πατρινόραμα-Hellenic» και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για τη βαθιά βιωματική διαδικασία της δημιουργίας, τη δύναμη της θύμησης και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο τραύμα, την αποδοχή και τη συμφιλίωση.

Η παράσταση απαιτεί έντονη σωματική κίνηση και συναισθηματική έκθεση. Πώς βιώσατε αυτή τη διαδικασία ως ερμηνεύτρια;
Για μένα η διαδικασία ήταν βαθιά βιωματική. Ως κινησιολόγος έχω συνηθίσει να προσεγγίζω το σώμα ως φορέα μνήμης και εμπειρίας, όμως σε αυτή την παράσταση χρειάστηκε να εκτεθώ και ως άνθρωπος. Δεν δουλέψαμε πάνω σε χαρακτήρες με τη συμβατική έννοια, αλλά πάνω σε καταστάσεις, μνήμες και ίχνη εμπειριών. Αυτό απαιτούσε μεγάλη ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη μεταξύ μας. Υπήρξαν στιγμές που ένιωθα πως το σώμα γνώριζε πριν από εμένα τι έπρεπε να ειπωθεί. Και αυτό ήταν πολύ συγκινητικό.
Οι ρόλοι δεν έχουν σαφή όρια ανάμεσα σε θύμα και θύτη, παιδί και ενήλικα. Πώς προσεγγίσατε αυτή τη διαρκή εναλλαγή;
Αυτό ήταν από τα στοιχεία που με γοήτευσαν περισσότερο. Στη ζωή σπάνια είμαστε μόνο ένα πράγμα. Κουβαλάμε αντιφάσεις, τραύματα, αδυναμίες και μηχανισμούς άμυνας. Προσπαθήσαμε να μην κρίνουμε καμία από τις πλευρές που εμφανίζονται επί σκηνής, αλλά να τις παρατηρήσουμε. Δεν με ενδιέφερε να υποδυθώ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Με ενδιέφερε να επιτρέψω σε διαφορετικές ποιότητες ύπαρξης να εμφανιστούν μέσα από το σώμα και την παρουσία μου.
Υπήρξε κάποια σκηνή που σας δυσκόλεψε ιδιαίτερα σε ψυχικό ή σωματικό επίπεδο;
Νομίζω ότι οι πιο δύσκολες σκηνές ήταν εκείνες που απαιτούσαν απόλυτη ακινησία και σιωπή. Συχνά θεωρούμε δύσκολη τη δράση, όμως για μένα εξίσου δύσκολο είναι να μείνεις παρούσα χωρίς να κάνεις τίποτα, αφήνοντας το σώμα να εκτεθεί. Υπάρχουν στιγμές στην παράσταση όπου η σιωπή γίνεται σχεδόν εκκωφαντική. Εκεί χρειάζεται μεγάλη εμπιστοσύνη στην ομάδα και μεγάλη αποδοχή απέναντι σε ό,τι αναδύεται.
Το έργο ακουμπά παιδικές μνήμες και τραύματα που πολλοί άνθρωποι κουβαλούν σιωπηλά. Σας έφερε προσωπικά αντιμέτωπη με δικές σας μνήμες;
Ναι, αναπόφευκτα. Νομίζω ότι όταν δουλεύεις πάνω σε ένα έργο που πραγματεύεται τη μνήμη, δεν μπορείς να μείνεις αμέτοχος. Δεν ήταν όμως μια διαδικασία αναβίωσης ή εξομολόγησης. Ήταν περισσότερο μια διαδικασία παρατήρησης. Συνειδητοποίησα πόσα πράγματα κουβαλάμε μέσα μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε και πόσο βαθιά είναι χαραγμένα στο σώμα μας. Αυτή η συνάντηση με προσωπικές μνήμες έγινε με έναν πολύ τρυφερό και ασφαλή τρόπο μέσα στην ομάδα.
Η παράσταση χρησιμοποιεί πολύ έντονα το σώμα, τη σιωπή και την αναπνοή. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η εμπειρία από έναν πιο συμβατικό θεατρικό ρόλο;
Είναι πολύ διαφορετική γιατί εδώ η αναπνοή δεν είναι απλώς ένα εργαλείο. Είναι η αφετηρία των πάντων. Η αναπνοή είναι η πρώτη απόφαση. Από αυτήν γεννιέται η κίνηση και από την κίνηση προκύπτει ο λόγος. Δεν ξεκινάμε από το κείμενο για να φτάσουμε στο σώμα. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αυτό δημιουργεί μια πολύ ζωντανή και οργανική σχέση με το υλικό, γιατί κάθε βράδυ η παράσταση ξαναγεννιέται από την αναπνοή των ανθρώπων που βρίσκονται στη σκηνή.
Πώς επηρεάζει τη σκηνική σας παρουσία το γεγονός ότι ο θεατής βρίσκεται σχεδόν «μέσα» στην εμπειρία και όχι απλώς απέναντί της;
Το αισθάνομαι ως μια πρόσκληση για μεγαλύτερη αλήθεια. Όταν ο θεατής βρίσκεται τόσο κοντά, δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από τεχνικές ή συμβάσεις. Αντιλαμβάνεται ακόμη και την πιο μικρή μεταβολή στην αναπνοή ή στο βλέμμα σου. Αυτή η εγγύτητα δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Νιώθω πως δεν παρουσιάζουμε κάτι σε κάποιον, αλλά πως μοιραζόμαστε μαζί του έναν κοινό χώρο και έναν κοινό χρόνο.
Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά η λέξη «θύμηση» και τι η λέξη «λήθη»;
Για μένα η θύμηση είναι μια πράξη σύνδεσης. Είναι η δυνατότητα να αναγνωρίζεις ποιος είσαι και από πού έρχεσαι. Η λήθη, από την άλλη, δεν τη βλέπω μόνο αρνητικά. Πολλές φορές είναι ένας μηχανισμός προστασίας, ένας τρόπος να συνεχίσουμε όταν κάτι είναι ακόμη πολύ δύσκολο να το αντικρίσουμε. Νομίζω όμως πως κάποια στιγμή έρχεται η ώρα που χρειάζεται να επιστρέψουμε σε όσα αφήσαμε πίσω. Όχι για να ξαναπονέσουμε, αλλά για να τα κατανοήσουμε. Εκεί, κάπου ανάμεσα στη θύμηση και στη λήθη, γεννιέται η συμφιλίωση.
Η συνομιλία με τη Μίκα Στεφανάκη αποκαλύπτει ότι η «Λήθη Vs Θύμηση – Δοκιμή Πόε» δεν είναι απλώς μια θεατρική παράσταση, αλλά μια κατάδυση στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Μέσα από το σώμα, τη σιωπή και την παρουσία, αναδεικνύονται οι μνήμες που μας διαμορφώνουν και οι σκιές που εξακολουθούν να μας συνοδεύουν. Ίσως τελικά η ουσία να μην βρίσκεται ούτε στη λήθη ούτε στη θύμηση, αλλά στον χώρο που ανοίγεται ανάμεσά τους· εκεί όπου το παρελθόν συναντά την κατανόηση και η μνήμη μετατρέπεται σε δύναμη για να προχωρήσουμε μπροστά.


